15 °C Rethymno, GR
09/12/2021

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΞΕΞΑΚΗ

Μικρές ανθρώπινες ιστορίες από την Αρκαδική Εθελοθυσία

• Οι τολμηροί καλόγεροι που εκτελούσαν εντολές του Ηγούμενου Γαβριήλ

Μέσα από μνήμες του Κωνσταντίνου Ξεξάκη, που δημοσίευε κατά καιρούς στον τοπικό τύπο, σταχυολογούμε μικρές ανθρώπινες ιστορίες που αναφέρονται στο δράμα της Αρκαδικής Εθελοθυσίας. Με αυτές ξεκινά το φετινό μας αφιέρωμα στη μεγάλη επέτειο της ανατίναξης της Ιεράς Μονής Αρκαδίου.

Ο μικρόσωμος Αδάμης

Το Αδαμάκι, ο ατρόμητος ταχυδρόμος του Γούμενου.

Ο Πίκρης είναι ένα χωριό στο βάθος τ’ Αρκαδιώτικου φαραγγιού, σε μικρή απόσταση από το Αρκάδι. Τα άφθονα -τότε νερά του ποταμού άγγιζαν τα κάτω σπίτια του χωριού. Στον ποταμό υπήρχαν πλήθη Αχέλια (χέλια) και καβροί και στο δασωμένο φαράγγι πουλιά. Οι Πικριανοί είχαν τακτικό έδεσμα τα χέλια και τους καβρούς και πουλιά που έπιαναν με «πλάκες» και βεργιά. Οι ξένοι επισκέπτες των υπολόγιζαν πάντα ότι θα δοκίμαζαν και αυτοί απ’ αυτούς του εκλεκτούς μεζέδες που με ευχαρίστηση και απλοχεριά πρόσφεραν οι φιλόξενοι Πικριανοί. Στα γύρω χωριά ήταν πασίγνωστη αυτή η φιλοξενία των Πικριανών. Στο Αρκάδι ήταν τακτικοί επισκέπτες πολλοί κάτοικοι του Πίκρη. Αναζητούσαν εκεί κάποιο μεροκάματο, είτε είχαν τακτική απασχόληση.

Ήταν και ο Αδάμ Γεωργίου Παπαδάκης, ιδιαίτερα έμπιστος του Ηγουμένου Γαριήλ Μαρινάκη. Τον έλεγαν το «Αδαμάκι» ή «Αδαμακάκι», γιατί ήταν πολύ μικρόσωμος. Δεν τον γνώρισα όσο ζούσε. Πέθανε το 1905. Γνώρισα, όμως, τα παιδιά του. Το Γιώργη, που ήταν κι αυτός μικρόσωμος, και τις θυγατέρες του, τη Μαριγώ και το Παρασκιώ. Το Αδαμακάκι είχε σύζυγο -μετά το 1866- τη Φωτεινή Σχιζάρη.

Ο Γιώργης τ’ Αδαμακιού, «έστεσε» ένα καμίνι ξύλα, για να τα ψήσει και να πουλήσει τα κάρβουνα. Το καμίνι ήταν σε απόσταση πενήντα μέτρων από το πατρικό μου σπίτι, στα Καψαλιανά, και ο Γιώργης ερχόταν εκείνες τις μέρες σπίτι μας και πολλές ώρες τα έλεγαν με τον πατέρα μου. Η Μαριγώ και το Παρασκιώ ήταν τακτικές μαζώχτρες, κάθε βεντέμα, στις ελιές μας περί το 1925. Ήμουν μαθητής γυμνασίου τότε και τις ρωτούσα και μου έλεγαν για τον πατέρα τους. Απ’ αυτά λίγα θυμάμαι. Περισσότερα έμαθα για το Αρκάδι, στα 1866 και το Αδαμάκι όταν το 1976 πήγα επίτηδες στου Πίκρη. Σ’ ένα σπίτι ήρθαν η θυγατέρα της Μαριγώς, η Ελένη, σύζυγος Αλεξάκη και η σύζυγος του Γιώργη Αδάμ Παπαδάκη, Ελένη Πηγουνάκη και αυτή γέννημα και θρέμμα Πίκρη. Στη πολύωρη συζήτηση που είχαμε έμαθα και εξεκαθάρισα πολλά: Γράφει ο Τ. Βενέρης στο βιβλίο του για το Αρκάδι, σελ. 245, αναφερόμενος στους ταχυδρόμους Αδάμ Παπαδάκη και παπά-Κρανιώτη, που βγήκαν από το Αρκάδι μεταφέροντες επιστολές προς Κορωναίο κ.λπ. «Τους αγγελιοφόρους τούτους κατεβίβασαν δια σχοινίου εκ του μεγάλου παραθύρου του ευρισκομένου υπεράνω του εν τη Νοτία πλευρά της Μονής «Πορτάλι».

Σ’ αυτά τα γραφόμενα υπάρχει μια ανακρίβεια και σημαντική παράλειψη. Ο Αδάμ Παπαδάκης δεν κατέβηκε με σκοινί από το παράθυρο. Από μια υπόγεια τρύπα εμπαινόβγαινε.

Μια τρύπα, ένας υπόνομος για τα νερά της βροχής, αρχίζει μέσα από την αυλή της Μονής, δίπλα από τη βάση της σκάλας που ανεβαίνει στο μουσείο, περνά κάτω από τις οικοδομές, βγαίνει έξω σ’ ένα σόχωρο, το διαπερνά υπόγεια και εκβάλλει στην άκρη του, σ’ ένα δετάρι μικρό γκρεμνό, ύψους ενάμισι μέτρο.

Ο Γιώργης Σχιζάρης μου είπε κάποτε: «Πάμε στο Αρκάδι να σου δείξω την τρύπα που εμπαινόβγαινε το Αδαμακάκι».

Πήγαμε και είδαμε την είσοδό της και την έξοδο στο δετάρι. Η έξοδος είναι κρυμμένη από χόρτα και πυκνούς θάμνους. Τους παραμερίσαμε και την είδαμε.

Λίγη ώρα πριν την ανατίναξη της μπαρουταποθήκης, κάλεσε ο Γούμενος τον Αδαμάκη στο κελί του και του είπε: «Εμείς όλοι θα πεθάνουμε εδώ μέσα. Μόνο εσύ Αδαμάκη μπορείς να γλυτώσεις. Φύγε, και να θυμάσαι να δηγάσαι ότι γίνηκε εδώ μέσα».

Μόλις είχε απομακρυνθεί από το κελί λίγα μέτρα, ο Αδαμάκης άκουσε ένα πυροβολισμό στο κελί. Επέστρεψε και είδε τον Γούμενο νεκρό. Πήρε από τη μέση του το μαχαίρι του, με το ασημωτό θηκάρι και έφυγε. Ήταν ο πρώτος που είδε το Γούμενο νεκρό και όχι ο Μ. Καλλιγιάννης, που γράφει ο Τ. Βενέρης, σελ. 335.

Και έλεγε η θυγατέρα του Αδαμακιού, η Μαριγώ, (μου τα είπε η θυγατέρα της κ. Ελένη Αλεξάκη): «Ώστεν απού ‘ζενε ο μακαρίτης ο πατέρας μου το ‘λεγε με παράπονο: Γιάντα ‘γω να πάρω το μαχαίρι και να μην πάρω την κεφαλί του, μόνο την άφηκα των Τουρκώ και τηνε κάμανε μπαϊράκι. Και το ‘λεγε και το ξανάλεγε και δεν είχε ο πόνος του παρηγορημό».

Το ασημωτό θηκάρι το έκαμε δύο κομμάτια ο Γ. Σχιζάρης, όπως μου είπε ο ίδιος, και πήρε το ένα η Ελένη Αλεξάκη και το άλλο η Πηγουνάκη.

Παρακάλεσα την Ελένη να μου δώσει ένα κομμάτι για το Μουσείο, και μου το έδωσε. Το κατέθεσα στο Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνου.

Οι τολμηροί δραπέτες Παρθένιος και Παΐσιος διαφύλαξαν ό,τι απόμεινε

Στο σπουδαιότατο έργο του Τιμοθέου Βενέρη «Το Αρκάδι δια των αιώνων», αναφέρονται οι δύο ιερομόναχοι του Αρκαδίου Παρθένιος και Παΐσιος ως διασωθέντες και μη αιχμαλωτισθέντες κατά την ολοκαύτωση της Μονής το Νοέμβριο του 1866 (σελ. 341).

Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Ο Παρθένιος και ο Παΐσιος, ευρισκόμενοι εντός της Μονής την 8η και 9η Νοεμβρίου, επέζησαν από την ανατίναξη της Μπαρουταποθήκης και αιχμαλωτίσθηκαν από τους Τούρκους, το εσπέρας της 9ης Νοεμβρίου. Ύστερα, δεν διεσώθησαν αλλά δραπέτευσαν. Διέφυγαν διακινδυνεύοντες ένα παράτολμο εγχείρημα. Θα ιστορήσω με λεπτομέρειες απόλυτα εξακριβωμένες αυτό το παράτολμο εγχείρημα:

Ο Παΐσιος Νικολουδάκης ήταν αδελφός της Γαρυφαλιάς Νικολουδάκη, η οποία ήταν μητέρα του πατέρα μου. Ο πατέρας μου Ανδρέας Ιωάννου Ξεξάκης ήταν πρώτος ανιψιός του Παΐσιου. Ο Παρθένιος Κανακάκης είχε αδελφό το Σταυρούλη Κανακάκη, που είχε ο Σταυρούλης, σύζυγό του τη Ζαφείρα Ξεξάκη και ήταν, η Ζαφείρα, αδελφή του παππού μου, Ιωάννη Ξεξάκη. Ο πατέρας μου ήταν πρώτος ανιψιός της Ζαφείρας. Ο Παΐσιος και ο Παρθένιος ήταν θείοι του πατέρα μου.

Όταν ο πατέρας μου εγκατέλειψε την Τρίτη τάξη του σχολαρχείου στο Ρέθυμνο, το 1897, οι θείοι του τον πήραν στο Αρκάδι, για να γίνει μοναχός και με την προοπτική ότι κάποια μέρα θα γινόταν Ηγούμενος, επειδή ήξερε πολλά γράμματα. Πήγε ο πατέρας μου στο Αρκάδι και «εκάρη» Αναγνώστης. Έχω ιδιόγραφά του, όπου υπογράφει: Αναγνώστης Ι. Ξεξάκης. Παρέμεινε στο Αρκάδι περίπου δύο χρόνια. Διέμενε στο κελί του Παρθένιου λίγους μήνες και περισσότερους στου Παΐσιου. Έμαθε πάρα πολύ καλά το τυπικό της εκκλησίας, ήταν καλλίφωνος και άριστος ψάλτης σε όλη του τη ζωή μετά.

Αλλά… ήταν νέος, όμορφος, τραγουδιστής, άριστος χορευτής και γλεντζές. Και γι’ αυτό εγκατέλειψε την καλογερική (βαριά ‘ναι η καλογερική) και επέστρεψε στο χωριό του.

Στα Καψαλιανά, η αδελφή του πατέρα μου, η Ζαχαρένια Ξεξάκη, σύζυγος του Παναγιώτη Γ. Σταματάκη, είχε μεγάλη περιουσία, αλλά δεν είχε παιδιά. Υιοθέτησαν τον πατέρα μου και εγκαταστάθηκε εκεί, παντρεύτηκε και εκεί γεννήθηκα. Στα Καψαλιανά -μικρό χωριό- δεν λειτουργούσαν κάθε Κυριακή και πολλές Κυριακές και στα πανηγύρια πήγαινε στη Ελεύθερνα, Πρινέ, Ορθέ, Αλφά κ.α. για να ψάλλει στην εκκλησία.

Γι’ αυτό είχε πολλούς φίλους σ’ αυτά τα χωριά και όταν αυτοί οι φίλοι είτε συγγενείς του επρόκειτο να πάνε στη χώρα (Ρέθυμνο) και ήθελαν να βρίσκονται πολύ πρωί στο Ρέθυμνο, ερχόντουσαν αφ’ εσπέρας στο σπίτι του Ξεξέ, όπου αυτοί εύρισκαν καλοπέραση και ο πατέρας μου καλή παρέα, γιατί στο χωριό δεν υπήρχε καφενείο.

Από μικρός και μεγάλος, παρακολουθούσα αυτές τις πολύωρες βεγγέρες και συνηθισμένο θέμα ήταν το τι έγινε στο Αρκάδι το 1866. Κάποτες ρώτησα τον πατέρα μου: «Μα πώς ξέρεις τόσα πράγματα για το Αρκάδι το 1866;».

«Μπρε! Δύο χρόνια στου Παρθένιου και του Παΐσιου δεν άκουγα άλλο τίποτα», μου απάντησε. «Όλοι οι ξένοι που ήθελαν να μάθουν για το ’66 στου Παΐσιου έρχονταν και ρωτούσαν και εγώ τον άκουγα πολλές φορές και τα έμαθα όλα πολύ καλά».

Αναφέρω τα παραπάνω, για να τονίσω την εγκυρότητα των πληροφοριών μου από τον πατέρα μου. Και ακόμη, μόλις είχε εκδοθεί το βιβλίο του Τ. Βενέρη το είχα αγοράσει και το διάβαζε και ο πατέρας μου. Όταν διάβαζε, όσα είπε ο Μπιρικαναγνώστης στον Τιμόθεο (σελ. 311), φώναξε οργισμένος: «Δεν είναι δυνατόν ο Μπιρίκος να είπε τέτοια πράγματα».

Μετά από λίγες μέρες πήγα μαζί με τον πατέρα μου στου Πίκρη, στο περβόλι μας, που είναι τριάντα μέτρα δίπλα από το σπίτι του Ανδρέα Μπιρικαναγνώστη. Τον φώναξε ο πατέρας μου και ήρθε στο περβόλι. Συζητούσαν και εγώ άκουγα. Αναφέρω μερικές μόνο φράσεις επί λέξει: Μπιρίκος: «Αυτό του το είπα, αλλά δε το έγραψε…». «Αυτό δεν του το είπα, όπως το γράφει…».

Και συνεχίζω για τους δραπέτες Παρθένιο και Παΐσιο. Και οι δύο ήταν εύσωμοι, γεροδεμένοι και εγγράμματοι και γι’ αυτό είχαν κάποιο πόστο στο Αρκάδι. Κουραδοκονόμοι (αρμόδιοι, δηλαδή, για την κτηνοτροφία). Το Αρκάδι είχε πολλές χιλιάδες αιγοπρόβατα (Τ. Βενέρης, σελ. 78). Όλους που είχαν απομείνει ζωντανοί μέσα το Αρκάδι το βραδάκι της 9ης Νοεμβρίου τους μάζεψαν οι Τούρκοι για να τους οδηγήσουν στη θέση Μετοχάκι. Ένα ασύνταχτο κοπάδι οι αιχμάλωτοι και στα πλάγια οι Τούρκοι στρατιώτες επέβλεπαν να μην ξεφύγει κανένας. Δεν ήξεραν τι τους περίμενε: Βασανιστήρια, θάνατος… Βάδιζαν σ’ ένα ανώμαλο δρομάκι κι επρόκειτο να περάσουν από ένα λαγκό (μικρό φαράγγι), που ήταν πυκνό δάσος από δέντρα και θάμνους. Η επίβλεψη από τους φρουρούς εκεί ήταν χαλαρή… Ο Παρθένιος και ο Παϊσιος ήξεραν πολύ καλά, βήμα προς βήμα, αυτήν την περιοχή. Είχε αρχίσει και να σκοτεινιάζει… Το σκέφτηκαν και το αποφάσισαν.. Και όταν περνούσαν από το κατάλληλο σημείο με μια βουτιά τρύπωξαν ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα των θάμνων. Προχώρησαν μέχρι εκεί που έπρεπε και εκεί λούφαξαν και έμειναν όλη τη νύχτα. Το πρωί, όταν δεν ακουγόταν πια ούτε θόρυβος, ούτε φωνή, ξετρύπωσαν, πλησίασαν και μπήκαν στο Αρκάδι. Ήταν οι πρώτοι που μπήκαν. Αργότερα έφτασαν κι άλλοι.

Παντού ερείπια, καπνοί και πτώματα. Όλοι έψαχναν αναζητώντας κάποιον δικό τους. Μαζί τους και ο Συμεών Γαβράς (Τ. Βενέρη, σελ. 348). Πατώντας πάνω σε πτώματα έψαχναν στην αυλή και στα κελιά. Ο Παΐσιος και ο Παρθένιος παρακολουθούσαν και επέβλεπαν το Μάξιμο, μαζί με 2-3 άλλους έμπιστους, και αποφάσισαν, πολύ σωστά και προνοητικά, να παραμένουν εκεί μέρα-νύχτα. Γνώριζαν και τους κρυψώνες όπου ήταν κρυμμένα τα πολύτιμα αντικείμενα. Δεν απομακρύνθηκαν. Με την επίβλεψή τους συγκεντρώθηκαν όσα ήταν κρυμμένα και ό,τι άλλο είχε αξία και τα κατέγραψαν.

Αργότερα, τα παρέδωσαν με πρωτόκολλο στη Μονή Ασωμάτων, απ’ όπου μετά την ειρήνευση επιστράφηκαν στο Αρκάδι (Τ. Βενέρη, σελ. 72). Ο Παρθένιος και ο Παϊσιος διέσωσαν και διαφύλαξαν ότι είχε απομείνει.

Εφημ. «Ρεθεμνιώτικα Νέα» Ιούνιος 1997.

«Βαλαχί γιαγνίσι», είπε ο πασάς

Αρκάδι, Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 1866. Η μπαρουταποθήκη είχε ανατιναχθεί μέχρι τα θεμέλια. Η σφαγή στην Τράπεζα είχε ολοκληρωθεί. Φωτιές έκαιγαν ότι εκαίγετο. Παντού καπνοί και πτώματα. Χριστιανοί πολεμιστές ζωντανοί δεν υπήρχαν άλλοι. Αλλά εκεί, στα Μεσοκούμια, στο δεύτερο κελί, κάποιοι αντρειωμένοι δεν το έβαλαν κάτω. Δημακόπουλος, Δασκαλάκης, Γαλανάκης… Φυσέκια για τα όπλα τους δεν είχαν. Με τα μαχαίρια τους περίμεναν τους Τούρκους…

Οι Τούρκοι έφτασαν στην πόρτα του κελιού. Πάνοπλοι, έτοιμοι. Κάνοντας ένα βήμα θα έκοβαν τα κεφάλια αυτών των ανυπότακτων. Αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η διαταγή: «-Μη, αυτούς τους θέλει ζωντανούς ο Πασάς».

Έτσι, αντί για τον ένδοξο θάνατο η… ταπεινή αιχμαλωσία… Και όμως… Ψύχραιμοι, ατρόμητοι, με μία έκφραση περηφάνιας και ικανοποίησης, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, φώναξαν: –«Ναι, αλλά εκάμαμε το κέφι μας!!!».

Αυτά τα λόγια τα άκουσαν και οι Τούρκοι. Τους έκαναν εντύπωση, τα εδιηγούντο αργότερα, τα διαλαλούσαν. Έτσι μαθεύτηκαν από πολλούς και αυτή η φράση μπήκε στα δημοτικά τραγούδια και την αναφέρει και ο Τ. Βενέρης στο βιβλίο του (σελ. 268).

Μαζί με όλους τους άλλους, που είχαν μείνει ζωντανοί, οδηγήθηκαν και αυτοί οι αντρειωμένοι στη θέση Μετοχάκι. Εκεί ξεχώρισαν τους ξένους εθελοντές για να τους εκτελέσουν.

Τη συνέχεια των δραματικών γεγονότων την άκουσα από την Αθηνά Στ. Δασκαλάκη, σύζυγο του Αντωνίου Σταρά. Ο πατέρας της Αθηνάς, ο Σταμάτης Δασκαλάκης, ήταν αδελφός του Μιχάλη Δασκαλάκη που ήταν, ο Μιχάλης, σύζυγος της Δασκαλοχαρίκλειας. Η Αθηνά ήταν ανιψιά της Δασκαλοχαρίκλειας.

Η Αθηνά η Σταρού (έτσι την έλεγαν), ήταν μαμή και είχε γνώσεις πρακτικής ιατρικής και της άρεσε να την αποκαλούν γιάτραινα. Είχε σπίτι στο Ρέθυμνο (έναντι της βορινής πλευράς της εκκλησίας των Τεσσάρων Μαρτύρων στο Ρέθυμνο, που σήμερα σώζονται τα ερείπιά του) και σπίτι στην Αμνάτο, όπου διέμενε συχνά. Ήταν συντέκνισσα του παππού μου και ερχόταν πολύ συχνά στα Καψαλιανά, στο πατρικό μου σπίτι και διέμενε λίγες μέρες. Ήταν ομιλητικότητα και άκουσα και έμαθα πολλά από το στόμα της. Είχε επισκεφθεί τη θεία της Δασκαλοχαρίκλεια στην Αθήνα και, όταν η θεία της ήταν στα τελευταία της, η Αθηνά παρέμεινε δίπλα της πάνω από δύο μήνες και την επεριποιείτο.

Με περηφάνια, αργότερα, εδιηγείτο στο σπίτι μας, απλώνοντας τα χέρια της: «Εδώ, πάνω σ’ αυτά τα χέρι ξεψύχησε, η θεία μου η Χαρίκλεια». Εδιηγείτο όσα είχε μάθει από τη Δασκαλοχαρίκλεια και από αυτές τις αφηγήσεις είναι τα παρακάτω που γράφω.

Εκεί, στο Μετοχάκι, οι Τούρκοι ξεχώρισαν τους εθελοντές -ξένους- για να τους εκτελέσουν. Ήταν επτά. Κάπου κάθισαν στη σειρά. Μαζί με τους εθελοντές κάθισε και ο γιος της Δασκαλοχαρίκλειας, ο Κωνσταντίνος. Δεν φορούσε κρητική ενδυμασία, αλλά στολή Έλληνα στρατιώτη. Οι Αμνατσιανοί Τούρκοι που παρακολουθούσαν, είπαν στον πασά ότι αυτός δεν είναι εθελοντής. Ο πασάς έστειλε υπασπιστή του και τον ρώτησε εάν είναι εθελοντής. Και αυτός απάντησε: «Εγώ είμαι στρατιώτης του Έλληνα Βασιλιά». Και ο Πασάς έδωσε εντολή να εκτελεστεί κι αυτός. Οι Τούρκοι εκτελεστές έμπηξαν τα ξίφη τους πολλές φορές στο σώμα των εθελοντών και αμέσως μετά με γιαταγάνια έκοβαν τα κεφάλια τους.

Η Δασκαλοχαρίκλεια παρακολουθούσε… Όταν η κεφαλή του γιου της κατρακύλησε χάμω, αποσπάσθηκε από τους άλλους κρατούμενους, έτρεξε και άρπαξε την κεφαλή του παιδιού της και, όπως ήταν με τα αίματα, την καταφιλούσε με κλάματα και σπαρακτικές φωνές.

Ο Πασάς παραξενεύτηκε. Ρώτησε γιατί αυτή κάνει έτσι. Οι Αμνατσιανοί Τούρκοι του επανέλαβαν: «Αυτός δεν ήταν εθελοντής και αυτή είναι η μάνα του».

Και ο Πασάς διαπιστώνοντας το λάθος του, είπε:

«Βαλαχί γιαγνίσι»! (μα την πίστη μου λάθος έκανα!).

Άκουσαν όλοι αυτά τα λόγια. Τα έλεγαν, τα διηγούντο αργότερα. Ακούστηκαν και μαθεύτηκαν και ελέγοντο στα χωριά. Όταν κάποιος διέπραττε κάποιο λαθάκι, έσπευδε να πει: «Βαλαχί γιαγνίσι» απού ‘πε και ο Πασάς». Το άκουσα και εγώ να το λένε.

Εφημ. «Ρεθεμνιώτικα Νέα», Σεπτέμβρης 1997.

Ένας που σώθηκε από τη σφαγή

Μετά την ανατίναξη της μπαρουταποθήκης στο Αρκάδι, το απόγευμα της 9ης Νοεμβρίου 1866, ο αγώνας, η αντίσταση, ήσαν μάταια… Αλλά, εκεί στην μεγάλη Τράπεζα της Μονής, 36 πολεμιστές παρέμεναν αμπαρωμένοι μέσα στους γερούς τοίχους, τα παχιά θόλα και την ασφαλισμένη πόρτα. Οι Τούρκοι είπαν: «Εάν παραδώσετε τα όπλα σας δεν θα σας πειράξομε». Και τα παρέδωσαν.

Άνοιξε η πόρτα και άρχισε η σφαγή… Απάνω στα μεγάλα τραπέζια ακουμπούσαν τις κεφαλές τους κι έκοβαν το λαιμό τους…

Ανάμεσα στους 36 ήταν κι ένα αγόρι 15 χρονών. Ο Κωνσταντίνος Παπαδάκης, από τον Πίκρη. …Έβλεπε τα αίματα και άκουγε τα ουρλιαχτά… Μισότρελο, τρέμοντας και κλαίγοντας, σύρθηκε ανάμεσα στα πόδια και έφτασε στην πόρτα, όπου στεκόταν ο αξιωματικός που επέβλεπε τη σφαγή. Αγκάλιασε τα πόδια του και ξεφώνησε: «Μα δεν είπες ότι δεν θα τους σφάξεις;».

Υπήρχε κάποια ευαίσθητη χορδή. Ο αξιωματικός λυπήθηκε. Εκάλεσε έναν στρατιώτη και του παρέδωσε το αγόρι και του παράγγειλε: «Θα το προστατεύεις να μην το πειράξει κανένας και θα ψάξεις να βρεις τους γονείς του να τους το παραδώσεις».

Ο στρατιώτης εξετέλεσε τη διαταγή. Ο μικρός Κωνσταντίνος παραδόθηκε στους γονείς του. Αργότερα, που η επανάσταση και ο πόλεμος συνεχίζονταν και πολλοί Κρητικοί κατέφυγαν στην ελεύθερη Ελλάδα, ο μικρός Κωνσταντίνος, μαζί με τους γονείς του, κατέφυγαν στην Αθήνα και, άμα ησύχασαν τα πράγματα, επέστρεψε πάλι στου Πίκρη. Εκεί μεγάλωσε και έγινε καλός άνθρωπος και καλός χριστιανός. Χειροτονήθηκε ιερέας. Ενορία του ήταν και η Αμνάτος. Απέκτησε τέσσερα παιδιά: Ευαγγελία, σύζυγος Νικολάου Σμυνάκη στο χωριό Πίκρης, Δημήτριος, Κωνσταντίνος και Καλλιόπη, σύζυγος Σταυρακάκη από τα Μουρτζανά.

Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι η αλλαγή του επωνύμου που έκαναν δύο παιδιά του. Ο γιος Κωνσταντίνος Παπαδάκης, έγινε δημοδιδάσκαλος και υπηρετούσε στο δημοτικό σχολείο της Αμνάτου. Εκεί πολλοί μαθητές είχαν το επώνυμο Παπαδάκης, όπως και πολλοί άλλοι στον Πίκρη και στην Αμνάτο. Γι’ αυτό ο δάσκαλος άλλαξε το επώνυμό του από Παπαδάκης και το έκαμε Περιστερίδης. Το ίδιο έκαμε κι ο αδελφός του Δημήτριος. Οι Περιστερίδηδες που ζουν τώρα στην Αμνάτο και στο Ρέθυμνο, είναι και αυτοί απόγονοι του Κωνσταντίνου Παπαδάκη που σώθηκε από τη σφαγή στην Τράπεζα του Αρκαδίου.

Ο ιερέας Κωνσταντίνος Παπαδάκης ταξίδεψε και μακριά από την Ελλάδα σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πέθανε και ετάφη στη Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Το αφιέρωμα στην Αρκαδική Εθελοθυσία συνεχίζεται.

 

Πηγές

Μνήμες Κώστα Ξεξάκη Νοέμβριος 1983

Εφημ. «Ρεθεμνιώτικα Νέα», Ιούλιος 1997

Εφημ. «Ρεθεμνιώτικα Νέα» Σεπτέμβρης 1997