22 °C Rethymno, GR
27/09/2021

ΑΠΟ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

Η Παναγία της Ιστορίας και του θρύλου

-Ακόμα και οι Τούρκοι σέβονταν την «Μαϊρέ Χανούμ»

Πηγή ελέους, καταφυγή απελπισμένων η Παναγία έχει αφήσει τα ίχνη της θαυματουργού παρουσίας της στο νησί. Και αυτά τα ίχνη στάθηκαν πάντα πολύτιμη βοήθεια ερευνητών για να εκτιμήσουν την ιστορική αξία ενός τόπου αλλά και έναυσμα για τη λαϊκή φαντασία που δημιούργησε άπειρους θρύλους.

Χρειάζονται τόμοι ολόκληροι για ν’ απαριθμήσει κανείς αυτά τα σημεία που σκιαγραφούν την Παναγία της Ιστορίας και των θρύλων.

Ας σταθούμε σε μερικά μόνο περιστατικά γιατί το θέμα είναι ατέλειωτο και συνεχώς εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία.

Στην τοποθεσία Βατέ των Πασαλιτών υπάρχει το βυζαντινό μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου. Έχει επιδιορθωθεί δυο φορές. Διατηρείται μόνο η νότια πλευρά και μια πόρτα που έχει επιγραφή με το όνομα «Καφάτος» και ημερομηνία κτίσης 1624.

Στα Καστελλάκια στον γνωστό οικισμό πάνω από τα Περιβόλια είναι κτισμένη η εκκλησία της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής.

Στον καιρό της Τουρκοκρατίας γύρω από αυτή την εκκλησία κατοικούσαν μόνο Τούρκοι, οι οποίοι αν και αλλόθρησκοι σέβονταν και προστάτευαν το Ναό της Μαϊρέ Χανούμ όπως την έλεγαν.

Η Παναγία στα Καστελλάκια πολλές φορές μεσίτευε για τη σωτηρία πολλών ανθρώπων και πολλά είναι τα θαύματα που έχουν ακουστεί.

Στα Πλατάνια Αμαρίου υπάρχει η εκκλησία Κοίμησις της Θεοτόκου που είναι περίπου 700 χρόνων και έχει τοιχογραφίες σε πολύ καλή κατάσταση.

Πάνω από τη είσοδο της υπήρχε μια τρύπα. Λέγεται πως εκείνοι που την άνοιξαν πέθαναν μέσα σε ένα χρόνο.

Η παράδοση επίσης λέει ότι στο χωριό Πρασσές υπήρχε κοντά ένα χωριό που το έλεγαν Βοκρού. Αυτό αφανίστηκε από την πανώλη.

Επέζησε μόνο μια γριά με τον γιο της. Αλλά και αυτοί εγκατέλειψαν το χωριό και οδηγημένοι από μια εικόνα της Παναγίας εγκαταστάθηκαν πρώτα στις σημερινές Πρασσές. Η εικόνα βρέθηκε εκεί που είναι σήμερα η εκκλησία της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας. Η εικόνα θεωρείται θαυματουργή μια και πολλοί άρρωστοι γιατρεύτηκαν με τη βοήθειά Της. Λέγεται ακόμα ότι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η εικόνα είχε μεταφερθεί στη Ρωσία. Η εορτή όμως εδώ είναι στις 24 Σεπτεμβρίου.

Στο Χρωμοναστήρι εξ άλλου είναι κόσμημα η εκκλησία της Παναγιάς της Κεράς που κτίστηκε το 13 αιώνα σε αγιορείτικο τύπο με τοιχογραφίες τριών εποχών σε τρία στρώματα.

Στην Αγία Γαλήνη η Βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας βρίσκεται στο νεκροταφείο, επιβλέποντας την ακρογιαλιά. Έχει ιδιαίτερα σπάνια αρχιτεκτονική με δύο κλίτη στις δεξιές γωνιές του κυρίως κλίτους από τ’ ανατολικά προς τα δυτικά της εκκλησίας.

Από τα σημαντικότερα προσκυνήματα είναι της Παναγίας στο Χάρακα. Ήταν από τα αγαπημένα του μακαριστού Μητροπολίτη Ανθίμου.

Κι έχει να πει ο θρύλος γι’ αυτό.

Η θαυματουργή Ελεούσα

Κοντά στο φράγμα Ποταμών Αμαρίου και νότια από τα Χάρκια, σε μια τοποθεσία κατάφυτη από πλατάνια και άλλα δέντρα υπάρχει το έρημο σήμερα ξωμονάστερο της Παναγίας της Ελεούσας, αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή. Στο σημείο το ναού μας οδηγεί πινακίδα από τον κεντρικό δρόμο που περιβάλει το φράγμα. Στη μονή υπάρχει ένα κτίσμα και το μικρό εκκλησάκι που ανάγεται στην Ενετοκρατία και φέρει ίχνη από τοιχογραφίες.

Το μοναστηράκι αυτό ήρθε στην επιφάνεια το έτος 1918, όταν ο Ιωσήφ Κοτσίφης αγόρασε όλη την περιοχή γύρω από την εκκλησία. Μάλιστα κάποια χρόνια αργότερα εντόπισε στο φλοιό ενός ξύλου τη φράση «Παναγία Ελεούσα». Σύμφωνα με την μαρτυρία του τα γράμματα ήταν γραμμένα από το φούσκωμα του ξύλου, κι όχι από ανθρώπινο χέρι, κι αυτό αποδόθηκε σε θαύμα.

Επίσης, κάποτε δύο κυνηγοί από την περιοχή του Αμαρίου, κυνηγούσαν στην περιοχή. Τότε ήπιαν από το νερό που έρεε από την πηγή που βρίσκεται κάτω από την Αγία Τράπεζα κι ο ένας εξ αυτών έπλυνε το παράλυτο χέρι του. Μετά από λίγο καιρό το χέρι του θεραπεύτηκε εντελώς και το θέμα έγινε γνωστό από τον ίδιο στον τοπικό τύπο. Επίσης, όταν την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής καθάριζαν την περιοχή από τη βλάστηση, εντόπισαν μια μικρή εικόνα της Παναγίας και από τότε ο ναός πανηγυρίζει την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής, 5 ημέρες μετά το Πάσχα.

Μετά από αυτά τα γεγονότα το άσημο εκκλησάκι έγινε ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα του Ρεθύμνου, με μαρτυρίες έκτοτε για πολλά θαύματα, κυρίως θεραπείες από δερματικές ασθένειες. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η ίαση ενός λεπρού από τους Αποστόλους που πλύθηκε με το νερό λίγο πριν αναχωρήσει για το λεπροκομείο της Σπιναλόγκας.

Η Παναγία η Κοίμηση στη Δρύμισκο βρίσκεται στο παλαιό νεκροταφείο του χωριού. Είναι μεγάλη Βασιλική, κεραμοσκεπής.

Η πόρτα της που βρίσκεται στη Νότια πλευρά έχει θαυμάσιο υπέρθυρο με ίχνη χρώματος γύρω από αυτό. Ονομάζεται δε υπέρθυρο η στενόμακρη πέτρα ή δοκάρι, εκεί που τελειώνει σε κάθε οικοδομή το κούφωμα της πόρτας ή του παράθυρου, για να υποβαστάζεται η συνέχεια της οικοδομής, κοινώς «πρέκι». Είναι δε στολισμένη με ρόδακες που είναι γλυπτό κόσμημα σε σχήμα τριαντάφυλλου.

Εσωτερικά είναι ασπρισμένος όλος σχεδόν ο ναός. Τοιχογραφίες φαίνονται επίσης στο βορεινό τοίχο, κάτω από τον ασβέστη και τα άλατα. Στον ίδιο τοίχο κάτω από τυφλό πλευρικό αψίδωμα εικονίζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου. Γιορτάζεται από την ενορία στις 15 Αυγούστου.

Η Παναγία η Χαρακιανή

Στα χρόνια, που ο Δικέφαλος σκέπαζε με τις φτερούγες του Ανατολή και Δύση, τότες που η Κρήτη ήταν το ομορφότερο στολίδι της δοξασμένης Αυτοκρατορίας, ένα καράβι, ένας δρόμωνας, με μιαν αρχόντισσα ανοίχτηκε στο γαλανό Αιγαίο. Περνούσε ανάμεσα από τα μικρά και τα μεγάλα νησιά, την Τένεδο, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, την Αμοργό μα δε σταματούσε. Σαν δελφίνι έσκιζε τα νερά, τραβώντας κατά το νοτιά, ώσπου έφτασε στο πέλαγος της Κρήτης.

Σαν έφτασε στα δικά μας νερά, άλλαξε ταχτική. Χωρίς καμιά βιασύνη άρχισε να κινείται παραλιακά. Στα μεγάλα λιμάνια, στους ήσυχους όρμους, στους απόμερους γιαλούς σταματούσε, η αρχόντισσα έβγαινε στη στεριά, χαιρόταν τις ομορφιές του νησιού κι ύστερα έμπαινε στο πλεούμενο και συνέχιζε το ταξίδι. Οι ντόπιοι, σαν έβλεπαν το καράβι στα νερά τους, κατέβαιναν στο γιαλό, παρατηρούσαν έκπληκτοι την άγνωστη γυναίκα ν’ αποβιβάζεται στη στεριά, μα ύστερα την καλωσόριζαν και τη φιλοξενούσαν.

Πόσο κράτησε τούτη η περιήγηση κανείς δεν ξέρει. Κάποτε που το καράβι βρέθηκε στα νερά του Πανόρμου, κοντά στον όρμο του Μπαλί, η αρχόντισσα βγήκε πάλι στη στεριά, προχώρησε ίσαμε το μέρος που βρίσκεται σήμερα η εκκλησούλα και παρατηρούσε τριγύρω τον άγριο τόπο. Ένας βοσκός από ψηλά είδε τη γυναίκα κι ειδοποίησε τους χωρικούς και κατέβηκαν παραξενεμένοι.

Στο μεταξύ εκείνη είχε προχωρήσει αρκετά. Ένας μεγάλος βράχος, ένας Χάρακας που ξεχώριζε νοτικά της κέντρισε την περιέργεια και πήγε κοντά του. Χωρίς να έχει τίποτε το ξεχωριστό, δημιούργησε στην ψυχή της μιαν ανεξήγητη λαχτάρα κι άρχισε να τον εξερευνά και να τον εξετάζει απ’ όλες τις μεριές. Καθώς παρατηρούσε μια σκισμάδα του, είδε κάτι σαν ξύλο που φεγγοβολούσε απαλά. Έσκυψε, και το τράβηξε με προσοχή κι είδε έκπληκτη ότι κρατούσε στα χέρια της την εικόνα της Κοίμησης της Παναγίας!

Την καθάρισε με συγκίνηση, την προσκύνησε με σεβασμό κι ύστερα την έδωσε και στους ντόπιους που είχαν μαζευτεί κοντά της να τη χαρούν κι εκείνοι!

Η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη κι αποφάσισαν να γιορτάσουν την ξεχωριστή τιμή που τους έκαμε η Παναγία. Ο βοσκός έσφαξε ένα αρνί και το ‘βαλε στη σούβλα, κάποιοι άλλοι έφεραν ψωμί και κρασί κι όλοι μαζί κάτω από τη σκιά μιας χαρουπιάς έφαγαν ήπιαν και τραγούδησαν.

Ύστερα η αρχόντισσα ευχαριστημένη κι αυτή από την όμορφη σύναξη, άφησε στους ντόπιους την εικόνα μαζί με πολλά πολλά χρήματα, για να χτίσουν εκκλησία στη χάρη της Μητέρας του θεού.

Την άνοιξη κανείς δε θυμόταν την αρχόντισσα και την παραγγελιά της. Μόνο σαν ήρθε το καλοκαίρι και στα γαληνεμένα νερά του Κρητικού πελάγου φάνηκε το καράβι με το Δικέφαλο αϊτό, ο δρόμωνας με την αρχόντισσα, ένιωσαν την ενοχή τους, που δεν είχαν βάλει ούτε τα θεμέλια του ναού, που υποσχέθηκαν να ετοιμάσουν. Κι όχι μόνο γι’ αυτό. Από τα χρήματα που τους άφησε για το σκοπό αυτό δεν είχε μείνει τίποτα. Όλα είχαν φαγωθεί… Αποφάσισαν να ξεγελάσουν τη γυναίκα και σκηνοθέτησαν μια ψεύτικη ιστορία: Έβαλαν τον πρωτομάστορα του χωριού να ξαπλώσει σ’ ένα κρεβάτι να κάνει τον πεθαμένο κι αυτοί με περίλυπο ύφος κατέβηκαν στην παραλία, όπου είχε αποβιβαστεί η βυζαντινή μεγαλοκυρά και με δάκρυα την εβεθαίωσαν ότι έπεσε θανατικό στην περιοχή κι ορφάνεψε το χωριό κι αναγκάστηκαν να ξοδέψουν τα χρήματα, που τους άφησε, στους γιατρούς κι ότι ακόμη κι ο πρωτομάστορας δε γλύτωσε το κακό. Μήνες βασανιζόταν και τώρα τον είχαν νεκρό και κείνη την ημέρα θα τον έθαβαν. Αν αμφισβητούσε τα λόγια τους, μπορούσε να πάει στο σπίτι που είχαν το λείψανο του και να το δει…

Η αρχόντισσα πείστηκε μ’ όσα άκουσε. Τους μίλησε με συμπόνια και κατανόηση. Και πάλι τους άφησε πολλά πολλά χρυσά νομίσματα και την ίδια παραγγελία:

Οι ντόπιοι έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Τα κατάφεραν! Ως του χρόνου είχε ο θεός… Έτρεξαν να το πουν στον πρωτομάστορα.

Μα όταν έφτασαν στο σπίτι και μπήκαν στο δωμάτιο όπου ήταν το κρεβάτι του, τον είδαν ακίνητο σαν άγαλμα. Ήταν στ’ αλήθεια νεκρός!..

Φόβος απερίγραπτος τους κυρίεψε, γιατί στο θάνατο του πρωτομάστορα είδαν τη δίκαιη θεϊκή τιμωρία. Και, γι’ αυτό, χωρίς καθυστέρηση κατέβηκαν στην παραλία κι έχτισαν το εκκλησάκι που, ανακαινισμένο, σώζεται ίσαμε σήμερα.

Το θαύμα στη Χαλεβή

Ήταν από τα πλουσιότερα μοναστήρια αυτό της Παναγίας Χαλεβή. Κάποτε μάλιστα οι Μονές Αρκαδίου και Αγίας Ειρήνης υπήρξαν μετόχια της.

Στη μαύρη περίοδο της σκλαβιάς τροφοδοτούσε, όσο μπορούσε, τους χριστιανούς με αγαθά που παρήγαγε πράγμα που ενοχλούσε τις τουρκικές αρχές της περιοχής, οι οποίες ήθελαν όλο τον πλούτο της Μονής για λογαριασμό τους.

Όταν ο Ηγούμενος βεβαιώθηκε για τις σκοτεινές προθέσεις των Τούρκων έκανε ένα διάβημα διαμαρτυρίας στον Πασά του Ρεθύμνου. Κι επειδή εκείνος δεν έδωσε σημασία κατέφυγε στον ίδιο το Σουλτάνο.

Αυτή η κίνηση εξόργισε τις τοπικές αρχές. Με διαταγή του Πασά σφαγιάστηκαν οι μοναχοί και ο Ηγούμενος οδηγήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια που θα κατέληγαν σε απαγχονισμό. Τέσσερα μερόνυχτα τον βασάνιζαν και μετά τον οδήγησαν στην αγχόνη.

Όταν όμως πήγαν οι Χριστιανοί να πάρουν το λείψανό του να το θάψουν αντιλήφθηκαν ότι ο Ηγούμενος ήταν ζωντανός.

Όπως ο ίδιος εξήγησε αργότερα την ώρα που θα έσφιγγε ο δήμιος το σκοινί βρέθηκε στους ώμους κάποιου, που ήταν η Παναγία.

Αμέσως μετά οι χριστιανοί φυγάδευσαν τον Ηγούμενο για να μην καταλάβουν οι εχθροί πως είχε καταφέρει να σωθεί.

Μια ακόμα εκκλησία της Κοίμησης βρίσκεται ανατολικά του χωριού Αγίου Ιωάννου Καμένου. Κτίστηκε από τότε που εκεί υπήρχε ο ομώνυμος οικισμός, χρονολογείται από τα μέσα του 14ου αιώνα, γύρω στα 1350 περίπου. Βέβαια αυτά τα στοιχεία δεν είναι της αρχαιολογίας αλλά εκτιμήσεις κατοίκων και μνήμες από γενιά σε γενιά. Οι διαστάσεις της είναι 10.70χ5.20. Αμφικλινής με κεραμίδια.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου στ’ Ακούμια, βρίσκεται στην πλατεία και αποτελεί τη μεγαλύτερη εκκλησία του χωριού. Στο σημείο αυτό υπήρχε μια μικρή εκκλησία, την οποία γκρέμισαν το 1900 και άρχισαν να χτίζουν αυτήν που υπάρχει σήμερα. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε γύρω στο 1912. Αξιόλογο είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας, το οποίο κατασκευάστηκε με κυπαρίσσια του Πρέβελη από τον Τουρκοκρητικό γλύπτη Ιμπραήμ κατά τα έτη 1917-1918. Στην είσοδο της εκκλησίας υψώνεται το μεγαλοπρεπές καμπαναριό του χωριού, το οποίο έχει ύψος 18,5 μέτρα. Στο χωριό υπάρχει μία ενορία μετά τη συγχώνευση το 1935 των δύο ενοριών, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και του Αγίου Ιωάννη. Στην περιοχή της γιαλιάς.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου στ’ Ακτούντα είναι η αρχαιότερη εκκλησία του χωριού. Το πότε ακριβώς κτίστηκε δεν γνωρίζουμε. Τίποτα δεν αναφέρει η παράδοση παρά μόνο πως εγκαινιάστηκε στις 3 του Νοέμβρη τ’ Αη Γιωργιού. Πάντως, πρέπει να κτίστηκε κατά την ημιαυτόνομη εποχή (1550-1650), που είναι και το τέλος της Ενετοκρατίας στο νησί. Οι Ενετοί εν όψει του διαρκώς επαυξανομένου κινδύνου τουρκικής κατακτήσεως, παραχώρησαν στους υπόδουλους Κρήτες πολιτικές και θρησκευτικές ελευθερίες, προκειμένου να κερδίσουν την αγάπη τους. Το επί αιώνες καταπιεζόμενο θρησκευτικό συναίσθημα του λαού βρήκε τότε διέξοδο στην ανοικοδόμηση εκκλησιών.

Η εκκλησία εσωτερικά, όπως λένε οι παλαιότεροι, είχε βυζαντινές τοιχογραφίες, μα δυστυχώς καταστράφηκαν. Το τέμπλο είναι ζωγραφιστό, χωρίς σκαλίσματα. Δεξιά της Ωραίας Πύλης είναι τοποθετημένη μια μεγάλη φορητή εικόνα που παριστάνει «Το Χριστό (Παντοκράτωρ)» με χρονολογία 1850. Αριστερά είναι η εικόνα «Κοίμησις της Θεοτόκου» με άγνωστη χρονολογία. Και πάνω από την Ωραία Πύλη είναι τοποθετημένη στενόμακρη φορητή εικόνα «Ο Επιτάφιος Θρήνος», χωρίς χρονολογία. Γράφει μόνο «Δέησις του δούλου του Θεού Ιωσήφ Τζεκάκη και της συμβίας αυτού», με βυζαντινή γραφή. Και οι δυο αυτές εικόνες έχουν τεχνοτροπία της Κρητικής Σχολής του 16ου αιώνα. Η εκκλησία ήτο ημιυπόγειος και ένας τεράστιος πρίνος, πολλών αιώνων, τη σκεπάζει. Στον περίβολο της εκκλησίας εθάπτοντο οι προύχοντες του χωριού (παπά Γιάννης, Παπαγιαννάκης Νικ., Παπαγιαννάκης Εμμ., Σταματάκης Νικ.). Στη χάρη της, στις 15 Αυγούστου, γίνεται μεγάλο πανηγύρι στο χωριό. Οι χωριανοί, άνθρωποι θρησκευόμενοι, το ’χουν τάσιμο να βρεθούν με τις οικογένειές τους στο χωριό. Φέρνουν τασίματα στην εικόνα της Παναγίας, ανάβουν λαμπάδες σαν το μπόι τους, κάνουν αρτοπλασίες και γενικά το χωριό παίρνει την πιο εορταστική του όψη. Ιδιαίτερα κατανυκτικές είναι οι παρακλήσεις, όλο το δεκαπενταύγουστο. Κόσμος πολύς μαζεύεται και από τα γύρω χωριά. Όπως αναφέρει ο Χαρ. Πετυχάκης προς Ν. Σακόπουλο, υπ’ αριθμ. 252/26-8-1868 αναφορά του (βλ. Μνημεία Ελλ. Ιστορίας τ. 6ος, εκδ. Ακαδημίας Αθηνών), οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό στις 15 Αυγούστου 1868, για εκδίκηση, επειδή οι κάτοικοι έλαβαν μέρος στη μάχη του Κέντρους.

Δεν επαρκεί ο χώρος για όλες τις αναφορές. Θα μας δοθεί η ευκαιρία να ολοκληρώσουμε το αφιέρωμά μας σε μια επόμενη Ιερά Πανήγυρη.

Χρόνια Πολλά!