23 °C Rethymno, GR
27/09/2021

ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ

Οι Βλαστοί των Επαναστάσεων και της Επιστήμης

-Η προδοσία ματαίωσε τα σχέδια του Σήφη Βλαστού για την αποτίναξη του Ενετικού ζυγού

Από τις σπουδαίες οικογένειες του τόπου και οι Βλαστοί. Δεν είναι μόνο ο περίφημος λαογράφος Παύλος Βλαστός, είναι και άλλοι σημαντικοί που αξίζει να τους γνωρίσουμε. Και πρώτα ας δούμε το ιστορικό της οικογένειας που χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Η αρχοντική στρατιωτική οικογένεια των Βλαστών έχει βυζαντινές ρίζες στην Κωνσταντινούπολη και την Χίο. Η παράδοση αναφέρει πώς ένας Βλαστός ήταν ένα από τα δώδεκα αρχοντόπουλα, που έστειλε με τις οικογένειές τους, από την Πόλη ο βυζαντινός Αυτοκράτορας Αλέξιος Β’ Κομνηνός ο Πορφυρογέννητος (1180-1183), στην Κρήτη, προκειμένου να οργανώσουν την άμυνα του νησιού κατά των Αράβων και των πειρατικών επιδρομών. Μετά την κατάληψη του νησιού από τους Οθωμανούς το 1669, κλάδοι της οικογένειας διεσπάρησαν σε όλη την Μεσόγειο. Όσοι απόγονοι των Βλαστών παρέμειναν στην Κρήτη, πρωτοστάτησαν στα αλλεπάλληλα απελευθερωτικά κινήματα του νησιού. Άλλα μέλη της οικογένειας μετανάστευσαν στην Χίο, απ’ όπου διέφυγαν μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους το 1822, την Δαλματία, την Ισπανία, την Ιταλία και τη Μασσαλία, όπου ακόμη και σήμερα διατηρείται το επώνυμο Βλαστός.

Για την οικογένεια υπάρχουν αρκετές πληροφορίες σε έγκριτες εγκυκλοπαίδειες, στο αρχείο Παύλου Βλαστού και στη μελέτη του Κώστα Καιροφύλα με τίτλο: «Une famille patricienne Cretoise» (New York 1932). Μια ακόμα πολύτιμη πληροφορία από τις έρευνες του Γιώργη Εκκεκάκη.

Στο αφιέρωμά μας θα σταθούμε στους πιο σημαντικούς αλλά λιγότερο γνωστούς χωρίς να αγνοήσουμε και τους επιφανέστερους για τους οποίους έχουν ασχοληθεί κορυφές του Πνεύματος όπως ο Μανούσος Μανούσακας, που μας έχει δώσει εξαιρετικής πληρότητας εργασίες για τον περίφημο επαναστάτη Σήφη Βλαστό.

Ευκαιρία να ξεκινήσουμε από αυτόν που εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας, λίγο μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453).

Ήταν καλοκαίρι του 1454, όταν οι Ενετικές αρχές πληροφορούνται ότι ετοιμάζεται μια επανάσταση με αρχηγό τον Σήφη Βλαστό (λατ. Siphius ή Sifi Vlasto) .

Περισσότερα γι’ αυτόν δεν γνωρίζουμε. Για να τίθεται όμως επικεφαλής συνωμοσίας, αυτό σημαίνει ότι θα κατείχε σημαίνουσα θέση και θα επηρέαζε κόσμο.

Η συνωμοσία φαινόταν να συγκεντρώνει αρκετό κόσμο και θα μπορούσε να στεφθεί με επιτυχία.

Οι λόγοι της ενέργειας αυτής έχουν αρκετές αιτίες. Ήταν η καταπίεση των κατακτητών, η διείσδυση της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά κυρίως ο πόθος δημιουργίας ανεξάρτητου ελληνικού κράτους που θα συνέχιζε την κληρονομιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αποφασισμένος για όλα ο Βλαστός δεν δίστασε να ξεσηκώσει και άλλους πολλούς με κάθε τρόπο. Ο Μανούσος Μανούσακας αναφέρει και μια πλαστή επιστολή υποστήριξης που έφερε την υπογραφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου! Αυτό που λέμε «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Οι Ενετικές αρχές δεν είχαν λόγο να αμφισβητήσουν τους «πράκτορές» τους που ήταν ο Ιωάννης Λίμα, ιερέας και ο Βενετός Αντρέα Νίγκρο, οι οποίοι και πρόδωσαν τις κινήσεις αυτές. Είχαν κάνει βλέπετε το μέγιστο λάθος οι συνωμότες, να εμπιστευθούν το σκοπό τους στον ιερέα Ιωάννη Λίμα που δεν έχασε καιρό και έσπευσε να τους καταδώσει στις αρχές.

Ο Δούκας της Κάντια πάντως ο Μπενεντέτο Βιτούρι, ήρθε προ διλήμματος. Δεν ήξερε τι να κάνει. Έπρεπε να ενημερώσει το δόγη Φραντσέσκο Φόσκαρι αλλά οι πληροφορίες ότι επίκειται ο ξεσηκωμός και ο φόβος ότι δεν επαρκούν οι στρατιωτικές δυνάμεις του για να καταστείλει την επανάσταση τον υποχρέωσαν να αναλάβει πρωτοβουλίες.

Έτσι, με τη βοήθεια των τοπικών φεουδαρχών, συνελήφθησαν συνολικά 39 συνεργοί, μεταξύ των οποίων οι ιερείς Μανασσής Αρκολέων (ή Αρκολέος) και Παύλος Καλύβας, καθώς και οι πολίτες Λεοντάκιος Τρουλλινός και Γεώργιος Καλλέργης. Οι συνωμότες εκτελέστηκαν με απαγχονισμό, οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν. Οι πληροφοριοδότες έλαβαν αμοιβές μεταξύ των οποίων κληρονομικές ετήσιες επιδοτήσεις που ανέρχονταν σε 1000 υπέρπυρα  για κάθε έναν. Τους δόθηκε επίσης το δικαίωμα να συνοδεύονται από ένοπλους φρουρούς. Στον Λίμα προσφέρθηκε στη θέση του πρωτόπαπα της Κάντια, αλλά δεν την κατέλαβε ποτέ με το φόβο της λαϊκής αντίδρασης. Η προσφορά υλικών ανταμοιβών σε αντάλλαγμα πιστών υπηρεσιών στη Βενετία ήταν μια συνήθης πρακτική της Δημοκρατίας. Ως περαιτέρω τιμωρία, το Συμβούλιο των Δέκα απαγόρευσε τη χειροτονία Ορθόδοξων ιερέων για πέντε χρόνια και διέταξε την ενίσχυση των φρουρών των Χανίων και του Ρεθύμνου.

Κι ήρθε ο έρωτας

Κι ήρθε ο έρωτας να αναστατώσει τη ζωή του. Το 1873 ερωτεύτηκε την Τουρκοπούλα Νουριγιέ Κάντζη.

Ο θυελλώδης έρωτάς τους έγινε αφορμή να περάσουν μεγάλες φουρτούνες που αντιμετώπισαν με θάρρος, χάρις στο αίσθημα που τους έδινε μεγάλη ψυχική αντοχή.

Οι συνθήκες της εποχής δεν ευνοούσαν το ειδύλλιό τους. Έτσι αποφάσισαν να «κλεφτούν». Η απόφασή τους αυτή «άναψε» επικίνδυνα τα αίματα. Ακόμα και ο πατέρας της Νουριγιέ αναγκάστηκε να κατέβη στο λιμάνι και να κάψει δημόσια την προίκα της κόρης του για να «ρίξει στάχτη στα μάτια» των άλλων Τούρκων που ζητούσαν εδώ και τώρα να πληρώσει το ζευγάρι με αίμα την αποκοτιά του.

Στην Αθήνα ο Παύλος, με τη Μαρία του όπως ήταν τώρα το χριστιανικό όνομα της Νουριγιέ, αν και απολάμβανε τον έρωτά του δεν έπαψε να συμμετέχει σε πατριωτικές οργανώσεις, καθώς η επανάσταση του 1878 βρισκόταν στο φόρτε της.

Με τη μεσολάβηση του Φωτιάδη πασά, γενικού διοικητή Κρήτης ο Παύλος και η Μαρία επιστρέφουν στο Ρέθυμνο και το 1881 ο Βλαστός εκλέγεται για πρώτη φορά και μάλιστα παμψηφεί πληρεξούσιος της επαρχίας Αμαρίου και αργότερα διοικητικός σύμβουλος του τμήματος Ρεθύμνης μέχρι το 1885.

Οι ταραχές που ακολουθούν και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει τον υποχρεώνουν να επιστρέψει στην Αθήνα. Επιστρέφει μόνιμα την ίδια μέρα με τον πρίγκιπα Γεώργιο. Ήταν 9 Δεκεμβρίου 1898.

Πολυγραφότατος, από τους σοφούς της εποχής του, δεν σταμάτησε να γράφει στο φως του λύχνου πάντα τις λαογραφικές του μελέτες.

Κι όταν σιγά σιγά έχανε την όρασή του μέχρι που τυφλώθηκε με μια δική του πατέντα κατάφερε να συνεχίσει το έργο του.

Πολύτιμο λαογραφικό υλικό

Δουλεύοντας με μεθοδικό και επιστημονικό τρόπο, μας άφησε τόμους χειρόγραφους, με πολυτιμότατο λαογραφικό υλικό, το οποίο συγκέντρωσε από τη μια άκρη της Κρήτης μέχρι την άλλη. Το υλικό αυτό παραμένει ανέκδοτο σχεδόν στο σύνολό του. Πρόλαβε να εκδώσει μονάχα το κλασικό πια βιβλίο του: «Ο Γάμος εν Κρήτη» και να κάνει μερικές δημοσιεύσεις σε κάποιες εφημερίδες.

Επίσης έζησε την προσπάθεια κάποιων κύκλων από την Ελλάδα (κυρίως της άρχουσας τάξης) αλλά και κύκλων του εξωτερικού, να «εκμοντερνίσουν», «εξευρωπαϊσουν», «εκδυτικίσουν» την ταλαιπωρημένη Ελλάδα.

Συνδυάζοντας μεθοδολογικά την επιτόπια έρευνα με τη μελέτη των παλαιότερων και σύγχρονών του γραπτών πηγών, ο Π. Βλαστός συγκέντρωσε πλήθος πληροφοριών, σχετικών όχι μόνο με τον λαϊκό πολιτισμό, αλλά και τη γεωλογία της νήσου, τη βοτανική, την ιστορία, την αρχαιολογία και τη φιλολογία. Το υλικό αυτό αποθησαυρίστηκε σε ένα εντυπωσιακό αρχείο 94 χειρόγραφων τόμων, εκ των οποίων οι 41, περίπου 26.000 σελίδες, περιλαμβάνουν τη λαογραφική ύλη. Η συλλογή του Βλαστού συμπληρώνεται από μουσική και ποιήματα της λόγιας παράδοσης, εκκλησιαστικά μέλη, εμβατήρια και θουρίους, τραγούδια και χορούς από την υπόλοιπη Ελλάδα και την Ευρώπη, σχολικά άσματα και δικά του στιχουργήματα.

Έχοντας έμφυτο το μικρόβιο του ερευνητή, ο Βλαστός διέτρεξε απ’ άκρου εις άκρον την Κρήτη -τις επαρχίες Μεραμπέλλου, Λασιθίου, Τεμένους, Μαλεβιζίου, Γορτύνης, Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου, Αποκορώνου και Σφακίων. Κατά την περιήγησή του κατέγραψε πάνω από 400 δημοτικά τραγούδια -της τάβλας, της αγάπης, του γάμου, νανουρίσματα, κάλαντα, ηρωικά, ρίμες, παραλογές -αλλά και πάσης φύσεως έθιμα, δοξασίες και εκδηλώσεις του φυσικού, πνευματικού και κοινωνικού λαϊκού βίου.

Η πολύτιμη κληρονομιά που άφησε στον λαό της Κρήτης, αλλά και ευρύτερα στους Έλληνες, ο Παύλος Βλαστός τον κατατάσσει στη χορεία των μεγάλων συλλογέων παραδοσιακών τραγουδιών του 19ου και 20ου αιώνα, μαζί με τον Σιγάλα, τον Παχτίκο και τον Ψάχο.

Αυτό που δεν εξηγείται είναι η αδιαφορία των πνευματικών ταγών να αφήσουν το μνημειώδες αυτό έργο σε χειρόγραφα που φυλάσσονται στο Ιστορικό Αρχείο.

Κι αν έλειπε η άοκνη εποπτεία της πρώην προϊσταμένης του Ιστορικού Αρχείου κας Ζαχαρένιας Σημαντηράκη αρκετό από το υλικό αυτό θα είχε καταληστευθεί.

Όταν έχουν πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο αντιγραφές εξ αντιγραφών είναι εντελώς απαράδεκτο και αφορμή για αιώνια τύψη να μην έχει εκδοθεί έστω και μέρος του αρχείου αυτού.

Ενός αρχείου που από θαύμα σώθηκε όπως είχαμε αναφέρει με βάση τις αφηγήσεις του αείμνηστου Λεωνίδα Καούνη ανιψιού του Παύλου Βλαστού.

Παύλος Βλαστός

Από τους επιφανέστερους σύγχρονους Βλαστούς ήταν ο Παύλος.

Γεννήθηκε στο Βυζάρι Αμαρίου, 29 προς 30 Ιανουαρίου 1836 και ήταν γιος του Γεωργίου Βλαστού και της Πελαγίας Σαουνάτσου.

Ο πατέρας του Γεώργιος του δίδαξε τα πρώτα γράμματα μαζί με το Χαράλαμπο Πετυχάκη. Η αρχοντική του καταγωγή όμως υποχρέωνε σε καλύτερες σπουδές. Έτσι βρέθηκε να θητεύει στους ονομαστούς δασκάλους της εποχής του που ήταν ο Κωνσταντίνος Χατζής, ο Ιωάννης Ψαρουδάκης και ο Παρθένιος Περίδης.

Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο και στην Ελληνική Σχολή και το 1853 διορίζεται από την εφορία Ρεθύμνης ως βοηθός του δημοδιδασκάλου Κωνσταντίνου Ψαρουδάκη από τους επιφανέστερους μουσικοδιδασκάλους. Πλάι σ’ αυτόν το σπουδαίο δάσκαλο ο Παύλος διδάχτηκε τη βυζαντινή παρασημαντική.

Το 1858 διορίζεται αριστερός ψάλτης στο Μητροπολιτικό Ναό. Αυτή όμως ήταν η πρώτη βαθμίδα της μετέπειτα σημαντικής πορείας του. Στο μεταξύ έχει καταφέρει πλάι στους σημαντικότερους μουσικοδιδασκάλους της εποχής του να γίνει ο σημαντικότατος.

Εφοδιασμένος με γνώσεις και με πηγαίο ενθουσιασμό, σε ηλικία μόλις 24 χρονών, το 1860, συνέλαβε τη μεγαλεπήβολη ιδέα της περισυλλογής και μελέτης όλων των δημοτικών τραγουδιών της Κρήτης, κατόπιν προτροπής του πατέρα του, Γεωργίου Βλαστού.

Με την έναρξη της επανάστασης του 1866 ο Βλαστός πηγαίνει στην Αθήνα και συνεργάζεται με τη Κεντρική υπέρ των Κρητών επιτροπή για την περίθαλψη των προσφύγων. Στο τέλος της επανάστασης επιστρέφει στο νησί του συνεχίζοντας τη συγγραφή βυζαντινής μουσικής με το ψευδώνυμο Θαλήτας. Παράλληλα συνεργάζεται με το μουσικό περιοδικό της εποχής «Φόρμιγγα».

Αν και καλλιτεχνική φύση ήξερε πως πρώτα από όλα είχε καθήκον να ασκεί κάποιο επάγγελμα, ώστε να ζει χωρίς δυσκολίες. Βρίσκει να τον ενδιαφέρει το εμπόριο και αναπτύσσει επαγγελματική δράση στον τομέα αυτό.

Από τις αφηγήσεις του Λεωνίδα Καούνη

Για τη σπουδαία αυτή κληρονομιά ο Λεωνίδας Καούνης μας είχε πει σε μια από τις αξέχαστες συζητήσεις μας:

«Ο Βλαστός πεθαίνοντας χωρίς παιδιά άφησε το βάρος ενός τόσο πολύτιμου πνευματικού έργου στους δύο πρωτανιψιούς του και μοναδικούς κληρονόμους. Τον πατέρα μου Εμμανουήλ Καούνη και Γεώργιο Βλαστό.

Ο πατέρας μου με υπέρμετρο ζήλο ανέλαβε και διαφύλαξε τη συλλογή δεδομένου ότι ο Βλαστός ήτο απασχολημένος με εμπορικές επιχειρήσεις. Πολλές και ποικίλες οι ενέργειες για την έκδοση του αρχείου τούτου προς κρατικούς φορείς. Το έργο προσεφέρετο δωρεάν υπό τον όρο της αυτοτελούς εκδόσεως και επ’ ουδενί της μερικής σταχυολόγησης. Αξιόλογη η συνεργασία του με τον τότε Πρόεδρο της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών και αργότερα Πρωθυπουργό της Ελλάδος αείμνηστο Εμμανουήλ Τσουδερό. Αν δεν μεσολαβούσε ο πόλεμος το έργο ασφαλώς θα είχε εκδοθεί. Ομοίως πολύτιμος υπήρξε η συμπαράσταση και οι ενέργειες μεταγενέστερα των αείμνηστων Παντελή Πρεβελάκη και Νίκου Καζαντζάκη στα αρμόδια υπουργεία και σε διαφόρους εκδοτικούς οίκους, ενέργειες που δυστυχώς έμειναν άκαρπες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το πολύτιμο μοναδικό βιβλίο που πρόλαβε να εκδώσει εν ζωή ο Παύλος Βλαστός (ο Γάμος εν Κρήτη) βρέθηκε σε εκατοντάδες αντίτυπα μέσα σε μια κασέλα. Μετά το θάνατό του εβιβλοδετήθη και απεστάλη σε όλες τις βιβλιοθήκες του κόσμου.

Μοιραία μεταφορά

Λόγω της παραμονής μας στο χωριό κατά τη διάρκεια του πολέμου και τον φόβο βομβαρδισμού της πόλης ο πατέρας μου θέλησε να μεταφέρει και τη λαογραφική συλλογή δεματοποιώντας την σε ξύλινα κιβώτια.

Τον Μάιο του 1941 μεταφέρει τη συλλογή στο Αμαριώτικο πρακτορείο μαζί με διάφορα είδη οικοσυσκευής. Όταν άρχισε η φόρτωση στο αυτοκίνητο εσήμανε συναγερμός κι έπεσε μια βόμβα στο διώροφο κτίσμα του πρακτορείου. Η βόμβα άνοιξε μια τεράστια γούβα καταστρέφοντας όλα τα πράγματα και τις αποσκευές των επιβατών. Η απόγνωση του πατέρα μου υπήρξε απερίγραπτη. Τρεις μήνες δεν έπαυσε να τρέχει το κλάμα στα μάτια του.

Κατά τον Αύγουστο μπήκε στο Ρέθυμνο και βρήκε έξι εργάτες, οι οποίοι επί δύο ημέρες έσκαβαν τα ερείπια και μετακινούσαν τα μπάζα χωρίς αποτέλεσμα. Αυτό επαναλήφθηκε άλλες δυο φορές ακόμα, χωρίς να βρεθεί τίποτα.

Βρέθηκε κατά τρόπο θαυμαστό

Τον Σεπτέμβριο επανέρχεται πλάι με τους ίδιους εργάτες αλλά τους είπε να απομακρύνουν μπάζα και πελέκια από τα πλάγια προς τα τειχίσματα του δαπέδου.

Κατά τρόπο θαυματουργικό τα ξύλινα κιβώτια με το αρχείο είχαν εκτιναχθεί στα πλάγια της οικοδομής και βρέθηκαν ανέπαφα.

Το ίδιο βράδυ ο πατέρας μου ενοικίασε ένα γαϊδουράκι, γιατί η συγκοινωνία είχε διακοπεί, φόρτωσε τα κασόνια και ήρθε στο χωριό πεζός, σε ηλικία 72 ετών, διανύοντας 41 χιλιόμετρα.

– Δεν κουράστηκα Λεωνίδα μου είπε. Ξέθαψα τον πνευματικό πολύτιμο μόχθο του θείου μου. Δεν πήγε χαμένη η προσπάθειά μου. Δόξα τω Θεώ.

Μετά το θάνατο του πατέρα μου, Ιούνιος του 1944, με τη λήξη του πολέμου επανήλθα οριστικά στο Ρέθυμνο και έφερα μαζί μου τη συλλογή.

Επακολούθησε η στράτευσή μου και μη έχοντας οικογένεια παρέδωσα προς φύλαξη τη συλλογή στον θείο Γεώργιο Βλαστό. Ο Γεώργιος Βλαστός κατά τη διάρκεια της στράτευσής μου προσβάλλεται από την επάρατο ασθένεια και επιδιώκει τη διασφάλιση της συλλογής.

Αυτός είναι ο Παύλος Βλαστός που του οφείλει ο λαϊκός μας πολιτισμός αλλά ποτέ δεν έλαβε τα εύσημα που του άξιζαν.

Το αφιέρωμά μας συνεχίζεται…