Σχετικά με την υπόθεση της άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος πρώην και νυν μελών του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την οποία υπήρξαν δημοσιεύματα στον τύπο, το Πανεπιστήμιο Κρήτης σε επιστολή του αναφέρει τα παρακάτω:
«Σχετικά με δημοσιεύματα για την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος πρώην και νυν μελών του Πανεπιστημίου Κρήτης, που διετέλεσαν μέλη της Συγκλήτου και της Επιτροπής Ερευνών, επιθυμούμε να σας γνωρίσουμε τα εξής:
Οι Διοικήσεις του Πανεπιστημίου Κρήτης από τα πρώτα έτη της λειτουργίας του βρέθηκαν αντιμέτωπες με δύο ουσιώδη για την επιβίωση και την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου προβλήματα, αυτά της έλλειψης προσωπικού για την προώθηση και την ανάπτυξη της έρευνας και της ανεπαρκούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των καθηγητών και των εργαζομένων στο Ίδρυμα. Το τελευταίο δε από αυτά, διήρκεσε έως το έτος 2007. Τα προβλήματα αυτά, το Πανεπιστήμιο Κρήτης προσπάθησε να τα αντιμετωπίσει με τις δικές του δυνάμεις καθώς η Πολιτεία, στο πρώτο ουδέποτε ανταποκρίθηκε επαρκώς, και στο δεύτερο καθυστέρησε επί τριάντα (30) περίπου χρόνια να το διευθετήσει, παρά του ότι το έπραξε για τα κεντρικά Πανεπιστήμια.
Το Πανεπιστήμιο Κρήτης με εισηγήσεις των Πρυτανικών αρχών, από το έτος 1993 και μετά, και με ομόφωνες αποφάσεις των Συλλογικών του Οργάνων (της Συγκλήτου και της Επιτροπής Ερευνών):
i. Προσέλαβε, έπειτα από καθ’ όλα νόμιμες διαδικασίες, προσωπικό για την εξυπηρέτηση των άμεσων λειτουργικών του αναγκών, μέσω του αποθεματικού του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και του έργου με κωδικό αριθμό (Κ.Α.) 233. Είναι ευρέως γνωστό ότι, για το σύνολο της ερευνητικής δραστηριότητας απαιτείται να λειτουργούν με επάρκεια οι διοικητικές και οι τεχνικές υπηρεσίες, που όμως δεν καλύπτονταν επαρκώς και διαρκώς τόσο από τον Κρατικό Προϋπολογισμό όσο και από τις εξωτερικές χρηματοδοτήσεις που διαχειριζόταν η Επιτροπή Ερευνών. Οι δραστηριότητες που υλοποιήθηκαν στο πλαίσιο του έργου με Κ.Α. 233 ήταν σύμφωνες με το άρθρο 1 παρ. 2 της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 679/1996 και, χωρίς καμία εξαίρεση, ήσαν απαραίτητες για το συνολικό ερευνητικό, εκπαιδευτικό, επιμορφωτικό και αναπτυξιακό έργο του Πανεπιστημίου Κρήτης.
ii Κάλυψε συμπληρωματικά την ανεπαρκή υγειονομική περίθαλψη των εργαζομένων του από το αποθεματικό του ΕΛΚΕ για τα έτη 1999-2002. Πρέπει να επισημανθεί, ότι οι καθηγητές και οι εργαζόμενοι (καθώς και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους) του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο, είχαν ασφαλιστική κάλυψη ως προς την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη μόνο στο Νομό Ρεθύμνης, και αντίστοιχα οι καθηγητές και εργαζόμενοι του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ηράκλειο μόνο στο Νομό Ηρακλείου. Έτσι εάν καθηγητής ή εργαζόμενος του Πανεπιστημίου Κρήτης, που για υπηρεσιακούς ή ερευνητικούς λόγους έπρεπε να μεταβεί εκτός των ορίων του Νομού της έδρας του, ασθενούσε ή είχε υποστεί κάποιο ατύχημα, δεν ετύγχανε οιασδήποτε ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
Γίνεται δε ευκόλως αντιληπτή η συνέπεια της έλλειψης αυτής, στους καθηγητές, στους ερευνητές και στους διδάσκοντες του Πανεπιστημίου Κρήτης, οι οποίοι είχαν υποχρέωση να ταξιδεύουν σε όλους τους Νομούς της Ελλάδας και στο εξωτερικό για ακαδημαϊκούς, ερευνητικούς, επιμορφωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς. Υπό τα δεδομένα αυτά, το ισχύον τότε καθεστώς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (ασφάλισης) των καθηγητών και των εργαζομένων του Πανεπιστημίου Κρήτης, ήταν όχι μόνο αναχρονιστικό, αλλά εμπόδιζε περαιτέρω την προσέλκυση νέων επιστημόνων και ερευνητών, εν τέλει δε την ίδια την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Υπουργείο Υγείας στις 13-11-1985, ζήτησε από τα Α.Ε.Ι. να εγγράψουν στον προϋπολογισμό τους πιστώσεις για την υγειονομική περίθαλψη του προσωπικού τους, ώστε από 1-1-1986 οι δαπάνες νοσηλείας να βαρύνουν το νομικό πρόσωπο και όχι τον τακτικό προϋπολογισμό. Στη συνέχεια, ακολούθησε η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του νόμου 1729/1987, σύμφωνα με την οποία «στο εκπαιδευτικό, διοικητικό και λοιπό τακτικό προσωπικό του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους παρέχεται από Πανεπιστημιούπολη Ρεθύμνου (Γάλλος) 741 00 Ρέθυμνο, το Δημόσιο υγειονομική περίθαλψη με τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις που παρέχεται για τους υπαλλήλους του Δημοσίου και τα μέλη των οικογενειών αυτών»
Έτσι και μετά από αυτή την επιλεκτική διάταξη, τα μέλη του Πανεπιστημίου Κρήτης εξακολουθούσαν να μην απολαμβάνουν την ίδια υγειονομική περίθαλψη με τους υπαλλήλους του Δημοσίου, αλλά και των Α.Ε.Ι. που η διάταξη αυτή συμπεριέλαβε. Με το ν. 2768/1999 συστάθηκε ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.) στον οποίο και πάλι δεν εντάχθηκε το προσωπικό των Πανεπιστημίων πλην των ανωτέρω. Κατά εξουσιοδότηση δε σχετικής διάταξης νόμου εκδόθηκε η Υ.Α. αρ.2/190/2004 (28-1-2004) με την οποία επεκτάθηκαν οι δικαιούχοι της υπό τον ΟΠΑΔ περίθαλψης, στους οποίος για άλλη μια φορά δεν περιελήφθησαν οι εργαζόμενοι του Πανεπιστημίου Κρήτης.Έτσι μετά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 του νόμου 3369/2005, με την οποία ρυθμίσθηκε το θέμα της υπαγωγής του προσωπικού των Πανεπιστημίων στον ΟΠΑΔ, και την έκδοση της με αριθμό 126592 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΦΕΚ Β’ 1947, 2005) το προσωπικό του Πανεπιστημίου Κρήτης εντάχθηκε στον ΟΠΑΔ την 1η Ιανουαρίου 2007.Επομένως από την 1-1-1986 έως και την 31-12-2006 το προσωπικό του Πανεπιστημίου Κρήτης είχε πλημμελή και σημαντικά περιορισμένη υγειονομική κάλυψη. Τα βιβλιάρια υγείας των μελών του Πανεπιστημίου Κρήτης δεν γίνονταν δεκτά εκτός του Νομού, όπου υπηρετούσε το προσωπικό, ούτε καν σε Δημόσιο Κέντρο Υγείας, και ακόμα εντός Νομού γίνονταν δεκτά από ελάχιστους συμβεβλημένους ιδιώτες ιατρούς και από ελάχιστα συμβεβλημένα φαρμακεία. Η ανάγκη συμπληρωματικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (ασφάλισης) ήταν επομένως πιεστική, επειδή το καθεστώς της ασφάλισης των μελών του επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κρήτης δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικό, και ως προς την κάλυψη του όλου κόστους κατά παρέκκλιση της τότε ισχύουσας νομοθεσίας και των εγκυκλίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
iii. Οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την κάλυψη των ως άνω αδήριτων αναγκών του Πανεπιστημίου Κρήτης, αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου από έξι (6) διαφορετικούς Οικονομικούς Επιθεωρητές, μετά την ολοκλήρωση δε δύο από αυτών εκδόθηκαν καταλογιστικές πράξεις σε βάρος συγκεκριμένων μελών της Επιτροπής Ερευνών, για τις αντίστοιχες αποφάσεις (τη σύναψη δηλαδή σύμβασης, μετά από διαγωνισμό σύμφωνα με τη νομοθεσία, μεταξύ του Πανεπιστημίου Κρήτης και ασφαλιστικής εταιρίας για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (ασφάλιση) των εργαζομένων του Πανεπιστημίου Κρήτης, και για το έργο με Κ.Α. 233 το οποίο αφορούσε την καταβολή αμοιβών για συμβάσεις έργου ή εργασίας μεταξύ του Ε.Λ.Κ.Ε. και φυσικών προσώπων) της Επιτροπής, οποίες όπως προαναφέρθηκε επικυρώθηκαν ή εγκρίθηκαν από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου Κρήτης. Για τις καταλογιστικές αυτές πράξεις έχουν εκδοθεί απαλλακτικές αποφάσεις για τα ίδια ή και άλλα πρόσωπα από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Παράλληλα και για την ποινική διερεύνηση των ως άνω δαπανών, οφείλουμε να επισημάνουμε (όπως άλλωστε αναφέρεται στα σχετικά δημοσιεύματα) την έκδοση της υπ’ αριθμόν 405/6-6-2014 αμετάκλητης ομόφωνης αθωωτικής απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, (μετά από αντίστοιχη αθωωτική πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών) η οποία εκδόθηκε έπειτα από την ποινική διερεύνηση των αναφερομένων στην νέα εισαγγελική παραγγελία αδικημάτων της απιστίας περί την υπηρεσία και της υπεξαίρεσης. Για το λόγο δε αυτό, με απόφαση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Κρήτης, τέθηκε στη διάθεση των υπό κατηγορία προσώπων (μελών των ως άνω συλλογικών οργάνων της χρονικής περιόδου 1996 -2004) η Νομική Υπηρεσία του Ιδρύματος, για την παροχή και μόνο κάθε απαιτούμενου εγγράφου για την σε εξέλιξη ευρισκόμενη ποινική διαδικασία. Η συνδρομή αυτή κατ’ ουδένα τρόπο αφορά την κάλυψη οποιουδήποτε οικονομικού κόστους, όπως αναφέρουν τα σχετικά δημοσιεύματα.
iv. Η πορεία του Πανεπιστημίου Κρήτης δικαιώνει τις συγκεκριμένες αποφάσεις των συλλογικών του οργάνων και των εισηγήσεων των Διοικήσεών του. Το ίδρυμα με την πολιτική αυτή προσέλκυσε άριστους επιστήμονες και προσέλαβε άρτια εκπαιδευμένο προσωπικό, φθάνοντας σήμερα να είναι το κορυφαίο ερευνητικό πανεπιστήμιο της χώρας με υψηλή κατάταξη στις διεθνείς αξιολογήσεις (http://dailyinfographics.eu/top‐universities‐in‐european‐countries/).
Από το 1990 ως το 2005, τα μέλη των Πρυτανειών, οι κοσμήτορες, οι πρόεδροι των Τμημάτων ως μέλη της Συγκλήτου, συμπεριλαμβανομένων και των εκπροσώπων των καθηγητών, των φοιτητών και του προσωπικού, καθώς και τα μέλη της Επιτροπής Ερευνών, έλαβαν τις αποφάσεις τους με πλήρη διαφάνεια και σύμφωνα με το νόμο, όπως κρίθηκε από τις εκδοθείσες μέχρι σήμερα Δικαστικές αποφάσεις δύο διαφορετικών δικαστικών σχηματισμών (Ελεγκτικό Συνέδριο – Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων).