27 °C Rethymno, GR
21/09/2021

ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Βλαστοί πρωταγωνίστησαν και στους μεγάλους ξεσηκωμούς

-Ο ηρωικός θάνατος του Σήφη Βλαστού στο μικρασιατικό μέτωπο

Συνεχίζουμε σήμερα με τους αγωνιστές από την ιστορική οικογένεια των Βλαστών.

Ο Ιωάννης Γ. Βλαστός αγωνιστής και βουλευτής (πληρεξούσιος) γεννήθηκε στο Βυζάρι Αμαρίου το 1842.

Ήταν αδελφός του Παύλου Βλαστού. Σε τρυφερή ηλικία πήρε το βάπτισμα του πυρός γιατί δεν ήθελε για κανένα τρόπο να απουσιάσει από το κάλεσμα του ξεσηκωμού του 1866. Είχε πάντα πρότυπο τον γενναίο πατέρα του.

Εκείνη την εποχή είχε ξεκινήσει να δοκιμάζει την τύχη του στο εμπόριο, όταν έμαθε ότι ξαναπήραν οι Κρητικοί τα τουφέκια.

Αμέσως τα παράτησε όλα κι έτρεξε να πολεμήσει στο πλευρό του Διογένη Μοσκοβίτη του Επιμενίδη Μαρούλη και άλλων σπουδαίων αγωνιστών. Από το Αμάρι ορμώμενος συμμετείχε σε όλες τις μάχες από Λασίθι μέχρι Κίσσαμο. Το 1878 ορίστηκε μεταξύ των τεσσάρων που θα εκπροσωπούσαν το Ρέθυμνο στο συνέδριο της Χαλέπας.

Ήταν όμως σημαντικός και σε καιρούς ειρήνης. Υπήρξε, ως πολιτικός, παράγων προόδου στο Ρέθυμνο και έχαιρε της γενικής εκτίμησης και του σεβασμού.

Ο Ιωάννης Βλαστός πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 28 Μαΐου 1907. Επικήδειο εκφώνησε ο Επίσκοπος Διονύσιος συγκλονίζοντας τους παριστάμενους.

Ο γιος του ήρωα, Κωνσταντίνος, λοχαγός του Πεζικού, έπεσε ηρωικά μαχόμενος κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία στην Κίο, στις 27 Αυγούστου 1922.

Ο Γεώργιος Βλαστός γιος του Νικολάου γεννήθηκε στο Βυζάρι το 1844. Μεγάλωσε σε περιβάλλον ευσεβών ανθρώπων και φλογερών πατριωτών. Ήταν φυσικό επομένως να αποκτήσει υψηλό πατριωτικό φρόνημα. Όταν ξέσπασε η πρώτη σπίθα της επανάστασης του 1866 έγινε απόστολος του ξεσηκωμού σε όλη την περιοχή του Ρεθύμνου.

Στην τριετία που η Κρήτη πάσχιζε ακόμα μια φορά για λευτεριά ο Γεώργιος πλάι στον πρωτοξάδελφό του Ιωάννη Γ. Βλαστό υπό τας διαταγάς του Αρχηγού του Αμαρίου Διογένη Μοσκοβίτη πήρε μέρος σε όλες τις σημαντικές μάχες του Βρύσινα, έξω από τη Μονή Αρκαδίου, στο Μυλοπόταμο κατά του Ομέρ Πασα, στον Καλικράτη Σφακίων, στη Ζούρβα Αποκορώνου, στον Ομαλό, στους Λάκκους κατά του Μουσταφά Πασά, στο Μαλεβίζι, στ’ Ακούμια κ.ά

Στην επανάσταση του 1897, μετέβη με το σώμα του Αριστοτέλη Κόρακα στην Ιεράπετρα και πήρε μέρος στην πολιορκία για την άλωσή της. Επίσης πολέμησε στη Σπιναλόγκα και στις Αρχάνες.

Πέθανε στο Βυζάρι στις 8 Μαρτίου 1934.

Σήφης Βλαστός

Πόσες φορές δεν έχουμε περάσει από το δρόμο που φέρει το όνομά του στο Ελιδάκι, αλλά πόσοι τον γνωρίζουν. Κι όμως ήταν σπουδαίος.

Ήταν γιος του προηγουμένου και γεννήθηκε στο Βυζάρι, επίσης. Τα κατορθώματα των ηρωικών του προγόνων τον ώθησαν να κάνει καριέρα στο στράτευμα. Με την είσοδό του κατ’ εκλογή στη Σχολή Υπαξιωματικών έφθασε στο βαθμό του Ταγματάρχη.

Ήταν Υποδιοικητής του 44ου Σ.Π.

Και συνδέθηκε το όνομά του με ένα συγκινητικό γεγονός που πέρασε στα χρονικά της πόλης.

Όταν το Ρέθυμνο, εκεί που ήταν οι παλιοί στρατώνες, ξεπροβόδιζε με τιμές το ηρωικό 44ο Σ.Π. που έφευγε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, ο Σήφης Βλαστός παρέλαβε από τις κυρίες του νεοσύστατου τότε Λυκείου Ελληνίδων Ρεθύμνου την χρυσοκέντητη γαλανόλευκη που είχαν ετοιμάσει να προσφέρουν στους στρατιώτες μας για να ενισχύσουν το ηθικό τους.

Ο Σήφης Βλαστός πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους της πρώτης εικοσαετίας του περασμένου αιώνα και διακρίθηκε για τη γενναιότητά και τη στρατηγική του.

Για τις ανδραγαθίες του έπαιρνε τη μια διάκριση μετά την άλλη. Και θα έφτανε σε ψηλότερη βαθμίδα ιεραρχικά μετά τη νικηφόρα μάχη του Σκρα, αν δεν τον παραγκώνιζαν μικροψυχίες ανωτέρων που έδωσαν θέσεις κλειδιά σε «γραφιάδες» που δεν είχαν αισθανθεί ποτέ την μυρωδιά του μπαρουτιού στη μάχη.

Για τη δράση του μάλιστα κατά τη μάχη του Σκρα είχε κερδίσει το θαυμασμό του Γάλλου στρατηγού του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Φρανσέ Ντ’ Εσπερέ (Louis Felix Marie Francois Franchet d’ Esperey) που του απένειμε έπαινο σε ημερήσια διαταγή.

Η παραμονή του στα Ιωάννινα, ενώ ήθελε να βρίσκεται στο Μικρασιατικό Μέτωπο τον τρέλαινε. Μάταια έκανε αιτήσεις να τον στείλουν εκεί. Τα κατάφερε μετά από μεγάλες προσπάθειες.

Ο Σήφης δεν αναπαυόταν ποτέ. Κοντά στους άνδρες του πάντα έδινε το καλό παράδειγμα. Κάποτε κι ενώ βρισκόταν στη Σμύρνη, του προτάθηκε να γυρίσει πίσω και να του ανατεθεί μια θέση γραφιά στο Υπουργείο των Στρατιωτικών.

Εκείνος μετά βίας συγκρατήθηκε για να μη ξεσπάσει την οργή του στους ανωτέρους του που πήραν την πρωτοβουλία αυτή.

Κι όταν ανέκτησε την ψυχραιμία του περιορίστηκε να απαντήσει πως η θέση του είναι στο μέτωπο κοντά στους στρατιώτες του.

Ο στρατηγικός νους του λειτουργούσε πάντα υπέρ των στρατιωτών του που προστάτευε με όλες του τις δυνάμεις.

Όταν τον είχαν στείλει στη Σμύρνη για να καταλάβει τις Κυδωνίες παρέκαμψε τις οδηγίες και ξεκίνησε με δική του ευθύνη μια διερεύνηση της κατάστασης. Είχε πικρή εμπειρία από τις αποτυχημένες ενέργειες άλλων αξιωματικών που οδηγούσαν τους άνδρες τους ως πρόβατα επί σφαγή.

Και μόνο όταν απέκτησε πλήρη γνώση της κατάστασης και τις απαραίτητες ενισχύσεις που ζήτησε, τότε έφερε σε πέρας την αποστολή του με μεγάλη επιτυχία, σώζοντας και τους στρατιώτες του από βεβαία καταστροφή, αν είχε πράξει όπως τον διέταξαν.

Κι ήρθε η μοιραία στιγμή να φέρει σε πέρας μια άλλη αποστολή στη περιοχή Σαμπανιτσά. Εκεί έπεσε μαχόμενος σαν λιοντάρι στις 16 Αυγούστου 1921 ενώ εμψύχωνε τους άνδρες του.

Έγραψε σχετικά η εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση» στο φύλλο της 28 Αυγούστου 1921.

«Τηλεγραφικώς ηγγέλθη εκ Σμύρνης ότι κατά τας τελευταίας επιχειρήσεις έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο εξ Αμαρίου εκλεκτός και γενναίος αξιωματικός Ιωσήφ Βλαστός ταγματάρχης πεζικού.

Ο τιμημένος νεκρός ανήκε εις την χορείαν εκείνη των αξιωματικών δια τους οποίους το καθήκον ετίθετο υπεράνω παντός υπολογισμού και συμφέροντος Δια τούτο προσήλθε εκ των πρώτων εις τας τάξεις της Αμύνης υπηρετήσας μετ’ αυταπαρνήσεως εις τον αγώνα αυτής απ αρχής της εκκρήξεως του Κινήματος της Θεσσαλονίκης …».

Και η εφημερίδα τόνιζε στη συνέχεια την πατριωτική συνείδηση του ηρωικού νεκρού που ενώ θα μπορούσε να βρίσκεται στα μετόπισθεν στην ασφάλεια ενός γραφείου εκείνος επέμενε να βρίσκεται εκεί που τον καλούσε το χρέος και η στρατιωτική του τιμή.

Το άγγελμα του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στο Ρέθυμνο και στο Βυζάρι όπου τελέστηκε πάνδημο μνημόσυνο στο οποίο κατατέθηκαν 14 στεφάνια.

Ο πατέρας του Παύλου Βλαστού

Ο Γεώργιος Βλαστός ήταν πατέρας του Παύλου Βλαστού.

Γεννήθηκε στο Βυζάρι και πέθανε στο Ρέθυμνο. Ορφάνεψε γρήγορα. Έφηβος έφυγε για τη Χίο όπου εργαζόταν ως δάσκαλος ο μεγαλύτερος αδελφός του Εμμανουήλ. Παρέμεινε εκεί για τέσσερα χρόνια και παρακολούθησε μαθήματα από τον αδελφό του. Διέφυγαν και οι δυο κατά τη μεγάλη σφαγή και βρέθηκαν στο Ναύπλιο κατά την πολιορκία της πόλης, στην οποία και πήραν μέρος. Από εκεί πήγαν στα Ψαρά και στη συνέχεια ήρθαν και πήραν μέρος στην επανάσταση. Όταν το νησί περιήλθε στην αιγυπτιακή κυριαρχία ο Γεώργιος ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το 1833 παντρεύτηκε την Πελαγία, θυγατέρα του π. Γιώργη Σαουνάτσου από το Βυζάρι και απέκτησαν τον Παύλο, την Πολυξένη, τον Ιωάννη και τη Μαρία.

Ο Γεώργιος Βλαστός διατέλεσε και δημογέροντας.

Ένας ακόμα επιφανής της διασποράς

Ένας ακόμα διάσημος Βλαστός της διασποράς ήταν ο Μιχαήλ που η δράση του θυμίζει πολύ την μεγάλη προσφορά του Εμμανουήλ Καούνη στην προστασία του αρχαιολογικού μας πλούτου.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1874. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μεγάλη Βρετανία και κυρίως στη Μασσαλία.

Στη Μασσαλία, όπου υπήρχε ακμαία ελληνική παροικία, ο Μιχαήλ Βλαστός ανέλαβε, στην αρχή του 20ού αι., την διεύθυνση του υποκαταστήματος του μεγάλου διεθνούς εμπορικού οίκου των Αδελφών Ράλλη, ο οποίος είχε ως έδρα του το Λονδίνο και διατηρούσε παραρτήματα στα μεγαλύτερα οικονομικά κέντρα της εποχής. Διακεκριμένοι Έλληνες μασσαλιώτες, με τους οποίους ο Βλαστός διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς, πρωταγωνίστησαν στην ίδρυση της Εταιρείας των Φίλων του Εθνικού Μουσείου.

Οι πρώτες συστηματικές αρχαιολογικές αναζητήσεις του Βλαστού έχουν ως κέντρο την Μασσαλία, όπου διέμενε, και τον Τάραντα, την σημαντικότατη σπαρτιατική αποικία της Μεγάλης Ελλάδας. Μέσα σε λίγα χρόνια ο Βλαστός σχημάτισε μία τεράστια για τον όγκο της, περίπου 10.000, συλλογή ταραντινών νομισμάτων, και εξαιρετική, ως προς την ποικιλία και την ποιότητα των κοπών. Παράλληλα, ήδη από το 1900, δώριζε νομίσματα στο Νομισματικό Μουσείο της Αθήνας. Δεν περιορίστηκε όμως μόνο στην συλλογή των νομισμάτων.

Στο τέλος του 1932 αποφάσισε να μετοικίσει στην Αθήνα. Τη νομισματική συλλογή την άφησε στον γιο του Παντελή, ο οποίος παρέμεινε στη Μασσαλία. Μετά τον θάνατο του Βλαστού, αυτή η μοναδική συλλογή εκποιήθηκε το 1947, και μέσω δημοπρασιών, κατέληξε σε πολλές ιδιωτικές συλλογές και μουσεία.

Όταν τελικά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1933, ο Βλαστός έφερε μαζί του όσες αρχαιότητες -ελληνικές και ταραντινές- κατείχε, και αμέσως στράφηκε προς την εγχώρια αγορά. Σε μικρό χρονικό διάστημα τις πολλαπλασίασε με αποτέλεσμα η συλλογή του να αριθμεί, κατά την εποχή του θανάτου του, περί τα 760 αντικείμενα. Η συλλογή στεγάστηκε στο σπίτι του Βλαστού στην οδό Λυκείου 3 και Στησιχόρου.

Στο αρχείο Βλαστού περιλαμβάνεται το τετράδιο αγορών, που τηρούσε ο συλλέκτης συστηματικά και με χρονολογική σειρά, πριν καλά-καλά εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Η αξία των πληροφοριών που μας παρέχει αυτό το τετράδιο είναι μεγάλη. Η σημαντικότερη αρχαιολογική συνεισφορά του Βλαστού είναι ένα άλλο τετράδιο. Σε αυτό τεκμηριώνεται η επιστημονική εμβρίθεια και ξεδιπλώνεται η σχεδιαστική, σχεδόν καλλιτεχνική, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, δεινότητα του Μιχαήλ Βλαστού. Αυτές οι αρετές είναι εμφανείς και στις δημοσιευμένες νομισματικές εργασίες του. Ωστόσο, εδώ έχουμε, σε πρωτότυπο και άγνωστο υλικό, τον συνδυασμό των δύο. Το τετράδιο αυτό αποτελεί σχεδίασμα ενός ανολοκλήρωτου τόμου του Corpus Vasorum Antiquorum της συλλογής του.

Παράλληλα με την συλλεκτική και ερευνητική του δράση, ο Βλαστός πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Εταιρείας των Φίλων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τα πρότυπα των μεγάλων Μουσείων της αλλοδαπής, ιδίως του Λούβρου. Για το σκοπό αυτό, επιστράτευσε πολλούς φιλάρχαιους Αθηναίους καθώς και Έλληνες της Μασσαλίας. Ο Βλαστός εξελέγη πρώτος πρόεδρος της Εταιρείας, από την ίδρυσή της το 1934 μέχρι τον θάνατό του, το 1936. Ανάμεσα στα κατάλοιπα βρέθηκε το μεταλλικό πρότυπο της σφραγίδας της Εταιρείας των Φίλων, φιλοτεχνημένο και υπογεγραμμένο την 5η Μαρτίου 1934, από τον πολύ γνωστό καλλιτέχνη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Émile Ζιγιερόν (Gilliéron) Υιό. (προθ. 9) Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η Εταιρεία των Φίλων επέδειξε έντονη δραστηριότητα. Έως τον θάνατο του Βλαστού, αγόρασε και δώρισε στο Μουσείο πολλές αρχαιότητες, όπως π.χ. την οινοχόη αριθ. ΧΧΧΧ. Επίσης, δημοσίευε τις δραστηριότητές της σε ειδικό έντυπο δελτίο καθώς και στον αθηναϊκό τύπο. Από τις σπουδαιότερες δωρεές είναι η προσφορά των πολύ σημαντικών πρώιμων μελανόμορφων ταφικών αγγείων της Βάρης, δηλ. του αρχαίου δήμου του Αναγυρούντος (αίθουσα 50, προθ. 35-38). Στην αρχή του 1935, μόλις η Εταιρεία των Φίλων πληροφορήθηκε σχετικά με τις αρχαιοκαπηλικές δραστηριότητες στην περιοχή και την ύπαρξη στο εμπόριο αρχαιοτήτων του ταφικού συνόλου, προέβη αμέσως στην αγορά του, για λογαριασμό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατόπιν υποδείξεως του διαπρεπούς αρχαιολόγου και διευθυντή της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής της Αθήνας, Humphry Payne, με τον οποίο Βλαστός διατηρούσε φιλική σχέση.

Ο Βλαστός είχε ενεργή συμμετοχή στις υποθέσεις της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Λίγο καιρό μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, εξελέγη ομόφωνα, την 7η Ιουνίου 1933, τακτικός Εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους μέλος του Συμβουλίου της.

Ο θάνατος του Μιχαήλ Βλαστού την 4η Σεπτεμβρίου 1936 βύθισε στην θλίψη όλη την αρχαιολογική κοινότητα. Δημοσιεύματα στον ελληνικό και διεθνή τύπο εξήραν την προσωπικότητα και την προσφορά του. Συλλυπητήριες επιστολές προς την οικογένεια Βλαστού έφθαναν συνεχώς και επί μήνες μετά τον θάνατό του, υπογεγραμμένες από διαπρεπείς αρχαιολόγους.

Στο αρχείο υπάρχει αντίγραφο της διαθήκης του, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρεται η επιθυμία του να δωριθεί η αρχαιολογική συλλογή του στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Βλαστού και της συζύγου του Ρεγγίνας η περίφημη, από 776 αντικείμενα, συλλογή του περιήλθε στην κόρη του Πηνελόπη-Ιουλία, σύζυγο του Ιωάννη Σερπιέρη. Σε όλο το διάστημα που η Πηνελόπη-Ιουλία είχε στην κατοχή της τη συλλογή, από το θάνατο της μητέρας της έως το 1985, οπότε και η ίδια απεβίωσε, είναι άξια μνείας η φροντίδα που επέδειξε για τη διαφύλαξή της, καθώς και η σωστή διαχείρισή της προς όφελος της επιστημονικής κοινότητας. Από το αρχείο πληροφορούμαστε ότι στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η συλλογή αποθηκεύτηκε στα υπόγεια του σπιτιού της. Αργότερα, όταν το σπίτι επιτάχθηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, η συλλογή παραδόθηκε προς φύλαξη στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό.

Στη διάρκεια των χρόνων που η κόρη του Βλαστού είχε στην κυριότητά της τη συλλογή δεχόταν συχνά αιτήσεις από διάφορους αρχαιολόγους της εποχής, Έλληνες και ξένους, που ζητούσαν άδεια να μελετήσουν κάποιο από τα αντικείμενα συλλογής της. Η μελέτη της αλληλογραφίας μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας και της οικογένειας Βλαστού μας δίνει τη δυνατότητα να ξαναζήσουμε τα στάδια της προετοιμασίας σημαντικών αρχαιολογικών συγγραμμάτων.

Μετά το θάνατο της Πηνελόπης-Ιουλίας Σερπιέρη, ο σύζυγός της Ιωάννης Σερπιέρης, νόμιμος κληρονόμος της Συλλογής, και τα παιδιά τους (Πατρίτσια-Λαυρία συζ. Παπαδημητρίου, Σαβίνα Ι. Σερπιέρη και Φερνάνδος Ι. Σερπιέρης) μερίμνησαν ώστε η συλλογή να δωριθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπως ήταν άλλωστε επιθυμία του ίδιου του Μ. Βλαστού.

Τον Απρίλιο του 1988, η συλλογή αποδόθηκε τελικά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου και μεταφέρθηκε τον Μάιο του ίδιου έτους από την Ηώ Ζερβουδάκη, τότε Έφορο της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνίας.

 

Πηγές:

Γεωργίου Εμμ. Ανδρεδάκη: Ιστορικά Σημειώματα

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Συλλογή Βλαστού – Σερπιέρη

Γιώργη Εκκεκάκη: Ρεθεμνιώτες που πέρασαν αφήνοντας ίχνη

Κρήτη Αφιέρωμα τόμος 7

Τιμόθεου Βενέρη: Το Αρκάδι δια των αιώνων

Ρεθυμνοδωνυμικά​ . Οδός Σήφη Βλαστού