27 °C Rethymno, GR
18/09/2021

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Γεώργιος Χ. Καμπαναράκης: Ιλαρίων Σιναΐτης ο Κρης

Του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΤΣΟΥΠΑΚΗ*

Με την ευκαιρία της 200ης επετείου από την Επανάσταση του 1821, εκτός από τους γνωστούς πρωταγωνιστές στη διάρκεια της προετοιμασίας, της έκρηξης και της εξέλιξης του απελευθερωτικού αγώνα, ενδιαφέρον έχει και η γνωριμία με προσωπικότητες που με τον τρόπο τους, από τη θέση πού κατείχαν και με τη δράση τους, συνέβαλαν άμεσα ή έμμεσα στη διατήρηση του εθνικού φρονήματος των υπόδουλων Ελλήνων, αμυνόμενοι υπέρ «πίστεως και πατρίδος», γλώσσας και πολιτισμικής παράδοσης. Πολλοί ήταν κληρικοί, οι οποίοι σε εκκλησιαστικούς και πατριωτικούς «προμαχώνες» όρθωσαν το ανάστημά τους υπερασπιζόμενοι το δοκιμαζόμενο Γένος. Κάποιοι από αυτούς ήταν λόγιοι σε υψηλές εκκλησιαστικές θέσεις, οι οποίοι με το ποιμαντικό έργο και την πνευματική τους δραστηριότητα, με την επίδοσή τους στα Γράμματα, έδωσαν έναν άλλου είδους Αγώνα, υποστηρικτικό των εθνικών και πνευματικών αξιών.

Ένας από αυτούς ήταν ο Ιλαρίων ο Σιναΐτης ο Κρης, προσωπικότητα άγνωστη στο ευρύ κοινό, τη ζωή και το έργο του οποίου παρουσιάζει στο ομώνυμο βιβλίο του ο αγαπητός φίλος, συμφοιτητής και συνάδελφος Γιώργος Χ. Καμπαναράκης, ο οποίος ωθήθηκε στην έρευνα τη σχετική με τον Ιλαρίωνα από την κοινή καταγωγική προέλευσή τους από την Αρμάχα Πεδιάδος του νομού Ηρακλείου και από την επίσης κοινή οικογενειακή τους «ρίζα», καθώς ο Ιλαρίων έφερε το επώνυμο Καμπανάρης.

Το βιβλίο, αποτέλεσμα ερευνητικού μόχθου, παρότι είναι βασισμένο σε διεξοδικά μελετημένες αρχειακές πηγές, προσεγγίζεται εύκολα από τον κοινό αναγνώστη, καθώς είναι γραμμένο με σαφήνεια, άνεση εκφραστική και πλούτο λεξιλογίου στην απλή καθομιλουμένη γλώσσα.

Ο συγγραφέας παρακολουθεί την πορεία του Ιλαρίωνα από τη γέννησή του στην Αρμάχα Πεδιάδος το 1765 μέχρι τον θάνατό του στο Τόρνοβο Βουλγαρίας το 1838. Βιογραφώντας τον και εξιστορώντας τους σημαντικούς σταθμούς της πορείας αυτής παρεκκλίνει συχνά από την ατομική εξιστόρηση, διευρύνει το πεδίο της αφήγησης στον ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα των αναφερόμενων κάθε φορά τόπων και γεγονότων, καθώς, όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογο, «η παρέκκλιση αυτή από την κύρια αφήγηση …βοηθά ουσιαστικά τον αναγνώστη να ερμηνεύσει και να αιτιολογήσει διάφορα σημεία από το έργο και τις θέσεις του Κρητικού μητροπολίτη και λόγιου».

Πραγματικά, οι παρεκβάσεις αυτές φωτίζουν το γενικότερο ιστορικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο έζησε και έδρασε ο Ιλαρίων, σε μια επισκόπηση που προσφέρει πλήθος στοιχείων για τις ιστορικές, κοινωνικές, και πολιτικές ακόμη συνθήκες της εποχής, και ειδικά των τόπων διαμονής και δράσης του.

Ο Γιώργος Καμπαναράκης, ως καταξιωμένος φιλόλογος, εραστής των Κλασικών Γραμμάτων και ο ίδιος, δίδει ιδιαίτερη έμφαση και προβάλλει τις, παράλληλες με τις εκκλησιαστικές, φιλολογικές ασχολίες και επιδόσεις του συντοπίτη του κληρικού, τονίζοντας τις συναφείς δραστηριότητές του. Αυτές του αντιγραφέα κωδίκων στη μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά, του διδασκάλου στην Ίο των Κυκλάδων και στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, του «θεωρού», επόπτη δηλαδή, του Πατριαρχικού τυπογραφείου, του εκδότη κλασικών έργων, και κυρίως του μεταφραστή στην απλή γλώσσα του λαού ιερών κειμένων, της Καινής Διαθήκης και μέρους της Παλαιάς . Η τελευταία αυτή πρωτοβουλία, πολύ τολμηρή για την εποχή του, δείγμα ανοιχτού πνεύματος και ουσιαστικής έγνοιας για την άμεση και ουσιαστική επικοινωνία των κειμένων αυτών με τα λαϊκά στρώματα, είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί στο επίκεντρο επικρίσεων που έφτασαν στο σημείο της διαβολής από συντηρητικούς κύκλους της Εκκλησίας.

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, με τη στάση και τα επιχειρήματά του στην περίπτωση αυτή, ο Ιλαρίων θα μπορούσε να ενταχτεί στη νεωτεριστική πλευρά των Διαφωτιστών, παρόλο που η τοποθέτησή του σε άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. η ένταξή του στο φαναριώτικο περιβάλλον της Κωνσταντινούπολης και η υποστήριξη των απόψεων του Πατριαρχείου απέναντι στους Διαφωτιστές, τον κατατάσσουν στους συντηρητικούς. «Όμως, γράφει ο Γιώργος Καμπαναράκης, η στάση του δεν είναι αντιφατική‧ εντάσσεται σ’ εκείνο το ρεύμα της πολιτικής του Πατριαρχείου, που αυτά τα χρόνια εκφράζεται κυρίως από τον Γρηγόριο Ε’. Η πολιτική αυτή πρεσβεύει ότι η αυστηρή αντιμετώπιση των νεωτεριστών πρέπει να συνδυάζεται με την προσπάθεια της Εκκλησίας να ενισχύσει τους δεσμούς της με το ορθόδοξο πλήρωμα μέσω της χρησιμοποίησης μιας γλώσσας προσιτής, που θα ευκολύνει την επικοινωνία». (σελ. 82-83).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τα περιεχόμενα του βιβλίου έχουν επίσης οι πληροφορίες, λόγω και της σχέσης της με την Κρήτη, για τη μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, προχωρημένο από τον 4ο αιώνα μ.Χ. «φυλάκιο» της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, με «τους ανεκτίμητους θησαυρούς χειρογράφων και κωδίκων, καθώς και αριστουργημάτων της Βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης». Το ίδιο και οι αναφορές στην Πατμιάδα του Γένους Εκκλησιαστική Σχολή και στην Ηγεμονική Ακαδημία του Ιασίου. Ακόμη η σημαντική προσφορά του Ιλαρίωνα, εθνικού και πνευματικού χαρακτήρα, είτε ως ηγουμένου της μονής Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Κωνσταντινουπόλεως είτε ως μητροπολίτη Τορνόβου Βουλγαρίας, προς τους κατοίκους των νησιών του Αιγαίου, και ιδιαίτερα προς τους Υδραίους. Μεγάλη επίσης ήταν η συμβολή του στην έκδοση το 1819, μετά από πρωτοβουλία των Άνθιμου Γαζή και Δωρόθεου Πρώιου, της «Κιβωτού Της Ελληνικής γλώσσης», ενός δηλαδή λεξικού της Ελληνικής, ενώ ταυτόχρονα μετέφραζε τραγωδίες του Σοφοκλή.

«Διαφωτιστική» δραστηριότητα του Ιλαρίωνα μπορεί να θεωρηθεί και το φυλλάδιο που εξέδωσε το 1820, ως επόπτης του Πατριαρχικού τυπογραφείου, που απευθυνόταν προς τους πνευματικούς δημιουργούς του Γένους, στο οποίο τονίζει τη σημασία της έκδοσης παιδευτικών βιβλίων για την πνευματική αναγέννηση των υπόδουλων Ελλήνων.

Το ενδιαφέρον του λόγιου ιεράρχη για την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου του ποιμνίου του, εκδηλώνεται έμπρακτα με τις ενέργειές του ως Μητροπολίτη Τορνόβου για την ίδρυση σχολείων στην περιοχή, για τη σύνταξη Γραμματικής της Βουλγαρικής και για τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην ίδια γλώσσα.

Όπως λέει ο συγγραφέας επιλογικά «ο Ιλαρίων ήταν ένας από εκείνους που, σε καιρούς χαλεπούς και δυσοίωνους, βοήθησαν το έθνος να μορφωθεί, να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και εν τέλει να αφυπνισθεί, να επαναστατήσει και να φθάσει στην εθνική δικαίωση και ανεξαρτησία».

Ο Γιώργος Καμπαναράκης με το βιβλίο του αυτό καταθέτει τη δική του συμβολή στην ανάδειξη προσωπικοτήτων της τελευταίας περιόδου δυνάστευσης του Ελληνισμού, άξιων γνωριμίας και προβολής, καθώς με την παρουσία και τη δράση τους συνέβαλαν επωφελώς στην πνευματική έγερση των υπόδουλων, αλλά και στην προπαρασκευαστική πορεία προς το απελευθερωτικό γεγονός που εορτάζεται φέτος.

Και σε άλλα, με το καλό.

 

* Ο Γιώργης Εμμ. Μαυροτσουπάκης είναι φιλόλογος