6 °C Rethymno, GR
26/01/2022

ΑΦΗΓΗΜΑ

«Δεν ξέρεις που σε πάν’ τα τέσσερα»

Του ΝΙΚΟΥ ΦΛΕΜΕΤΑΚΗ

Ομολογουμένως δεν περίμενα τη φράση αυτή από έναν παλιό φίλο και συμφοιτητή μου, όταν συναντηθήκαμε αυτές τις γιορτινές ημέρες στην αγορά της πόλης μας, στο Ηράκλειο.

Τον συνάντησα εκεί στην παλιά αγορά του Μ. Κάστρου στην οδό 1866, όπου την παλιά εποχή τα μανάβικα και τα κρεοπωλεία ήταν τα κυρίαρχα καταστήματα της όλης διαδρομής και έσφυζε από ζωή μα και από  τις  παρουσίες  όλων των Ηρακλειωτών.

Εκεί όπου την δεκαετία του 50-60 ήταν το σημείο συνάντησης όλων μας.

Εκεί όπου και σήμερα συγκεντρώνει, η αγορά αυτή, τα βλέμματα των επισκεπτών ή τουριστών της πόλης μας, αλλά με εικόνες  διαφορετικών άλλων προϊόντων και καταστημάτων.

Εκεί όπου, ορισμένοι των παλαιών καταστηματαρχών επιμένουν να παραμένουν, εις πείσμα των καιρών, για να μας θυμίζουν τις περασμένες ,όμορφες εκείνες στιγμές της Ηρακλειώτικης κοινωνίας.

Μου αρέσει πολύ να περπατώ το συγκεκριμένο δρόμο γιατί, στο διάβα του, έρχονται στο μυαλό μου πολλές ωραίες αναμνήσεις από τους άλλοτε καταστηματάρχες της συγκεκριμένης αγοράς και τόσες υπέροχες εικόνες και αναμνήσεις να ξανασχηματίζονται νοερά μπροστά μου.

Μου αρέσει γιατί πλάθω ζωντανά με τη φαντασία μου αναπαραστάσεις και κινήσεις διαφόρων προσώπων της αγοράς.

Έτσι βλέπω απέναντί μου τον κρεοπώλη τον Κίτσο, τον Δημητρίου, να κόβουν τα Κρητικά κρέατα  και έρχεται στο μυαλό η άνθιση του κρητικού πρωτογενή τομέα.

Επίσης τον μανάβη Αργυράκη, τον Ψαρά, τον Αργυρό, να διαλαλούν τα προϊόντα τους, το μπακάλικο του Μεϊμάρη και τόσους άλλους !

Ένα άσβεστο φώς όμως έχει μείνει βαθειά μέσα μου, που θα σβήσει όταν σβήσω κι εγώ!! Είναι η μορφή του κυρ-Δημήτρη, εκ Λιγοτρύνου, ιδιοκτήτη του μαγέρικου «ΤΡΙΑΝΑ», δίπλα στο κρεοπωλείο του Μελεμενή, όπου γευμάτιζα καθημερινά τις πρώτες μέρες της άφιξής μου στο Ηράκλειο και διαμένοντας στο ξενοδοχείο «ΕΛΛΑΣ», του αείμνηστου Μάριου Ζέη, στην οδό Καντανολέων 11, έναντι του πάρκου Θεοτοκόπουλου.

Ο Δημήτρης της Τριάνας, με το ιδιαίτερο μουστάκι του, πάντα στην είσοδο να υποδέχεται με ένα πλατύ χαμόγελο όλους μας.

Να καλωσορίζει, με το χαρακτηριστικό τρόπο, τους ανθρώπους της υπαίθρου και να τους «πειράζει» με χιούμορ και σεμνά αστεία, έπειτα να κερνά λέγοντας: «Θα πιείς ακόμη ένα κατοσταράκι;», ώστε όλοι μαζί στη διάρκεια της παραμονής μας, να γινόμαστε μια παρέα.

Αξέχαστες παρέες, αξέχαστες στιγμές, αξέχαστα χρόνια!

Σήμερα βέβαια υπάρχουν τα ακίνητα όχι με τους ίδιους ανθρώπους και με την διαρρύθμιση της εποχής εκείνης.

Όταν αναφέρομαι στο δρόμο αυτό, πάντα αυτός ο δρόμος, με συνεπαίρνει και ξεφεύγω της αρχικής μου συζήτησης.

Σ’ αυτήν λοιπόν την γοητευτική, για πολλούς από εμάς τους παλιούς, Αγορά, συνάντησα ένα στενό μου φίλο, να ψωνίζει διάφορα για τις γιορτινές ημέρες.

Είχα πολύ καιρό να τον συναντήσω και μόλις τον είδα, με μεγάλη ψυχική διάθεση, όρεξη και λαχτάρα, έτρεξα τον χαιρέτισα και αυθόρμητα τον ασπάστηκα και στις δύο παριές .

Ο αυθορμητισμός όμως του ασπασμού μου, φτάνοντας κοντά στην αριστερή παριά, φρενάρισε κάπως, το ίδιο συνέβη και με την άλλη παριά, λόγω βέβαια και της πανδημίας. Αλλά βλέπεις ο αυθορμητισμός της αγάπης  πολλές φορές δεν τιθασεύεται;

Αυτός βέβαια το κατάλαβε αλλά από ευγένεια δεν μου είπε τίποτα, βλέπεις είχε να με ιδεί και αρκετό καιρό αλλά και οι δύο είχαμε κάνει και τα τρία εμβόλια.

Ανταλλάσοντας ευχές και τα των οικογενειών μας, χωρίς βέβαια κανενός είδους πρόθεση τον ρώτησα.

Ήπιες καφέ; Πήρες πρωινό; Μωρέ εσύ κοπέλι φαίνεσαι. Ξανανιώνεις του είπα με χαρίεντα τρόπο.

Εκείνος μου απάντησε: Ναι… πήρα πρωινό και ήπια και καφέ.

Εγώ βέβαια για να εκμαιεύσω κάτι σχετικό με το φρένο του ασπασμού, είπα:

Δηλαδή έφαγες καλά πρωϊνιάτικα:

Πως το έβγαλες το συμπέρασμα; μου απαντά.

Να, μυρίζεις πολύ σκόρδο και ……κρασίλα …!

Με εκείνο το γλυκύτατο γέλιο του, μου αντέτεινε:

Νικολάκι μάλλον «Δεν ξέρεις που σε πάν τα τέσσερα», μαζί…

Άνοιξα το στόμα μου να του απαντήσω, αλλά δεν με άφησε να συνεχίσω και μου είπε:

Θα σου πω μια μαντινάδα να καταλάβεις, «πως πάν τα τέσσερα», όχι βέβαια αυτά που λέει ο λαός, αλλά αυτά που αποτελούν το πρωινό μου. Και μου είπε :

«Τη καρυδόψιχα βουτώ μέσα σε λίγο μέλι

το σκόρδο σε παλιό κρασί και γίνομαι κοπέλι».

Να γιατί σου φαίνομαι κοπέλι!

Μόλις λοιπόν μου είπε την μαντινάδα κατάλαβα:

«Πού τον πάν τα τέσσερα αγνά και φυσικά προϊόντα τον άνθρωπο, όταν τα χρησιμοποιεί στην καθημερινή διατροφή του και πού οφείλεται το νεάζον και σφριγηλό πρόσωπό του……

Επίσης κατάλαβα το φρενάρισμα του αυθόρμητου ασπασμού ορισμένων όταν, ο ένας εκ των δύο, έχει πάρει το συγκεκριμένο πρωϊνό ή γεύμα, είτε στο σπίτι του, είτε σε κάποια… «Τριάνα» με πρωτεύον το… σκόρδο!.

Ο αποχαιρετισμός εγκάρδιος με τα τελευταία λόγια του στενού μου φίλου να αντηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου:

«Την άλλη φορά που θα συναντηθούμε … να μου πεις την μαντινάδα κι εγώ να σου πω: Μωρέ εσύ κοπέλι φαίνεσαι. Ξανάνιωσες από τότε που συναντηθήκαμε επαέ στην παλιά αγορά του Μ. Κάστρου της οδού 1866, που σήμερα κάποια άλλη αγορά θυμίζει»!