21 °C Rethymno, GR
24/05/2022

ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΟΜΙΝΩΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η ιστορία της Φρονίμης που μας ανέδειξε ο Δημήτριος Δαφέρμος

Ρίζες της Αξού στη μακρινή Λιβύη

Ποια είναι η σχέση της Αξού με τη μακρινή Λιβύη και πως καθιερώθηκε επιστημονικός όρος από δυσχέρεια λόγου ενός πρίγκιπα από το ιστορικό ορεινό χωριό, μάθαμε από ένα σπουδαίο καθηγητής και εξαίρετο μουσικό.

Η αναφορά μας στον αξέχαστο Δημήτρη Δαφέρμο, ένα από τα οκτώ παιδιά του σημαντικότατου Γεωργίου Δαφέρμου, στον οποίο έχουμε κάνει πολλά αφιερώματα κατά καιρούς.

Γεννημένος στην Αξό το 1912 σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μουσική στο Εθνικό Ωδείο. Μεθοδικός και επιμελής ο Δημήτριος, κατάφερε να πάρει με άνεση το πτυχίο του φιλολόγου το 1937 και παράλληλα και το πτυχίο του στο βιολί.

Νεαρός καθηγητής υπηρέτησε αρχικά στο Λύκειο «Κοραής» και στη συνέχεια σε γυμνάσια του Ηρακλείου, Χανίων και Ρεθύμνου.

θεωρούσαν πολύτιμο φίλο και οι συνάδελφοί του υποκλίνονταν με άδηλο σεβασμό στο αποτέλεσμα που τους παρουσίαζε επαινώντας τον.

Δίδασκε επίσης βιολί μέχρι το θάνατό του στο Ωδείο Ρεθύμνου.

Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του πνευματικού σωματείου «Πνευματική Εστία», το οποίο δημιούργησε τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου.

Για πολλά χρόνια ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης Ρεθύμνου (ΕΛΜΕΡ).

Ήταν ιδρυτής και πρόεδρος του Τουριστικού Συνδέσμου «Το Αρκάδι» και πρωτοστάτησε στην τουριστική προβολή του τόπου, με δημοσιεύματα, ραδιοφωνικές ομιλίες και με την έκδοση πρόχειρου τουριστικού οδηγού το 1961.

Σαν επιμελητής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ρεθύμνου, ανάσκαψε τον Ιούνιο του 1947, τον πρώτο Μινωικό Τάφο του Ρεθύμνου, στην συνοικία Μασταμπάς. Τα ευρήματα της ανασκαφής, βρίσκονταν σε ειδική προθήκη του Μουσείου Ρεθύμνου, μέχρι της μεταφοράς του Μουσείου από τη Λότζια στη Φορτέτζα.

Ως πρόσκοπος κατέλαβε όλες τις βαθμίδες, μέχρι του τοπικού εφόρου και εφόρου δημοσιεύσεων, με πτυχίο Αρχηγού Α’ της Σχολής Πεντέλης το 1939.Τον Μάιο του 1965, εκλέχτηκε πρόεδρος του συλλόγου Πολυτέκνων νομού Ρεθύμνης, θέση στην οποία επανεκλεγόταν μέχρι τον θάνατό του.

Ανέπτυξε πλούσια δημοσιογραφική δράση. Ήταν συνεργάτης των Ρεθεμνιώτικων Εφημερίδων «Βήμα» και «Κρητική Επιθεώρησις». Επίσης του επιστημονικού περιοδικού του Ηρακλείου «Κρητικά Χρονικά», του λαογραφικού περιοδικού Χανίων «Κρητική Εστία», του τουριστικού περιοδικού Αθηνών «Τουριστική Κρήτη», του λογοτεχνικού περιοδικού Αθηνών «Κρητική Πρωτοχρονιά».

Ήταν τακτικός συνεργάτης του ραδιοφωνικού σταθμού Χανίων, απ’ όπου μεταδόθηκαν 100 περίπου ομιλίες του, με θέματα σχετικά με την Κρήτη, από σκοπιά ηθογραφική, ιστορική, λαογραφική, αρχαιολογική, πολιτιστική.

Παράλληλα ασχολήθηκε με την ποίηση και την πεζογραφία. Το 1940, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανατολές».

Το 1950 εκδίδει το μονόπρακτο «Άμοιρη Κρήτη», που αναφέρεται στη συμμετοχή της Κρήτης στον Αγώνα του 1821.

Το 1951 εκδίδει τη νουβέλα «Η αρπαγή της Περσεφόνης», μια περιγραφή του Κρητικού Γάμου.

Το 1967 εκδίδει την «Περιπέτεια στην Κνωσό», μυθιστορηματικό ζωντάνεμα της Μινωικής Κρήτης. Το έργο αυτό ήταν μέσα στα 16 σενάρια, που επελέγησαν ανάμεσα σε 1203, που υποβλήθηκαν απ’ όλο τον κόσμο, στον Διεθνή Κινηματογραφικό Διαγωνισμό της Γαλλικής κινηματογραφικής Εταιρείας UNIFRANCE («Ταχυδρόμος» Αθηνών, φύλλο 25 Μαΐου 1967).

 

Διδασκαλία μέσα από την Τέχνη

Ο Δαφέρμος είχε το σπάνιο χάρισμα καθηγητή να διδάσκει κατά τρόπο που η γνώση γινόταν κτήμα του μαθητή. Ιδιαίτερα το μάθημα της Ιστορίας.

Κι όταν ήρθε ο καιρός που εκείνος ένοιωθε έτοιμος, μας ανέδειξε με το βιβλίο του «Φρονίμη» μια άγνωστη σελίδα της Υστερομινωικής Κρήτης που συνδέει το Ρέθυμνο και δη την Αξό με τη Λιβύη. Κάτι που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς όταν προβάλλουμε το τουριστικό Ρέθυμνο.

Με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Δημήτριος Δαφέρμος ανέδειξε γεγονότα της Υστερομινωικής Κρήτης στο μυθιστόρημά του «Φρονίμη» που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στην τοπική εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση». Το έργο είχε μείνει ανέκδοτο, ενώ είχε αρχίσει η εκτύπωσή του, εξαιτίας του αιφνιδίου θανάτου του, στις 20 Μαΐου 1971. Αυτό εκδόθηκε με την ευθύνη των παιδιών του πριν από μερικά χρόνια.

Και του είχε κάνει μια θαυμάσια παρουσίαση ο φιλόλογος – θεολόγος – ιστορικός ερευνητής κ. Κωστής Ηλ. Παπαδάκης αναδεικνύοντας τα στοιχεία που κάνουν το έργο αυτό μοναδικό.

Από τη Φρονίμη οφείλουμε την άμεση ιστορική σχέση με τη Λιβύη και κυρίως από το γιο της Βάτο που όντας τραυλός έμεινε να αποκαλείται από την επιστήμη το πρόβλημα αυτό «βαταρισμός».

 

Μια περίληψη του έργου

Το έργο αρχίζει στον Ψηλορείτη. Εκεί όπου υπάρχει σήμερα το ειδυλλιακό χωριό Αξός, ανθούσε περί το 700 π.Χ. ακόμα το βασίλειον της Οάξου, στερνόν κατάλοιπον των θρυλικών Μινωικών βασιλείων. Ύστερα απ’ την κατάληψη της Κρήτης από τους Έλληνες (Αχαιούς-Δωριείς). Ο καλός βασιλιάς της Ετέαρχος, ζούσε ευτυχισμένος με το μοναχοπαίδι του τη Φρονίμη και τη δευτερογυναίκα του Γορτύνω, κι’ άπλωνε την αίγλη του στα πέρατα της Μεγαλονήσου. Μα όταν ήλθε για εμπορικές κ.λπ. συναλλαγές κάποια Δωρική πρεσβεία από την Δυτική Κρήτη, τα πράγματα χαλάσανε.

Αρχηγός της Πρεσβείας αυτής ήταν ο Γλαύκος, ωραίος ξανθός λεβέντης, που απ’ τη πρώτη στιγμή ερωτεύθηκε με ανταπόκριση τη βασιλοπούλα Φρονίμη. Η μητρυιά της ζήλεψε και φρόντισε για εκδίκηση να συκοφαντήσει την προγονή της στον πατέρα της, πράγμα που το πέτυχε, όταν βρέθηκε σκοτωμένος ο ιερός θαλάσσιος όφις (Μινώταυρος) της Οαξίου λατρείας και πλάι του, ένα μαχαίρι, συμβολικό δώρο του Γλαύκου στην εκλεκτή της καρδιάς του.

Ύστερα από θεαματικές γιορτές (χορούς, ταυρομαχίες, συμπόσια κ.λπ.) η Φρονίμη πέρασε από δίκη. Η ζήλεια της μητρυιάς ωθούσε τα πράγματα στ’ άκρα κι’ όταν είδε πως έχανε το παιγνίδι, δεν δίστασε ν’ αυτοκτονήσει. Στο μεταξύ, οι θεοί της γης, θυμωμένοι για το θάνατο του ιερού όφη, στείλανε έναν τρομερό σεισμό, που κατέστρεψε τα πάντα και τους πάντες.

Η Φρονίμη, η μοναχοπαίδα του Ετεάρχου βασιλιά της Οάξου, του στερνού Μινωικού βασιλείου, αρπάζεται λιπόθυμη από κάποιο Θηραίο έμπορα, που βρέθηκε εκεί στην ώρα πάνω μέσα απ’ τα ερείπια, που ένας τρομερός σεισμός έχει μετατρέψει την μακαρία ως τότε πολιτεία της. Μεταφέρεται σ’ ένα πλεούμενο που περίμενε στην παραλία. Μόλις κίνησαν τους τύλιξε στη φόρα του, ένα τεράστιο σεισμικό κύμα και τους βούλιαξε τη στιγμή ακριβώς, που οι τρείς νεαροί ναύκληροι είχαν πέσει πάνω της με ταπεινούς σκοπούς. Καβάλα σ’ ένα ξάρτι η Φρονίμη φτάνει σε λίγο σ’ ένα ερημονήσι, όπου με την ίδια αιτία είχε έλθει λίγο πριν κι ο Γλαύκος της, απ’ την Δωριοκρατούμενη δυτική Κρήτη.

Ζουν κάμποσο καιρό σε μια ευτυχισμένη φυσική ζωή. Μέσα όμως σε μια ξαφνική καταιγίδα που ξέσπασε στο μεταξύ, κεραυνοβολήθηκε και πέθανε ο Γλαύκος. Τρελή από τη συμφορά, η βασιλοπούλα κλαίει τον καλό της, όταν μπαίνει στη σπηλιά τους, ένα αγρίμι κυνηγημένο, από κάποιον κυνηγό τον Πολύμνηστο, που ερχότανε μόνος αυτός, σαν ιδιοκτήτης του ξερονησιού, απ’ τη κοντινή Θήρα για κυνήγι.

Τα τρία πλάσματα (η Φρονίμη, τ’ αγρίμι κι ο κυνηγός) γίνονται φίλοι και θάβουν τον Γλαύκο στη σπηλιά. Ο Θηραίος κυνηγός πείθει ωστόσο την πονεμένη κόρη να τον ακολουθήσει στ’ αρχοντικό του. Δέχεται, αφού πήρε την υπόσχεση, πως σε κάθε καινούργιο φεγγάρι, θα την έφερνε για προσκύνημα στο τάφο του καλού της.

Σε λίγο καιρό γεννήθηκε ένα αγόρι: ο Βάττος που ήταν ο ίδιος ο Γλαύκος. Ο Πολύμνηστος, που το θεώρησε δικό του δημιούργημα, τον ανέθρεψε και τον μεγάλωσε σαν αρχοντόπουλο. Κι ο Βάττος έγινε δυνατός κι ωραίος.

Από όσα αναφέρει ο Ηρόδοτος

Διαβάζουμε σχετικά με το Βάτο στη «Βικιπαίδεια» από αναφορές του Ηρόδοτου.

Το όνομά του πιθανόν να ήταν Αριστοτέλης ή Αρισταίος και το Βάττος να αποτελούσε παρατσούκλι επειδή είχε μεγάλη δυσχέρεια στην ομιλία – ίσως τραύλιζε, αφού η λέξη βάττος σήμαινε τραυλός. Από τον Ηρόδοτο χαρακτηρίζεται «ισχνόφωνος και τραυλός», δηλαδή «με αδύναμη φωνή και τραυλός», όμως ο ιστορικός πιστεύει ότι δεν ονομάσθηκε Βάττος λόγω των προβλημάτων στην ομιλία. Θεωρεί πιο πιθανή μια άλλη ερμηνεία: ότι «βάττος» στη λιβυκή γλώσσα σήμαινε τον βασιλιά. Ο Ηρόδοτος αιτιολογεί το γιατί η Πυθία αναφερόταν σε αυτόν ως Βάττο εξαρχής, λέγοντας ότι «είχε μαντέψει πώς θα τον αποκαλούσαν αργότερα στη Λιβύη». Όμως αυτό δεν θεωρείται και τόσο πιθανό. Ο Ηρόδοτος τον αναφέρει ως Βάττο, αλλά και ως Αριστοτέλη. Το γεγονός ότι ο εγγονός του ονομάστηκε Βάττος και όχι Αριστοτέλης, μαρτυρεί πιθανόν ότι το «Βάττος» ήταν το πραγματικό όνομά του. Πιθανόν όμως και να μαρτυρεί ότι οι οικιστές και οι συνεχιστές της δυναστείας που εκείνος δημιούργησε στην Κυρήνη είχαν στην πραγματικότητα εξοριστεί από τη Θήρα – σε αυτή την περίπτωση ήθελαν να καταξιώσουν το παρατσούκλι ως τιμημένο όνομα και όχι ως μομφή όπως πιθανόν το έθεταν οι πολιτικοί τους αντίπαλοι στη Θήρα. Τέλος, μπορεί η αλήθεια να βρίσκεται κάπου στη μέση: Το όνομα του Βάττου ίσως έμοιαζε ηχητικά με τη λέξη των ντόπιων της Λιβύης για το «βασιλιά» και ο οικιστής αποφάσισε να το διατηρήσει από σκοπιμότητα παρότι ίσως ήταν αρχικά παρατσούκλι.

Είτε εξαιτίας εμφυλίου στη Θήρα είτε για άλλους πολιτικούς λόγους, ο Βάττος αποφασίστηκε να απομακρυνθεί από το νησί. Αναφέρεται ότι δόθηκε σχετικά και ένας χρησμός από τον Απόλλωνα (από τους Δελφούς, το 639 π.Χ. προς τον βασιλέα της Θήρας Γρίννο ή Γρίνο). Ο χρησμός αναφέρεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Ιουστίνο που όμως παρουσιάζει τον Γρίνο ως πατέρα του οικιστή Βάττου. Ο Ηρόδοτος απεναντίας αναφέρει τον ίδιο χρησμό παρουσιάζοντας τον Γρίνο ως βασιλιά που απευθύνθηκε στο μαντείο όχι για τα προβλήματα του Βάττου, αλλά του νησιού εν γένει. Για τον Ηρόδοτο είναι σαφές ότι ο Βάττος δεν ήταν γιος του βασιλιά της Θήρας. Όταν η Πυθία απάντησε ότι η λύση είναι να αποικήσουν τη Λιβύη ο Γρίνος είπε ότι είναι πολύ γέρος για τέτοιες περιπέτειες και ότι θα έπρεπε αυτό να ανατεθεί σε κάποιον νέο σαν τον Βάττο, που ήταν παρών στο μαντείο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι κάτοικοι της Θήρας δεν κινήθηκαν για τη Λιβύη γιατί ούτε καν γνώριζαν πού βρίσκεται. Όμως το νησί υπέφερε από ξηρασία και πείνα. Ο βασιλιάς ξαναζήτησε χρησμό και του επανελήφθη η αποίκηση της Λιβύης, οπότε και την αποφάσισε. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο δεύτερος χρησμός ζητήθηκε από το Βάττο που ήθελε να βρει θεραπεία για την ομιλία του και τότε το μαντείο χρησμοδότησε περί Λιβύης. Ο Βάττος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο δυσανασχέτησε λέγοντας ότι ήθελε να λύσει το πρόβλημα λόγου που είχε και ότι δεν είχε έρθει στο μαντείο για να πάρει εντολή να γίνει οικιστής και μάλιστα χωρίς δυνάμεις σε ένα μέρος που κανένας δεν γνώριζε.

Εντούτοις λόγω των ατυχιών στη Θήρα (ή πιθανόν λόγω πολιτικής διαμάχης) ο οικισμός αποφασίστηκε και ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες δύο καράβια με οικιστές κατέπλευσαν σε ένα νησί που νόμιζαν ότι ήταν η Λιβύη. Εκεί όμως (στην Πλατέα που αναφέρει ο Ηρόδοτος και που είναι πιθανόν η σημερινή Μπαρντά) δεν μπόρεσαν να βρουν εύφορη γη και ξαναγύρισαν στη Θήρα. Ο λαός ή μερίδα του κατέβηκε στο λιμάνι και τους λιθοβόλησε για να τους αναγκάσει να ξαναγυρίσουν στη Λιβύη επειδή έπρεπε να πειθαρχήσουν στον χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο μονον έτσι θα σωνόταν η Θήρα. Ο μικρός αριθμός των αποίκων πάντως και η στάση των Θηραίων ίσως υποδηλώνει ότι ο Βάττος ήταν ανεπιθύμητος για πολιτικούς λόγους – ήταν ίσως στην ουσία εξόριστος. Οι οικιστές (με δύο καράβια όλα κι όλα) ξαναζήτησαν τη βοήθεια του μαντείου των Δελφών που φέρεται να τους είπε ότι δεν είχαν πάει ακόμα στη Λιβύη, οπότε ξεκίνησαν πάλι με τα πλοία τους για να βρουν τον προορισμό που εννοούσε το μαντείο και που προφανώς δεν ήταν εκεινος στον οποίο είχαν εγκατασταθεί. Αυτή τη φορά έφτασαν όντως στην περιοχή όπου θα ίδρυαν κατοπινά την Κυρήνη.

Στην Κυρηναϊκή ο Βάττος όντως άρχισε να μιλά κανονικά, ίσως γιατί σύμφωνα με τον Παυσανία είδε ένα λεοντάρι «και τρόμαξε τόσο πολύ που λύθηκε η γλώσσα του». Ανεξαρτήτως του αν ευσταθεί η άποψη που κατέγραψε ο Παυσανίας, ο Βάττος όντως άρχισε να μιλά πλέον κανονικά και αυτό έδωσε θάρρος στους Θηραίους οικιστές ότι όλα θα πήγαιναν καλά και σύμφωνα με τους χρησμούς. (Υπάρχει πάντως σύγχυση για το τι ακριβώς ανέφεραν οι χρησμοί και πόσοι ήταν).

Οι Λίβυοι στην αρχή συνεργάστηκαν, ίσως επειδή οι Έλληνες ήταν λίγοι, όμως στη συνέχεια συνέστησαν στους αποίκους να πάνε σε άλλη περιοχή και μάλιστα τους οδήγησαν σε αυτήν οι ίδιοι λέγοντάς τους ότι είναι ιδανική «γιατί έχει τρύπα στον ουρανό» (εννοώντας ίσως ότι εκεί βρέχει συχνά). Σύμφωνα με τους ιστορικούς επειδή ακριβώς οι ντόπιοι δεν ήθελαν οι Έλληνες να δουν ίσως ευφορότερα μέρη, τους οδήγησαν εκεί νύχτα (στη διάρκεια της μέρας δηλαδή σταματούσαν και συνέχιζαν το ταξίδι μόνον νύχτα). Αυτό πάντως μπορεί και να μην οφειλόταν σε σκοπιμότητα, αλλά στο γεγονός ότι τα ταξίδια εκεί ήταν πιο εύκολα με τη δροσιά της νύχτας παρά με την αφόρητη ζέστη της ημέρας. Όπως και να έχει, οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν σε αυτή τη νέα περιοχή και ο Βάττος ίδρυσε εκεί την Κυρήνη γύρω στο 630 π.Χ. Έδωσε στην πόλη το όνομα μιας πηγής που υπήρχε στην περιοχή – πηγή που θεώρησαν ότι ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα – ή το όνομα μιας παρθένου που είχε απαχθεί από τον Απόλλωνα και από τον οποίο είχε αποκτήσει τέσσερεις γιους.

Ο Βάττος βασίλεψε ή πάντως ηγήθηκε των αποίκων γύρω στα 40 χρόνια, διάστημα κατά το οποίο οι οικιστές με τη σειρά τους επεκτάθηκαν και σε άλλα σημεία και η πόλη άκμασε. Φαίνεται πως ήταν μετρημένος ηγεμόνας και ότι είχε βρει κάποιες ισορροπίες με τους ντόπιους. Μετά το θάνατό του βασίλεψε ο γιος του Αρκεσίλαος ο Α’, ενώ ο οικιστής συνέχισε να λατρεύεται σαν ήρωας. Ο τάφος του ήταν κοντά στην αγορά και στο δρόμο που οικοδομήθηκε με δικές του εντολές και ο οποίος οδηγούσε στο ναό του Απόλλωνα. Οι Κυρηναίοι αφιέρωσαν στους Δελφούς και ένα άγαλμα του Βάττου – τον παρίστανε να οδηγεί ένα άρμα μαζί με τη νύμφη Κυρήνη και με μια φιγούρα που ενσάρκωνε τη Λιβύη να τον στέφει βασιλιά.

Μια θαυμάσια μεταφορά της Φρονίμης σε ντοκιμαντέρ είχαμε δει στο Μουσείο της Αρχαίας Ελεύθερνας με επιμέλεια του Νίκου Σταμπολίδη.

Και το βιβλίο αποτελεί ένα απόκτημα για κάθε βιβλιοθήκη γιατί φωτίζει ένα κομμάτι από το Ρέθυμνο της Υστερομινωικής εποχής που κάνει την Αξό να φαίνεται ακόμα πιο σημαντική και ενδιαφέρουσα.

Πηγές:

Εύας Λαδιά: Δημήτριος Δαφέρμος: Φιλόλογος – συνθέτης – συγγραφέας και βιρτουόζος του βιολιού.

Βικιπαίδεια : Βάτος

Δημητρίου Δαφέρμου: Φρονίμη