15 °C Rethymno, GR
01/12/2021

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Μιχάλης Παπουτσιδάκης: Ο μελωδικός ψάλτης με πηγαία ποιητική φλέβα

Ήταν και ο κτήτορας της εκκλησίας στην Ακροβατερή

Η Λαμπηνή δεν φημίζεται μόνο για το ιστορικό της παρελθόν, με αποκορύφωμα την ατέλειωτη λειτουργία στην εκκλησία της Παναγίας και τη φοβερή τραγωδία που βίωσαν οι κάτοικοι από τους Τούρκος του Αλμπάν Μπέη, αλλά και για τους λογοτέχνες της.

Εκτός από τους  Κώστα και Θανάση Απανωμεριτάκη, το Γεώργιο Σηφάκη (Σιμισακογιώργη) είναι και ο Μανόλης Παπουτσιδάκης ο γνωστός εκπαιδευτικός, χορωδός και ψάλτης. Η «ψυχή» κάθε συντροφιάς.

Ο τόσο σεμνός αυτός δημιουργός έχει το σπάνιο χάρισμα να «σκαρώνει» μαντινάδες στη στιγμή ανάλογα με το θέμα.

Και τον θυμάμαι σε εκδηλώσεις να μου βάζει με τρόπο στην παλάμη ένα χαρτάκι, όπου εκφραζόταν με το δικό του μοναδικό τρόπο αποτιμώντας το θέαμα ή το άκουσμα που είχε παρακολουθήσει με μαντινάδες άψογες σε σύνθεση, ρίμα και μέτρο.

Πατέρας του ήταν ένας επίσης εξαίρετος άνθρωπος και περίφημος ποιητής ο Μιχάλης Παπουτσιδάκης.

Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος που ελάχιστοι όμως θυμούνται. Ας τον γνωρίσουμε καλύτερα με το ταπεινό αυτό αφιέρωμα.

Ο τόσο αγαπητός σε όλους κύριος Μιχαλάκης γεννήθηκε στη Λαμπινή.

Από μικρός έδειξε την έφεσή του στα γράμματα. Ήταν άριστος μαθητής και ένοιωθε έρωτα για τα θεία. Έτσι μετά το δημοτικό σχολείο, που τέλειωσε στο χωριό του, απομακρύνθηκε για ένα διάστημα στου Πρέβελη. Ενώ φαινόταν ότι θα ακολουθήσει το μοναχισμό, οι πατέρες της Μονής διακρίνοντας τη δίψα του για μάθηση, ανέλαβαν τις σπουδές του στην πόλη. Τον βοήθησαν να νοικιάσει μια καμαρούλα στο Ρέθυμνο κι έτσι προχώρησε στο Γυμνάσιο.

Μια φορά του έλαχε να δείξει το ταλέντο του στη λύρα και το βιολί. Είχαν πάει εκδρομή κι εκεί παίζοντας με ψυχή κέρδισε τους πάντες.

Μετά το Γυμνάσιο έδωσε εξετάσεις για μια θέση στο Δημόσιο. Πέτυχε μεν αλλά για μια θέση στο Δημόσιο Ταμείο Κατερίνης. Ούτε να το σκεφτεί ότι θα ξενιτευόταν. Αποφασιστικός καθώς ήταν συνέχισε να προσπαθεί δίνοντας εξετάσεις μέχρι που κατάφερε να διοριστεί στο γραφείο του Νομομηχανικού στο Ρέθυμνο.

Τώρα η ζωή του χαμογελούσε πλατιά. Άνθρωπος της παρέας και του γλεντιού, γέμισε όμορφες αναμνήσεις τους φίλους του από αξέχαστα γλέντια.

Ασχολήθηκε με επιτυχία και με τις μαντινάδες που δημοσίευε στην «Κρητική Επιθεώρηση» προπολεμικά με το ψευδώνυμο «Μ. Λαμπινιώτης».

Παράλληλα ήταν και ψάλτης με μελωδικότατη φωνή. Κι έψαλε στην ενορία του που ήταν στον Άγιο Νικόλαο.

Δοκίμασε την πρώτη του πικρία από την άδικη μεταχείριση ανθρώπων που έχουν να διαχειριστούν εξουσία τότε που χωρίστηκαν οι ενορίες.

Ενώ το σπίτι του ήταν κοντά στον Άγιο Νικόλαο για να βολέψει ο εφημέριος το γιο του έδωσε στο Μιχαλάκη να καταλάβει ότι περίσσευε.

Εκείνος δεν είπε κουβέντα. Έπιασε το ψαλτήρι στους Τέσσερις Μάρτυρες αλλά είχε χαμηλή φωνή και είχε στο μεταξύ αρχίσει να υποφέρει από άσθμα. Ήταν το δικό του «παράσημο» από τον πόλεμο στη Αλβανία, όπου βρέθηκε ως έφεδρος αξιωματικός. Ενώ λοιπόν ήταν μελωδικότατος ψάλτης δεν μπορούσε να ακουστεί σε τόσο μεγάλο ναό. Τότε δεν υπήρχαν και μικρόφωνα. Υπέφερε όμως γιατί ήταν ευσυνείδητος και ήθελε να δίνει τον καλύτερο εαυτό του αλλά μάταια.

Τότε αποφάσισε να πάρει την οικογένειά του και να φύγει στην Αθήνα. Ήταν στα 1956.

 Κοντά στο μεγάλο του όνειρο

Εκεί στην Αθήνα πραγματοποίησε και το μεγάλο του όνειρο. Να κάνει σπουδές πάνω στη Βυζαντινή Μουσική. Μόλις τακτοποιήθηκε στην πρωτεύουσα πήγε και γράφτηκε στο Ελληνικό Ωδείο από όπου και πήρε με άριστα το πτυχίο Βυζαντινής Μουσικής.

«Δεν ξεχνούσε το χωριό του, μας λέει ο γιος του Μανόλης, κι έτσι όπως είχε ευχέρεια στο στίχο, προσθέτει, αποφάσισε να γράψει όλη αυτήν την ιστορία, πώς έκαψαν τους χωριανούς του στην Εκκλησία, ιστορία για τον Παππά-Παναγιώτη κι όλα αυτά να τα κάνει σε στίχο.

Το ’71 με 72 άρχισε να γράφει- τον θυμάμαι είχε ένα κομοδίνο στο κρεβάτι του δίπλα και με το φως ενός λαμπατέρ έγραφε. Έγραφε την ημέρα 10-15 στίχους, κουραζότανε -πήγαινε τότε και στη δουλειά του- κι έτσι όταν το τελείωσε το 73 κατεβαίνει στη Λαμπηνή και μέσα σε μεγάλη συγκίνηση απήγγειλε τη «θυσία της Λαμπηνής».

Το άκουσμα προκάλεσε συγκίνηση μέχρι δακρύων στο ακροατήριο…».

Και πάλι δεν ήταν ικανοποιημένος ο ανήσυχος αυτός δημιουργός. Κάθισε κι έγραψε ένα συντομότερο κομμάτι που απήγγειλε για πρώτη φορά στο χωριό του το 1980.

Και τα δύο ποιήματα έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Προμηθέας Πυρφόρος», που κυκλοφορούσε ο επιστήθιος φίλος του Παπουτσιδάκη, ο Ελευθέριος Δαφέρμος.

 Το τάμα

Όταν πολεμούσε στην Αλβανία ο Μιχαλάκης βρέθηκε κάποια στιγμή σε πολύ δύσκολη θέση. Θυμήθηκε τότε τον Άη Γιώργη κι έκανε τάμα να γυρίσει ζωντανός και θα του έκανε εκκλησάκι. Στο νου βέβαια είχε τον Άη Γιώργη του Τράγκα, μιας τοποθεσίας βορείως της Λαμπηνής, όπου υπήρχε ένας μισογκρεμισμένος ναός.

Έκανε το τάμα του αλλά περνούσαν τα χρόνια χωρίς να του επιτρέπουν οι συνθήκες να κάνει αυτό που έταξε στον Άγιο.

Το 1966 πήρε σύνταξη από το Δημόσιο.

Με το εφάπαξ αποφάσισε να κάνει το τάμα του εκεί στην Ακροβατερή, όπου είχε φυτέψει ένα αμπέλι της γυναίκας του. Ξεκίνησε με 5.000 δραχμές και προσευχή να προχωρήσει με το καλό κι όπου φτάσει. Μπήκαν τα θεμέλια, προχώρησαν οι εργασίες μέχρι που έγινε το κτίσμα αλλά ήταν ξέσκεπο. Από χωρητικότητα τώρα ίσα που έμπαιναν 30-40 άνθρωποι στο εκκλησάκι.

«Πράγματι, μας λέει ο γιος του, το θυμάμαι που ξεκίνησε, έγιναν τα θεμέλια του χτίστηκαν με τούβλο, μπήκαν οι κολόνες κι έμεινε ξεσκέπαστο. Ήταν μικρό. Να χωρούσε 30-40 ανθρώπους αυτό το εκκλησάκι κι ο κόσμος όλος».

Ένα τραγικό γεγονός στάθηκε αφορμή να γίνει το τάμα στην εντέλεια.

Είχε ένα φίλο ο Παπουτσιδάκης δάσκαλο, που ψάλανε κιόλας μαζί. Αυτός είχε ένα γιο περίπου 30 χρόνων που δυστυχώς πέθανε στον ύπνο του από αναρρόφηση. Θρήνος και οδυρμός στην οικογένεια αλλά και σε όλη την περιοχή γιατί ήταν ιδιαίτερα αγαπητή η οικογένεια.

Ο Μιχαλάκης δεν άφηνε λεπτό μόνο το φίλο του που ήταν απαρηγόρητος. Μια μέρα τον άκουσε να του λέει πως είναι διατεθειμένος να συμπληρώσει και να σκεπαστεί η εκκλησία αρκεί να γίνει διμάρτυρη. Να αφιερωθεί ένα κλίτος στον Άγιο Νικόλαο.

Χάρηκε με την πρόταση. Ο Παπουτσιδάκης δεν είχε καμιά αντίρρηση. Το μαθαίνει ο τότε Μητροπολίτης Τίτος και επειδή υπήρχε εκκλησία του Αγίου Νικολάου πρότεινε να αφιερωθεί το κλίτος στον Όσιο Νικόλαο τον Κουρταλιώτη. Έτσι κι έγινε η γνωστή εκκλησούλα στη θέση Ακροβατερή.

Το θέμα ενέπνευσε όπως ήταν αναμενόμενο το Μιχαλάκη που έγραψε ένα αριστουργηματικό έμμετρο αφιέρωμα με μαντινάδες εξαιρετικές.

Αν και ήταν τόσο σπουδαίος όμως επειδή ήταν χαμηλών τόνων δεν απέκτησε τις διακρίσεις που του άξιζαν.

Έμεινε στην υπηρεσία του μέχρι το 1966 που συνταξιοδοτήθηκε. Κατέβαινε στην Κρήτη τα καλοκαίρια. Έφυγε από τη ζωή το 1986 χτυπημένος από την επάρατη σε ηλικία 78 ετών.

Το ποίημα του για τη Λαμπηνή

Αυτός ήταν ένας ακόμα ποιητής που ασχολήθηκε με το δράμα της Λαμπηνής αλλά δεν έγινε τόσο γνωστός.

Κι όμως με τόση γλαφυρότητα περιγράφει τα γεγονότα εκείνα.

«Ήταν Χειμώνας, ήταν Κυριακή του Αγίου Ευθυμίου 20 του Γενάρη και στη Λαμπηνή παπά δεν είχανε. Υπήρχε Χριστιανικός πληθυσμός υπήρχαν και κάποιοι Τούρκοι.

Έμαθαν οι Χριστιανοί ότι θα έρθει ο παπά-Παναγιώτης από την αγία Πελαγία το διπλανό χωριό κι έτρεξαν αρκετοί άνδρες, είχαν μαζί τους μάλιστα και τα όπλα τους. Γυναίκες και παιδιά μπήκαν στη Εκκλησία και ξεκίνησε η Λειτουργία. Η όλη αυτή ιστορία ξεκινάει από τον πλούσιο άρχοντα του χωριού ο οποίος λεγόταν Αλμπάνης και ήταν Ενετός, ο οποίος είχε τουρκέψει για να μη χάσει τα προνόμιά του. Ένα παλικάρι Λαμπιθιανό που το λέγανε Φουρογιάννη κάπου τον συνάντησε στην εξοχή της Λαμπηνής, καθώς ερχότανε για το χωριό, αυτός έμενε στο Ρέθυμνο στο Ιρβάν το Μετόχι που λέμε και του χτύπησε με το τουφέκι, αλλά πήγε η σφαίρα στο φέσι. Δεν του έκανε ζημιά αλλά αυτός θύμωσε τόσο πολύ που έβαλε σκοπό να κάψει το χωριό να το καταστρέψει. Μετά από αυτό το γεγονός οι Λαμπιθιανοί φοβήθηκαν, έφυγαν από το χωριό τους πήγαν σε διπλανά χωριά κι εκεί περιμένανε να ξεθυμάνει η οργή του Αλμπάνη. Αυτός έκανε ότι το ξέχασε το γεγονός είχε και φιλίες με τον Περδικογιάννη οπότε ησύχασαν οι Λαμπιθιανοί και ξαναγυρίσανε πίσω. Είχαν όμως πάντα την έγνοια και βάζανε εναλλάξ φρουρούς για να αισθάνονται ασφαλείς.

Ήταν λοιπόν η βραδιά του Αγίου Ευθυμίου παραμονή, είχε κρύο πολύ απ’ ότι διηγούνται, είχε ρίξει ψηλό χιονάκι και ο Φουρογιάννης ήταν εκείνος που έβλεπε το πέρασμα.

Κάποια στιγμή κατά τα ξημερώματα χτύπησε κι έπιασε ένα λαγό. Σκέφτηκε λοιπόν «δε βλέπω τίποτα, ησυχία είναι, πάμε να τον ψήσουμε να το φάμε», αυτό το διάστημα όμως ήταν που είχε επιλέξει ο Αλμπάνης να πάει να καταστρέψει το χωριό. Είχε κρυφτεί στου Καλογεράδου το Μετόχι που είναι από τη Βορεινή μεριά της Λαμπηνής και μόλις έφεξε η μέρα, σιγά σιγά ανέβηκαν χωρίς κανείς να του πάρει χαμπάρι και βρέθηκα στο χωριό και κύκλωσαν τους Χριστιανούς που λειτουργούσαν.

Φαντάζεστε τι γίνηκε εκείνη τη στιγμή, σταμάτησε η Λειτουργία, κλάματα οι γυναίκες, τα παιδιά, οι άντρες αμπαρώσαν την πόρτα, φώναζαν οι Τούρκοι «βγείτε έξω δεν σας κάνουμε τίποτα, παραδοθείτε» εκείνοι όμως με κανένα τρόπο δεν πίστευαν στα λόγια του, ήταν μέσα κλεισμένοι. Δεν ξέρω πώς ανοίξανε την πόρτα και με τα τουφέκια που είχε κάποιος σκότωσε 2-3 που ήταν έξω στον περίβολο της εκκλησίας. Αυτό θύμωσε πολύ τον Αλμπάνη και διέταξε κι έφεραν σκάλες και ανέβηκαν στον Τρούλο της εκκλησίας. Η εκκλησία είχε τρούλο, η πόρτα ήταν κατασφαλισμένη, έσπασαν το τζάμι που υπήρχε κι έριξαν μέσα στουπιά, πανιά, με λάδια, και φαντάζεστε την κόλαση που ακολούθησε μέσα στην εκκλησία. Δεν μπορούσαν άλλο να μείνουν μέσα και αποφάσισαν να βγούνε έξω κι όποιος γλιτώσει. Τους περίμεναν απ’ έξω οι Τούρκοι τους άντρες που έπαιρναν επιτόπου τους εκτελούσαν και πήραν αιχμάλωτους. Γλίτωσαν ελάχιστοι άνδρες, κατάφεραν κι έφυγαν προς τα βουνά. Οι γυναίκες που ήταν μέσα εκεί, κι ο παπάς, πιάστηκαν αιχμάλωτοι, τους έφεραν στη πόλη και τους πούλησαν. Τότε γίνονταν σκλαβοπάζαρα, τους έβαζαν σε καράβι και τους πουλούσαν.

Η ιστορία με τον παπά-Παναγιώτη λέει ότι τον διαπομπεύανε στην πόλη του Ρεθύμνου, τον περνούσαν από τα στενά, άλλοι τον έφτυναν, άλλοι τον χτυπούσαν ο άνθρωπος ήταν γέρος ασθενικός δεν άντεξε, κάπου σωριάστηκε και παρέδωσε το πνεύμα του.

Εδώ δεν τέλειωσε η Λειτουργία κείνη την ημέρα της Λαμπηνής, είναι μια ατελείωτη λειτουργία όπως έγινε και στην Αγία Σοφία όταν έγινε η άλωση της Κωνσταντινούπολης. Είναι ένα φωτεινό παράδειγμα για όλη την Κρήτη η Θυσία της Λαμπηνής και η πολιτεία σήμερα τιμά αυτή την θυσία με μνημόσυνο κάθε χρόνο, έρχονται αρχές, στρατιωτικές αρχές, πολιτικές αρχές και πάντα ο Μητροπολίτης από το Σπήλι γίνεται μια ωραία λειτουργία.

Εκείνος που ασχολήθηκε με το δράμα της Λαμπηνής ήταν ο Μιχαήλ Μύρωνα Παπαδάκης. Πήρε τις πρώτες πληροφορίες από τον Αθανάσιο Απανωμεριτάκη που ήταν εισπράκτορας του ταμείου στο Σπήλι. Εισέπραττε τα δημοτικά τέλη.

Στο «Προμηθέα Πυρφόρο» υπάρχει ολόκληρο αφιέρωμα με όλα αυτά τα στοιχεία που αποτελούν μια σπουδαία πηγή πληροφοριών για την τραγωδία εκείνη.

Ασχολήθηκαν μετά ο παπά-Βαγγέλης ο Δημητρακάκης, ο οποίος ήταν παπάς και δάσκαλος στη Λαμπηνή, κι αυτός έχει ψάξει το θέμα.

Βέβαια ξεχωρίζει πάντα το ποίημα του Κώστα Απανωμεριτάκη «Ύμνος και θρήνος».

Οφείλουμε όμως να ανάβουμε ένα μνημόσυνο κερί στη μνήμη του Μιχάλη του Λαμπινιώτη που έδωσε κι αυτός με το στίχο του πρώτος έμφαση στο γεγονός.

Γιατί κάθε προσπάθεια που ξεκίνησε για να τον τιμήσει έμεινε στη μέση Άγνωστο γιατί.

Μένουν όμως οι στίχοι του αθάνατοι να τον τιμούν για όλο το έργο του. Στίχοι όπως οι παρακάτω.

 Η θυσία της Λαμπηνής

«Όταν σημαίνει η σάλπιγγα δευτέρα παρουσία

Και συναθρούν οι Χριστιανοί στην κάθε εκκλησία

Τότε θα παρουσιαστεί και ο Αγιο-Πελαγιώτης

Ο μάρτυρας της Πίστεως παπάς ο Παναγιώτης

Στην παναγία Λαμπηνή την ολοκαυτωμένη

Να κλείσει και τη λειτουργιά τη μισοτελειωμένη.

Να κοινωνήσει τις ψυχές τω Χριστιανώανθρώπω,

Πουεθυσιαστήκανε σ’αυτό τον Άγιο τόπο.

Και να μοιράσει αντίδωρο σαν Άγιος πατέρας

Σ’ όλο το εκκλησίασμα της τραγικής ημέρας.

Της 20ης του Γεναριού του έτους οχτακόσια χίλια και είκοσι εννιά

Που κομποδένει η γλώσσα

του ανθρώπου του χριστιανού να πει και ν’ αναφέρει

και τρέμει από συγκίνηση όταν το γράφει χέρι.

Γιατί έρχονται στο νου σκηνές φρίκης κι απελπισίας

Κλάματα θρήνος κι οδυρμός στα βάθη τσ’ εκκλησίας.

Έκλαιγε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα

Κι ωστόσο δεν εσήμανε πένθιμα η καμπάνα

Γιατί δεν έμεινε κανείς τα λείψανα να κλάψει

Κι αιχμαλωτίστηκε ο Παππάς όπου ’θελα τα θάψει.

Τόση μανία κι έχθρητα λύσσα θεριού κι αμπούνια

να κάψουν όλο το χωριό μέχρι μωρό στην κούνια.

Και μάλιστα στην εκκλησιά την ώρα λειτουργίας

για λυτρωμό από της τυραννίας.

Μάρμαρο να’ χεις την καρδιά και τη ψυχή γρανίτη

Θα κλαις για όσα γίνανε στην Λαμπηνή στην Κρήτη…

 Και ριζίτικο

Πρόσφατα ο γιος του Μιχάλη Παππουτσιδάκη, ο Μανόλης, πήρε τους πρώτους στίχους του ποιήματος και με τον Σιμισακογιώργη τους έκαναν ριζίτικο στο ρυθμό του Διγενή.

Από χρόνια οφείλαμε μια αναφορά και στον κύριο Μιχαλάκη, τον λεπτό εκείνο σε τρόπους και εμφάνιση ευπατρίδη, που κάποια στιγμή θα πρέπει να του αποδοθούν οι τιμές που αξίζει. Είναι το έργο του και η φωτεινή του παρουσία σε κάθε μνήμη που το επιβάλλουν.