23 °C Rethymno, GR
23/09/2021

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Μαρτυρίες και μαρτύρια εξόριστων στην Γαύδο (1929-1951)

-Μια υποδειγματική εργασία σε απαστράπτουσα δημοτική

Του ΝΙΚΟΥ Ι. ΧΟΥΡΔΑΚΗ*

Δημήτρης Δαμασκηνός, Εξόριστοι στο «Νησί του Θανάτου». Μαρτυρίες, ντοκουμέντα και δημοσιεύματα για τις εκτοπίσεις αγωνιστών στη Γαύδο. Μαρτυρίες εξορίστων (1929-1951), εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2020, σσ. 364 + φωτογραφίες, χάρτες, κατάλογοι, ευρετήρια και εκτενής βιβλιογραφία.

Η ιστορική μονογραφία του Δημήτρη Δαμασκηνού (στο εξής Δ.Δ.) είναι μοναδική στο θέμα διαπραγμάτευσής της, δηλαδή τη Γαύδο ως τόπο εξορίας για περισσότερους από διακόσιους κομμουνιστές και άλλους αριστερούς αγωνιστές (αρχειομαρξιστές και τροτσκιστές) από το 1929 έως το 1951. Παράλληλα, πρόκειται για μια μονογραφία με ιδιαίτερο, προσεγμένο τρόπο γραφής, που της δίνει μια σχεδόν λογοτεχνική διάσταση, σύντονη με την εξονυχιστική επιστημονική ακρίβεια και τεκμηρίωση που τη χαρακτηρίζει. «Η ιστορία», έλεγε ο Θίοντορ Αντόρνο, «όχι μόνο εφάπτεται στη γλώσσα αλλά την τέμνει». Και πραγματικά, η γραφή του Δ.Δ. άπτει στιβαρά και τέμνει το θέμα που διαπραγματεύεται.

Τη μονογραφία θα μπορούσαμε να τη συσχετίσουμε και με ένα κινηματογραφικό τρόπο σύλληψης, σα να σκηνοθετεί ο συγγραφέας ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ με -τουλάχιστον- τρία κύρια επεισόδια, με αρκετές σεκάνς το καθένα και εκατοντάδες πλάνα αν πάρουμε ως μέτρο τη δομή της μονογραφίας σε τρία κεφάλαια και έντεκα ενότητες. Η λογοτεχνία, το θέατρο και ο κινηματογράφος αποτελούν αντικείμενα, με τα οποία καταγίνεται συστηματικά ο Δ. Δ. στο πλαίσιο των διδακτικών καθηκόντων του στη Μ.Ε. και ευρύτερα των πολιτιστικών παρεμβάσεων του στα Χανιά, όπου ζει και εργάζεται.

Όπως γνωρίζουμε η ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα, σφραγίστηκε, μεταξύ άλλων, και από τις πολιτικές διώξεις χιλιάδων αντιφρονούντων στις εκάστοτε κυρίαρχες δομές κρατικής και ταξικής εξουσίας. Τριάντα, τουλάχιστον, νησιά του Αιγαίου πελάγους χρησιμοποιήθηκαν ως τόποι εξορίας, ακριβέστερα εκτόπισης, για χιλιάδες αντιφρονούντες από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι και τη λήξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1974.

Δυο μορφές εκτόπισης καθιερώθηκαν εξελικτικά στην κατασταλτική πραγματικότητα στην Ελλάδα, από τα μέσα του 19ου αι. μέχρι το 1974. Η διοικητική και η δικαστική. Συγκριτικά η πρώτη έχει ένα βαθμό αυθαιρεσίας, που προσιδιάζει μόνο σε απολυταρχικά καθεστώτα. Όχι, πως η δεύτερη είναι κατ’ ανάγκην δημοκρατικότερη, αλλά, εν πάση περιπτώσει έχει ένα πρόσχημα νομοτυπίας έστω και σε λεκτικό επίπεδο.

Η εφαρμογή του εντάθηκε μετά την ψήφιση του νόμου 4229/1929, του γνωστού ως «ιδιώνυμου». Με το νόμο αυτό, που ψηφίστηκε στις 25 Ιουλίου 1929, θεσπίστηκε η ποινή της δικαστικής εκτόπισης που εφαρμόστηκε με απλοχεριά, κυρίως, για τους κομμουνιστές. Έτσι, όλο και περισσότερα νησιά της επικρατείας άρχισαν να χρησιμοποιούνται ως τόποι εξορίας. Ο αριθμός των πολιτικών εξόριστων αυξήθηκε ιδιαίτερα την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά (1936-1941). Υπολογίζεται ότι οι εξόριστοι τότε ξεπέρασαν τους πέντε χιλιάδες. Η συντριπτική πλειονότητα τους ήταν βέβαια οι κομμουνιστές. Υπήρξαν όμως και ορισμένοι βενιζελικοί που υπέστησαν το μέτρο.

Δυστυχώς, εφιαλτικές διαστάσεις έλαβε, μαζί με τις θανατικές καταδίκες, την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Τότε δημιουργήθηκαν και τα μεγαλύτερα στρατόπεδα εξορίας που αριθμούσαν χιλιάδες κρατούμενους ή κατάδικους. Το μέτρο του «δικαστικού εκτοπισμού» άρχισε κάπως να χαλαρώνει μετά το 1952 επί κυβερνήσεως Ν. Πλαστήρα. Αυτή η σταδιακή χαλάρωση συνεχίστηκε ως τον Απρίλιο του 1967. Όμως η δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974) το αναζωπύρωσε με εκτοπισμό χιλιάδων, πάλι, αντιφρονούντων, κομμουνιστών, αριστερών και κάθε λογής δημοκρατών. Καταργήθηκε οριστικά με νόμο, από την κυβέρνησα εθνικής ενότητας, τον Σεπτέμβριο του 1974.

Διαχρονικά, ο πλέον επώνυμος τόπος εξορίας υπήρξε η Μακρόνησος. Επίσημα ιδρύθηκε με νόμο τον Οκτώβριο του 1949 όμως λειτουργούσε ανεπίσημα από το 1947 και διημέρευσε μέχρι το 1955 που τυπικά έκλεισε. Οι έγκλειστοι που πέρασαν από εκεί κυμάνθηκαν μεταξύ 40.000 και 100.000 και είχαν, φυσικά, σαν σκοπό «να κτίσουν τους νέους Παρθενώνες». Παράλληλα, την περίοδο του εμφυλίου ή προγενέστερα λειτούργησαν σαν πολυπληθείς τόποι εξορίας η Γυάρος (1947- 1974), ο Άη- Στράτης (1928-1962), η Ικαρία (1947-1949), η Ανάφη (1923-1967) και πολλοί άλλοι με μικρότερους αριθμούς κρατουμένων γυναικών, που πολλές απ’ αυτές είχαν μαζί και τα μωρά ή ανήλικα τεκνά τους, αλλά και ανδρών, όπως η Αίγινα, η Ακροναυπλία, η Αλόννησος, η Αμοργός, τα Αντικύθηρα, η Αντίπαρος, η Θήρα, η Ίος, η Κίμωλος, τα Κύθηρα, η Λήμνος (το διάστημα της επταετίας), η Σαμοθράκη, η Σέριφος, το Παλαιό Τρίκερι, η Φολέγανδρος, οι Φούρνοι κ.ά.

Αν και ο πλέον επώνυμος τόπος εξορίας υπήρξε η Μακρόνησος, ο πλέον δυστοπικός, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, υπήρξε η Γαύδος, που όμως παραμένει μέχρι σήμερα σχεδόν άγνωστη γι’ αυτή της τη διάσταση, ακόμα και σε πολιτικά ενεργούς ή φιλίστορες πολίτες.

Ο Δ.Δ. στην ερευνά του κυριολεκτικά εξαντλεί το σύνολο των γραπτών μαρτυρίων με παράλληλη και σχολαστική αναδίφηση σε δημοσιεύματα εποχής ή νεότερα, που σχετίζονται με αυτήν. Γιατί όπως είχε γράψει, κάποτε, ο Γ. Βιζυηνός: «Ό,τι είναι αμαρτύρητον, τούτο και δεν υπάρχει διά την ιστορίαν». Πιο περιορισμένη φαίνεται η χρήση αρχειακών πηγών (όπως διοικητικές, αστυνομικές και δικαστικές αποφάσεις, κατηγορητήρια, αλληλογραφίες μεταξύ υπηρεσιών κλπ.) που, πιθανόν, και να μην υπάρχουν σε έκταση ευρύτερη απ’ όση χρησιμοποιεί.

Η μονογραφία καθιστά δια παντός τη Γαύδο σαν ένα ακραίο παράδειγμα εξορίας όχι μόνο για γεωγραφικούς λόγους, αλλά και από την άποψη των συνθηκών διαβίωσης και επιβίωσης, εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός «νησί του θανάτου». Η δυσπρόσιτη γεωγραφική θέση της στην νότια εσχατιά της ελλαδικής επικρατείας, στο δυτικό τμήμα του νότιου κρητικού πελάγους, η απόσταση της 145 μίλια από τις ακτές της Β. Αφρικής, η ολιγάριθμη ανθρώπινη κοινότητα που ζούσε εκεί υπό πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης, το άγονο του εδάφους και οι ακραίες σχεδόν τροπικές κλιματικές συνθήκες την έκαναν, όπως έχει πει σ’ ένα στίχο του ο Μενέλαος Λουντέμης, που βρέθηκε κι ο ίδιος εξόριστος εκεί για ένα τρίμηνο, να απέχει: «Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεργιά, Και χίλια χρόνια μακριά απ’ την Οικουμένη».

Η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας συμπλέκονταν με τις ακραίες συνθήκες επιβίωσης τέτοιες, που κανένας άλλος τόπος εκτόπισης να μην συγκρίνεται ομοίως, στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η υγρασία, που ευνοούσε τον ελώδη πυρετό, η πείνα, η απέραντη ερημιά και οι πρωτόγονες συνθήκες κατοικίας ήταν, πιθανόν, ακόμα πιο αδυσώπητοι εχθροί κι από την ίδια τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας.

Ο Δ.Δ. όσα από τα «ίχνη του παρελθόντος» συνέλεξε με τη σχολαστική επιδεξιότητα του ακαταπόνητου ιστορικού ερευνητή, τα ενέταξε στο ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο τους. Διευκρινίζει χαρακτηριστικά:

«Επεξεργάστηκα το υλικό που συγκέντρωσα μ’ ένα τρόπο που να δίνει βέβαια τον πρώτο λόγο στις εμπειρίες των υποκειμένων που υπέστησαν την εκτόπιση, εντάσσοντας τες ωστόσο στο ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό τους πλαίσιο, ώστε «να ερμηνεύονται» με κάποια στοιχειώδη επάρκεια στην εποχή μας που δε φαίνεται να συγκινείται τόσο από τις μεγάλες αφηγήσεις […] μιας και είναι κατά βάση ατομοκεντρική. Για το σκοπό αυτό έδωσα μεγάλο βάρος στην τεκμηρίωση και στις εκτενείς παραπομπές και υποσημειώσεις…» (σ. 17).

Σημειώνουμε, ότι παραπομπές και υποσημειώσεις αριθμούν σε 551, ο ονομαστικός κατάλογος των εξόριστων αριθμεί 205 πρόσωπα, η αναφορά στις πηγές καταλαμβάνει τις σ. 309-319, σε περιοδικά, αρχεία και διαδίκτυο τις σ. 321-323 και η βιβλιογραφία, στα ελληνικά και αγγλικά, τις σ. 325-336. Υπάρχει, επίσης, ευρετήριο κύριων ονομάτων και ορών, που αριθμεί ένα τυπογραφικό. Τα ποσοτικά αυτά στοιχειά είναι ενδεικτικά του ερευνητικού πάθους και της αφιερωματικότητας του συγγραφέα , στο αντικείμενο της μελέτης του.

Στο βιβλίο ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι αναδημοσιεύσεις ρεπορτάζ, άρθρων και εκτενών αποσπασμάτων ή εξ ολοκλήρου από εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία δυσπρόσιτα και δυσεύρετα πια για τον κοινό αναγνώστη, που όλα τους διαθέτουν χαρίσματα «λογοτεχνικότητας» συνάλληλα με τη σκληρή βιωματική ένταση και το υψηλό αγωνιστικό φρόνημα που μεταφέρουν.

Όσοι πέρασαν από τη Γαύδο πολλοί από τους οποίους υπήρξαν μεγάλες μορφές στον επαναστατικό και εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, όπως ο Άρης Βελουχιώτης, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, ο Ανδρέας Τζήμας, ο Στελιος Σκλάβαινας, ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, ο Λεωνίδας Στρίγγος, ο Δημήτρης Βλαντάς, ο Βασίλης Νεφελούδης, ο Πολυδωρος Δανιηλίδης,ο Βάσος Γεωργίου, η Αύρα Βλάσση- Παρτσαλίδου, η Κούλα Θέου, η Δώρα Σκλάβαινα ή άνθρωποι των γραμμάτων όπως ο Μενέλαος Λουντέμης και ο Σταύρος Τσακίρης.

Οι εξόριστοι στην αρχή (1929-1931) ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε τρώγλες και σπηλιές. «Μια ομάδα εξόριστων ωστόσο -γύρω στους δεκαπέντε- όλοι φυματικοί και άρρωστοι, βρέθηκαν στο Σαρακήνικο [όπου] έχτισαν το δικό τους σπίτι για να κατοικήσουν. Ανάμεσά τους κι ο Άρης Βελουχιώτης, που μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη Γαύδο στις 23 Οκτώβρη 1931, μαζί με άλλα 70 μέλη και στελέχη του ΚΚΕ».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον διαθέτουν όλες ανεξαιρέτως οι μαρτυρίες αν και για διαφορετικούς επιμέρους λόγους η καθεμία. Άλλες καταγράφουν τους αντικειμενικούς όρους διαβίωσης και άλλες τις διανοητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές διεργασίες. Άλλες είναι καταγγελτικές και άλλες εναύσματα ηρωικών αφηγήσεων και ανυπότακτου πνεύματος. Πρόκειται για ένα πλούτο που μπορεί να προξενήσει όχι μόνο το ιστορικό ενδιαφέρον αλλά το ευρύτερο ανθρωπογνωστικό.

Συμπερασματικά, η εργασία του Δ.Δ. είναι, όπως και στην αρχή αναφέρθηκε, υποδειγματική. Πυκνή και ταυτόχρονα αναλυτική. Διατυπωμένη σε μια απαστράπτουσα δημοτική. Χωρίς διανοουμενισμούς ή την ξύλινη γλώσσα της ιδεολογικής καταγγελίας. Όποιος τη διαβάσει θα επιβεβαιώσει τους χαρακτηρισμούς.

Σημ. Το κείμενο αυτό-βιβλιοκριτική, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» και το αναδημοσιεύουμε κατόπιν επιθυμίας του κ. Δημήτρη Δαμασκηνού.

 

* Ο Νίκος Ι. Χουρδάκης είναι ψυχολόγος- ομαδικός αναλυτικός ψυχοθεραπευτής