27 °C Rethymno, GR
22/09/2021

Η ιστορική Μονή Ασωμάτων και μαθητικές αναμνήσεις

Της ΚΛΕΟΝΙΚΗΣ Μ. ΚΟΥΡΗ*

Η ιστορική Μονή Ασωμάτων της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνης Κρήτης, ιδρύθηκε, όπως βεβαιώνει η παράδοση, από μια Βυζαντινή βασίλισσα πριν την Ενετοκρατία (1200 περίπου). Το Μοναστήρι του Μιχαήλ Αρχαγγέλλου αναφέρεται σε έγγραφο του 13ου αιώνα ενώ ο Σπ. Ζαμπέλιος συνδέει την Μονή με την Επανάσταση των Χορτάτζηδων, που ξέσπασε το 1272 και κράτησε ως το 1278 μ.Χ.

Η Μονή προσέφερε διαχρονικά μεγάλες υπηρεσίες, όχι μόνο στους εθνικούς αγώνες των Κρητών για την ελευθερία τους, αλλά και στα ελληνικά γράμματα με την ίδρυση σχολείων, την αποζημίωσιν διδασκόντων, την παροχή υποτροφιών σε νέους Κρήτες σπουδαστές.

Μεγάλες εξάλλου πνευματικές μορφές εχρημάτισαν ηγούμενοι και ωφέλησαν πολλαπλώς και πολυτρόπως όχι μόνον την μετάνοιαν αλλά και το μαρτυρικό κρητικό λαό όλους τους αιώνες της λειτουργίας της.

Σήμερον η ιστορική αυτή Μονή των Ασωμάτων (της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνης) δεν λειτουργεί αφού το 1900 κρίθηκε διαλυτή, και το 1935 παραχωρήθηκε στην Γεωργική Σχολή. Δια της υπ’ αριθμόν 48/6-31996 εγκρίσεως της Ιεράς Επαρχιακή Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης και θα επαναλειτουργήσει ως κοινοβιακή γυναικεία Ιερά Μονή.

Ηγούμενος στο μοναστήρι ήτο ο Ιωσήφ Γεραρχάκης, που παρέμεινε τοιούτος μέχρι το 1860. Ο ηγούμενος Γεραρχάκης ανασυγκρότησε δυναμικά τη Μονή και συνέδεσε το όνομά του με πολλά και σπουδαία έργα που έγιναν στο μοναστήρι κατά την περίοδον της ηγουμενίας του, όπως π.χ. να επουλώνει τις πληγές της Μονής από τουρκικές επιθέσεις, ανοικοδόμησε τον πυλώνα της εισόδου, ανήγειρε νέα οικοδομήματα, εκαλλώπισε το ναό, ελύτρωσε τα αρπαγέντα κλήματα, ίδρυσε στο χωριό Μοναστηράκι, Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων και ανέλαβε τα έξοδα λειτουργίας της όπως και τις δαπάνες των εκάστοτε διδασκόντων, εχορήγησε τότε υποτροφίες σε απόρους σπουδαστές, εφρόντισε να αποκτήσει η Μονή καινούργια κλήματα, εξαγόρασε από τους τούρκους την «Καμπάνα» της Μονής που την είχαν κλέψει κι άλλα πολλά. Αυτά κι άλλα από το Θεοχάρη Προβατάκη, Διευθυντή του υπουργείου πολιτισμού.

Εγώ έχω να αναφέρω ότι το 1941 που εκήρυξε η Ιταλία τον πόλεμο στην Ελλάδα, τα σχολεία έκλεισαν και όλα τα παιδιά της επαρχίας Αμαρίου μεταξύ των οποίων εγώ με τον αδερφό μου Ανδρέα Μιχ. Κουρή από τα Πλατάνια Αμαρίου, επιστρέψαμε στο χωριό μας όπως και οι καθηγητές μας.

Μόλις συνήλθαμε λίγο από το κτύπημα του πολέμου, οι γονείς μας δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Τα παιδιά μας πρέπει να μάθουν γράμματα, είπαν.

Συνήλθαν λοιπόν και αποφάσισαν να μαζέψουν τους Καθηγητάς να μας κάνουν φροντιστήρια τα διάφορα μαθήματα.

Το καλοκαίρι του 1941 τα μαθήματα γίνονταν κάτω από τις ελιές της Σχολής Ασωμάτων, ενώ το χειμώνα χρησιμοποιούσαμε τα κελιά της Μονής για ένα μικρό διάστημα μέχρι που πήγαμε στο Μοναστηράκι, στο σχολαρχείο που είχεν ιδρύσει ο ηγούμενος της Σχολής Ασωμάτων Αμαρίου που είχεν ιδρύσει ο Ιωσήφ Γεραρχάκης.

Τα πρώτα μαθήματα του Γυμνασίου τα μαθαίναμε σε συνθήκες πολύ δύσκολες, ζέστη το καλοκαίρι και κρύο- βροχές τον χειμώνα. Δεν υπήρχε συγκοινωνία και πηγαίναμε με τα πόδια από κάθε χωριό.

Όταν έβρεχε και ο Πλατύς ποταμός ήταν φουσκωμένος (δεν μπορούσαμε να περάσομεν) αλλά πάντα βρίσκαμε τρόπο να περάσομεν. Πότε εβγάζαμε τα παπούτσια και τις κάλτσες μας, και πότε σκαρφαλώναμε στα δέντρα που κείτονταν στον ποταμό ή έπρεπε να περπατήσομεν ως τη Μονή Ασωμάτων. Καμιά φορά στον αδερφό μου ο Ανδρέας Κουρής, ο οποίος έγινε Ιατρός Χειρουργός και αφιέρωσε την ζωή του να βοηθήσει τους ανθρώπους και όπου του ζητούσαν την βοήθεια στην επαρχία Αμαρίου, ο πατέρας μου Μιχαήλ Αν. Κουρής του έδινε το μαύρο αλογάκι και με αυτό πηγαινοερχόταν στο σχολείο (Μοναστηράκι).

Εγώ ήμουν μικρή και η μητέρα μου Μαρία Σιγανού-Κουρή μου έδινε την μικρή αδερφή μου 5-6 χρονών να μου κάνει παρέα στο δρόμο.

Την αδερφή μου, Ευαγγελία Κουρή, την άφηνα στην ανιψιά της μαμάς μου Βασιλική μέχρι να τελειώσει το σχολείο και να επιστρέψωμεν στο χωριό.

Όταν πια Γερμανοί κατακτητές επέτρεψαν να ανοίξουν τα σχολεία στο Ρέθυμνον για να δώσουμε εξετάσεις ως κατ’ οίκον διδαχθέντες, ο πατέρας μου μας έπαιρνε με τα τρία άλογα που είχεν και μας πήγαινε στο Ρέθυμνο (40 χιλιόμετρα). Δίναμε εξετάσεις και γυρίζαμε μετά από τρεις ημέρες.

Ήταν πολύ δύσκολες αυτές οι εποχές και για τα παιδιά και τους γονείς. Αυτές οι αναμνήσεις δεν θα ξεχαστούν ποτέ.

 

* Η Κλεονίκη Μ. Κουρή (από τα Πλατάνια Αμαρίου) είναι παθολόγος – πνευμονολόγος