13 °C Rethymno, GR
04/12/2022

Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΑΝΕΙ ΕΥΘΡΑΥΣΤΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥΣ ΝΙΚΟ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΚΑΙ ΜΑΝΟ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ

Ο αυξημένος κίνδυνος φτώχειας και η εργασιακή επισφάλεια πληγώνουν την κοινωνία

Η αγορά εργασίας, η εργασιακή επισφάλεια και η κοινωνική ευπάθεια ήταν οι βασικές θεματικές ενότητες της τρίτης (διαδικτυακής ελέω των επιδημιολογικών δεδομένων) συνάντησης του κύκλου ομιλιών «Το Πανεπιστήμιο στην Κοινωνία», που διοργανώνεται από τη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών και τα ενταγμένα στο ΚΕΜΕ Ερευνητικά Εργαστήριά της, σε συνεργασία με την Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου και τον δήμο Ρεθύμνης.

Κεντρικοί ομιλητές ήταν οι ακαδημαϊκοί Νίκος Παπαδάκης και Μάνος Σπυριδάκης, οι οποίοι μιλούν κι αναπτύσσουν σήμερα στα «Ρ.Ν.» μερικά από τα κύρια σημεία των παρουσιάσεών τους, που αφορούν:

– Την επισκόπηση των διεθνών τάσεων στην αγορά εργασίας και των σχετικών (τεκτονικών) μετασχηματισμών στην ελληνική πραγματικότητα.

– Την επικέντρωση στην επισφαλή εργασία, ειδικά στη νέα γενιά.

– Τις διαστάσεις της εργασιακής επισφάλειας, της κοινωνικής ευπάθειας και του κινδύνου φτώχειας που διατρέχει συνανθρώπους μας.

Εξετάζοντας τις επιπτώσεις της πανδημίας στους παραπάνω τομείς, και βασιζόμενοι στα ευρήματα πρόσφατης πανελλαδικής έρευνας, ο κ. Παπαδάκης και ο κ. Σπυριδάκης αναλύουν τις μείζονες πολιτικές προκλήσεις για τις δημόσιες πολιτικές.

«Οι αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις, όπως και η παγκόσμια ενεργειακή κρίση που έχει σημαντικές επιπτώσεις στο κόστος διαβίωσης, με τις διαρκές ανατιμήσεις και την αυξανόμενη ακρίβεια, η οποία δυσχεραίνει την καθημερινότητά όλων μας, θέτουν σειρά προκλήσεων, για το σύνολο του πλέγματος των δημόσιων πολιτικών» τονίζει μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.» ο καθηγητής και διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ), τμήματος Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκος Παπαδάκης. «Πίσω από άψυχες στατιστικές κατηγορίες, ζει και διαβιώνει σε συνθήκες οριακές, ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να εισέλθει σε ένα καθεστώς τρωτότητας και ευαλωτότητας» παρατηρεί με τη σειρά του ο καθηγητής του τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και πρόεδρος του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΕΙΑΔ), Μάνος Σπυριδάκης.

 

Τα απόνερα της πανδημίας και των διεθνών τάσεων

 «Οι επιπτώσεις της πανδημίας και οι απώλειες εισοδήματος, σε επίπεδο Ε.Ε., ήταν ιδιαίτερα μεγάλες για τις πιο ευάλωτες υποομάδες του εργατικού πληθυσμού» απαντά ο κ. Παπαδάκης σε ερώτησή μας για το αποτύπωμα που άφησε η υγειονομική κρίση στην κοινωνική ευπάθεια και στους κινδύνους ανέχειας, σ’ ένα ευρύ πληθυσμιακό τμήμα. «Έπληξαν ιδιαίτερα τους χαμηλόμισθους και τους επισφαλώς εργαζόμενους, παρά τα προσωρινά μέτρα πολιτικής που θεσπίστηκαν σε όλα τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. Σύμφωνα με την έρευνα «Living, working and covid-19», που διεξήγαγε το Eurofound το 2020 και το 2021, τα υψηλότερα ποσοστά μειώσεων εισοδήματος λόγω (προσωρινής ή μόνιμης) απώλειας θέσεων εργασίας, όπως και μειωμένου ωραρίου εργασίας, στην Ευρώπη, παρατηρούνται στους εργαζόμενους σε μερικές και προσωρινές θέσεις απασχόλησης και τους νέους εργαζόμενους ηλικίας 15-24 ετών, για τους οποίους η εκτιμώμενη απώλεια εισοδήματος ήταν πάνω από δύο φορές υψηλότερη, σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Επίσης, οι γυναίκες φαίνεται ότι επηρεάστηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό, κυρίως επειδή ο αριθμός τους είναι παραδοσιακά μεγαλύτερος στους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, που κατά κύριο λόγο πλήττονται περισσότερο από την πανδημία. Οι χώρες που βασίζονται περισσότερο στον τουρισμό (όπως η Ελλάδα) φαίνεται να έχουν τη μεγαλύτερη μείωση εισοδήματος. Επίσης, έχει ενταθεί η υποτονικότητα της εργασίας (labour market slack), που για την Ελλάδα έφτασε το 55,4% στον νεανικό πληθυσμό στο πρώτο τρίμηνο του 2021. Αξίζει να επισημανθεί ότι οι απώλειες εισοδήματος, ωρών εργασίας και θέσεων εργασίας κατανέμονται πολύ άνισα μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.».

Ο κ. Νίκος Παπαδάκης

Οι κρίσιμες τάσεις, τα χαρακτηριστικά και οι παράμετροι του φαινομένου της επισφαλούς εργασίας επισημαίνονται από τον κ. Σπυριδάκη: «Στο πλαίσιο της ελαστικοποίησης των θεσμικών όρων διενέργειας της εργασιακής διαδικασίας, η πλευρά της ζήτησης μεταχειρίζεται την προσφορά εργασίας, όπως ακριβώς κάθε άλλο συντελεστή της παραγωγής, με αμιγώς οικονομικά κριτήρια και μόνο. Ήδη, μελέτες της κοινωνικής επιστήμης φανερώνουν το γεγονός, ότι οι μη προνομιούχοι, των περισσότερων νέων συμπεριλαμβανομένων, ως κοινωνική κατηγορία εξωθούνται να πωλήσουν την εργατική τους δύναμη στην οικονομία της αγοράς με όρους δυσχερείς και αντικοινωνικούς».

Οι διεθνείς τάσεις στην αγορά εργασίας έχουν τις επιπτώσεις τους στην ελληνική πραγματικότητα. Ο κ. Παπαδάκης ανατρέξει στον αντίκτυπο της πολυετούς οικονομικής κρίσης και ύφεσης που ξεκίνησε το 2008: «Οι προαναφερθείσες εξελίξεις και τάσεις είχαν (και συνεχίζουν να έχουν) σαφείς επιπτώσεις στην δομή της οικονομίας, την οργάνωση της παραγωγής και στην αγορά εργασίας, έχοντας, συνακόλουθα, άμεσο αντίκτυπο και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, στις μορφές απασχόλησης και στους τύπους συμβάσεων/συμβολαίων, όσο και στα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας στην Ευρώπη» θα επισημάνει, διακρίνοντας μία «Διερευνώμενη τάση ελαστικοποίησης των όρων εργασίας και των εργασιακών σχέσεων. Στην χώρα μας αυτή η τάση είναι εμφανής ήδη από τη αρχή της προηγούμενης δεκαετίας, δεδομένων τόσο των δομικών παθογενειών της αγοράς εργασίας, όσο και των μείζονων επιπτώσεων των αλλεπάλληλων κρίσεων. Στην πρόσφατη έρευνα μας για την Αγορά Εργασίας και την Επισφαλή Εργασία και συνακόλουθα στο βιβλίο μας με τίτλο «Ο Βαθμός Απελπισίας» διαπιστώνουμε ότι, στην Ελλάδα, η δεκαετής οικονομική ύφεση και τα αυστηρά δημοσιονομικά μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο των Μεσοπρόθεσμων Πλαισίων Δημοσιονομικής Στρατηγικής (Μνημόνια) επέφεραν μία σειρά από δραματικές μεταβολές στα πεδία της οικονομίας και της απασχόλησης, απορρυθμίζοντας την αγορά εργασίας, ενώ παρατηρείται η ραγδαία διεύρυνση του φαινομένου της επισφαλούς εργασίας και της (ποιοτικής και ποσοτικής) αύξησης των επισφαλών μορφών εργασίας στην Ελλάδα, στις οποίες εξ ανάγκης (ειδικά) η νέα γενιά αρκετά συχνά στρέφεται ελλείψει εναλλακτικών».

 

«Στην Ελλάδα τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας»

Κάνοντας μία επισκόπηση των διεθνών τάσεων στην αγορά εργασίας, ο κ. Σπυριδάκης παραθέτει στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία τον περασμένο Μάιο καταγράφηκαν 17,207 εκατομμύρια άνεργοι στην ΕΕ και 13,656 εκατομμύρια άνεργοι στην ευρωζώνη. «Τα υψηλότερα επίπεδα ανεργίας στην ΕΕ καταγράφονται στην Ελλάδα και στην Ισπανία. Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας των νέων στην ΕΕ καταγράφονται στην Ελλάδα (43,2%), στην Ισπανία (33,8%) και στην Ιταλία (31,9%)». Επιπρόσθετα, όπως θα συμπληρώσει, «Η κοινωνική ανισότητα στην Ελλάδα αυξάνεται» επικαλούμενος «Πρόσφατα δεδομένα της έρευνας των νοικοκυριών». Βάσει αυτών: «το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 6,6 φορές μεγαλύτερο από εκείνο του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Παράλληλα, το 25% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα κατέχει μόλις το 8,9% του συνολικού εισοδήματος, ενώ το 25% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα κατέχει το 47,2% του συνολικού εισοδήματος. Παράλληλα, πρόσφατες μελέτες φανερώνουν, ότι καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης δεν έχει υποστεί τέτοιας έκτασης κατάρρευση της απασχόλησης, επέκταση της υποαπασχόλησης και γενικά μεγάλη αύξηση της επισφαλούς απασχόλησης. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 35,6% (3.789.300 άτομα), τα νοικοκυριά σε 832.065 αντίστοιχα».

Ο κ. Σπυριδάκης διαπιστώνει πώς «Από τη μελέτη των δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης προκύπτει ότι μια σειρά από στερήσεις, όπως αδυναμία κάλυψης εξόδων, αναγκών, διατροφής, έλλειψη βασικών αγαθών, αδυναμία αποπληρωμής δανείων, παγίων λογαριασμών, έξοδα για διακοπές κ.λπ., δεν αφορούν το φτωχό πληθυσμό μονάχα αλλά και μέρος του μη φτωχού (ΕΛΣΤΑΤ 2017), ενώ με βάση τη μελέτη αποτίμησης της δράσης των κοινωνικών δομών άμεσης αντιμετώπισης της φτώχειας προκύπτει ότι η ρευστότητα σε ό,τι αφορά τις κατά τόπους ανάγκες αντιμετώπισης της φτώχειας και της κοινωνικής ένταξης δυσχεραίνει τον σχετικό προγραμματισμό. Μπορεί να βγάλει κανείς τα συμπεράσματά του, συνεπώς».

Ο κ. Μάνος Σπυριδάκης

Αναφερόμενος στα επίπεδα που κινείται η επισφαλής εργασία στην Ελλάδα και στο κατά πόσο επηρεάζει τις νέες γενιές, ο κ. Παπαδάκης θα παρατηρήσει ότι «Έχει δημιουργηθεί μία νέα συνθήκη στην αγορά εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας κυριαρχούν πλέον (ειδικά ως προς τη νέα γενιά) μορφές εργασίας που χαρακτηρίζονται από επισφάλεια και ελαστικότητα, όπως η προσωρινή (και κυρίως εποχική) απασχόληση, η μερική απασχόληση (κυρίως η «κλασσική» part-time – εκ περιτροπής- απασχόληση), η λεγόμενη «φασόν» απασχόληση (συμπεριλαμβανομένων των digital – αλλά και των social- nomads), η αδήλωτη εργασία, κ.λπ. Τα ποσοστά μερικής απασχόλησης, κατά την προηγούμενη δεκαετία στην Ελλάδα για τους νέους 15-29 ετών, σημείωσαν σημαντική άνοδο, ενώ το 2019, το ποσοστό των μερικώς απασχολούμενων νέων 15-24 ετών ήταν περίπου 30%, ενώ στην διευρυμένη ηλικιακή ομάδα 15-29 ήταν 18,7%. Την ίδια περίοδο, το ποσοστό της προσωρινής απασχόλησης στους νέους 15-24 (31% το 2019) ήταν περίπου τριπλάσιο συγκριτικά με τις ηλικιακές ομάδες 25-54 και 55-64. Το συνολικό ποσοστό υποαπασχολούμενων ηλικίας 15-24 στην Ελλάδα από το 2016 και έπειτα σημείωσε μια σημαντική αύξηση, φτάνοντας το 2019 να είναι το μεγαλύτερο ανάμεσα στα Κ-Μ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μερικώς απασχολούμενοι εργαζόμενοι, που διέτρεχαν κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα, ήταν υπερδιπλάσιοι συγκριτικά με τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, ενώ οι εργαζόμενοι προσωρινής απασχόλησης διέτρεχαν (αντίστοιχα) σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο να φτωχοποιηθούν. Όσον αφορά τόσο τη μερική όσο και την πλήρη απασχόληση, η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας από την EU28 (περίπου διπλάσια κατά μέσον όρο). Προκύπτει λοιπόν η ισχυρή συσχέτιση μεταξύ επισφαλούς απασχόλησης, κοινωνικής ευπάθειας και κινδύνου φτώχειας. Τα δε βασικά χαρακτηριστικά των επισφαλών μορφών εργασίας, ιδίως όταν εντάσσονται στο πλαίσιο σύναψης συμβάσεων, στις περισσότερες των περιπτώσεων φαίνεται να λαμβάνουν συνδυαστική μορφή, δηλαδή να υπάρχει ένας συνδυασμός αφενός αναντιστοιχίας μεταξύ της συναφθείσας σύμβασης και της πραγματικής απασχόλησης (σε ώρες, ημέρες, απολαβές και ένσημα), και ενίοτε ένας συνδυασμός δηλωμένης και αδήλωτης εργασίας».

 

Οι πολιτικές ανάσχεσης της κοινωνικής-οικονομικής κρίσης

 

Τα απανωτά κύματα ανατιμήσεων στο εμπόριο ωθούν τον κ. Σπυριδάκη να σχολιάσει πως «οι αυξήσεις των τιμών και η ανεργία επιβεβαιώνουν για μια ακόμη φορά ότι η ανάπτυξη του 2021 είτε 6,9% όπως μας λέει ο κρατικός προϋπολογισμός είτε 9% όπως μας λέει το ΙΟΒΕ πέρασε από τους εργαζόμενους και δεν τους άγγιξε… Η θέση τους επιδεινώθηκε!». Και θα προσθέσει ότι «σε πιο πρακτικό επίπεδο, το κράτος και η κεντρική διοίκηση φέρουν σοβαρή ευθύνη για το μέλλον, είναι απαραίτητο να επαναρρυθμιστεί το εργατικό δίκαιο, ο χρόνος εργασίας και να ενισχυθούν οι δομές του κοινωνικού κράτους. Διαφορετικά ο κίνδυνος της διάρρηξης του κοινωνικού δεσμού και του κοινωνικού αυτοματισμού θα βρίσκεται από τούδε και στο εξής υψηλά στην ημερήσια διάταξη της «απελπισίας».

 

Ποιες θα πρέπει όμως να είναι οι δημόσιες πολιτικές ώστε η εργασιακή ισορροπία να μετεξελιχθεί και σε κοινωνική, εν μέσω μάλιστα του νέου κύματος οικονομικής κρίσης, όπως αυτό εκφράζεται με τις διαρκείς και πρωτοφανείς ανατιμήσεις; Ο κ. Παπαδάκης απαντά: «Καθίσταται επιβεβλημένη η συγκρότηση ενός νέου παραγωγικού- αναπτυξιακού μοντέλου, βασισμένου στην αξιολόγηση επιπτώσεων (impact assessment) και στη διάγνωση αναγκών και δυνατοτήτων (needs assessment). Χρόνιες παθογένειες, νέα προβλήματα και πάγιες προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, ενώ συγχρόνως τα μέτρα στήριξης για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους, που έχουν πληγεί από την πανδημία και την ακρίβεια και τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες, πρέπει να συνεχιστούν και να ενισχυθούν περισσότερο και μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης. Παράλληλα όμως είναι απαραίτητο να σχεδιασθούν και να υλοποιηθούν, μεγάλης κλίμακος, πρωτοβουλίες και δράσεις σε πεδία- προκλήσεις, όπως η σύνδεση του πρωτογενούς με τον τριτογενή τομέα. Επιπρόσθετα, η απορρυθμισμένη και εξαρθρωμένη αγορά εργασίας, χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο πλέγμα παρεμβάσεων σε επίπεδο ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης και στην κατεύθυνση της τόνωσης της ενεργού ζήτησης, όπως και ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών. Το πρόσθετο διοικητικό βάρος και συνακόλουθα η γραφειοκρατία, που αποτελούν μεταξύ άλλων ένα ισχυρό αντικίνητρο για την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις, αποτελούν μια πάγια πρόκληση, που πλέον είναι περισσότερο απαραίτητο από ποτέ να απαντηθεί, μεταξύ άλλων και με ουσιώδεις μεταρρυθμίσεις, στην κατεύθυνση της απλούστευσης διαδικασιών (συμπεριλαμβανόμενου του ψηφιακού μετασχηματισμού της Δημόσιας Διοίκησης). Η ένταση της κοινωνικής ευπάθειας και ευαλωτότητας με την σύγχρονη αύξηση των ποσοστών φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού (λόγω και των συνεπειών της πανδημίας) απαιτεί μια στοχευμένη, καλά σχεδιασμένη, «προικοδοτημένη» με πόρους, κοινωνική πολιτική. Οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης πιθανότατα δεν είναι αρκετοί, ωστόσο (μαζί και με άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία) επιτρέπουν την υποστήριξη της επανεκκίνησης της οικονομίας. Εκτιμούμε ότι η προαναφερθείσα (πολυπόθητη) επανεκκίνηση και ανάκαμψη, το μείζον «στοίχημα» δηλαδή της επόμενης μέρας, προϋποθέτει ένα νέο ολοκληρωμένο παραγωγικό μοντέλο και συγχρόνως ένα ισχυρό Κοινωνικό Κράτος, στην κατεύθυνση ενός αναδιανεμητικού πραγματισμού».