4 °C Rethymno, GR
24/01/2022

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Παναγιώτης Παρασκευάς: Σημειώσεις περί του μερτικού των Μαστόρων

Τoυ ΓΙΩΡΓΗ ΕΜΜ. ΜΑΥΡΟΤΣΟΥΠΑΚΗ*

Γνωρίζομε όλοι ότι ο ναός μιας οικιστικής ενότητας (πόλης, συνοικίας, χωριού, μικρού οικισμού) ήταν και είναι κέντρο αναφοράς που συνδέεται, εκτός από τη θρησκευτική ζωή, με τα κοινωνικά δρώμενα της περιοχής, με εκδηλώσεις και δράσεις που εκτείνονται πέρα από τα παραδοσιακά λατρευτικά όρια. Ειδικά στους οικισμούς της υπαίθρου, στα χωριά, η κεντρική εκκλησία και ο τιμώμενος άγιος ήταν και προσδιοριστικά της ταυτότητας του τόπου, σχετιζόμενα με ιστορικές μνήμες, με παραδοσιακούς συνειρμούς, που συχνά άγγιζαν τα όρια του θρύλου, με κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα, αλλά, βέβαια, κυρίως με την ενδόμυχη τάση του τοπικού ανθρώπου να επικαλεστεί σε κάθε ανάγκη του τη θεία βοήθεια.

Γι’ αυτό και η οικοδόμηση ή η ανοικοδόμηση του ναού αποτελούσε γεγονός που αφορούσε όλη την Κοινότητα, συσπείρωνε και κινητοποιούσε τα μέλη της σε συμμετοχικές δράσεις όπως η προσωπική άμισθη εργασία, η προσφορά οικονομικής βοήθειας, ακόμη και η διενέργεια εράνων σε άλλες περιοχές κάτω από δύσκολες συχνά συνθήκες. Ήταν εκδηλώσεις απόλυτα προωθητικές του πνεύματος της ανιδιοτελούς συμπόρευσης για την επίτευξη ενός σημαντικού στόχου.

Στο πνεύμα αυτό εισάγει τον αναγνώστη το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Παρασκευά με τον τίτλο «Σημειώσεις περί του μερτικού των Μαστόρων», που αναφέρεται στην οικοδόμηση του ιερού ναού του Αγίου Παντελεήμονα Άδελε κατά τα έτη 1864-1865.

Αφορμή για τον συγγραφέα υπήρξε ο εντοπισμός στο αρχείο της ενορίας του βιβλίου – κατάστιχου, όπου καταγράφονται τα έσοδα – έξοδα ανέγερσης του οικοδομήματος. Έσοδα από δωρεές, προσφορές, πωλήσεις ή ενοικιάσεις κτημάτων, δάνεια, κλπ. και έξοδα σε οικοδομικά υλικά, εκκλησιαστικά σκεύη και αμοιβές των εργασθέντων, απ’ όπου και ο τίτλος του πονήματος.

Έτσι από ένα ταμιακού περιεχομένου κατάστιχο, αξιοποιημένο από τον έμπειρο, καταρτισμένο ερευνητή, προκύπτει μια πλούσια πηγή πληροφοριών θρησκευτικού, κοινωνικού, οικονομικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος, Πληροφοριών που αναπλάθουν σε ένα βαθμό την εικόνα του Άδελε εκείνης της περιόδου, άλλων περιοχών με παρόμοια χαρακτηριστικά, ενώ αποδίδουν σε γενικές γραμμές σημαντικές διοικητικές αλλαγές μέσα στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο της οθωμανοκρατίας της εποχής εκείνης.

Συγκεκριμένα, με αφορμή τις αναφορές στο Άδελε, την οικοδόμηση του ναού και του σχολικού κτηρίου, γίνεται λόγος για τις εξελίξεις στα πλαίσια του οθωμανικού κράτους και τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες που επιχειρήθηκαν μέσω του Τανζιμάτ (=μεταρρύθμιση) από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Οι προσπάθειες αυτές ήταν βήματα, καθυστερημένα και με οπισθοδρομήσεις συχνά, προς τη δικαίωση των αγώνων των τουρκοκρατούμενων περιοχών, αλλά και του εγχειρήματος του οθωμανικού κράτους για ανασύνταξη μέσω του εκσυγχρονισμού.

Ερευνώντας τα στοιχεία τα σχετικά με την ανέγερση περικαλλούς ναού στη θέση του μικρότερων διαστάσεων παλαιότερου, ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία να αναφερθεί στα ιστορικά προηγούμενα του θέματος και στο προϋπάρχον μοναστηριακό κτίσμα, στην αγιογράφηση του νέου, στους ιερείς, στους επιτρόπους και στα εκκλησιαστικά συμβούλια που συνέβαλαν στο έργο, στα εκκλησιαστικά είδη και σκεύη που χρησιμοποιήθηκαν και σε άλλα ζητήματα ειδικότερου χαρακτήρα. Παράλληλα, παραθέτονται στοιχεία από την κοινωνική και οικονομική ζωή του Άδελε εκείνης της εποχής, καθώς με την οικοδόμηση του ναού και για τις απαιτούμενες υλικές ανάγκες, προβάλλεται ο ρόλος της ενορίας – εκκλησίας ως εργοδότη εργαζομένων ανεξαρτήτως θρησκεύματος, ιδιοκτήτη γης και παραγωγού προϊόντων – λαδιού κυρίως- εκμισθωτή, δανειστή, χορηγού των εκπαιδευτικών αναγκών, ρόλου δεδομένου από την παρουσία και τη συμμετοχή της Εκκλησίας στην ευρύτερη κοινωνική ζωή, που εξηγεί ενμέρει και την ισχυρή θέση της στο -πέραν του πνευματικού – κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι πληροφορίες συναλλακτικού χαρακτήρα μέσα από τις συναλλαγές (πληρωμές, έσοδα, έξοδα, δανεισμούς, κλπ.) για τις οικοδομικές εργασίες, οι οποίες δίδουν μια εικόνα των οικονομικών δραστηριοτήτων της εποχής, με σημαίνοντα τον -ελλείψει Τραπεζών- δανειστικό ρόλο οικονομικά ισχυρών Ρεθυμνίων (γιατρών, κλπ.). Ακόμη οι καταγραφές για τις αμοιβές των εργασθέντων τεχνιτών και εργατών, που οδηγούν σε συσχετισμούς με το σήμερα. Επίσης όσες αφορούν τις συνθήκες της οικοδομικής εργασίας, σχετικά με τις πρώτες ύλες, τα εργαλεία, τις μεθόδους και την οικοδομική περίοδο του έτους.

Ο λόγος για το Άδελε εκείνης της περιόδου (1860 και εξής) δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί στο Αρκάδι, με το οποίο το χωριό είχε ανέκαθεν στενή σχέση. Συμπληρωματικά ή κατά συνέχεια λοιπόν, αναπτύσσεται η συμμετοχή του στην κρητική επανάσταση του 1866-1869, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίπτωση του Κωστή Γιαμπουδάκη, για τον οποίο, εκτός από τα στοιχεία για την προσωπική και οικογενειακή ζωή του, τεκμηριώνεται με πειστικά επιχειρήματα η πυρπολητική- θυσιαστική πρωτοβουλία του, ενώ αντικρούονται οι ισχυρισμοί περί άλλου πυρπολητή.

Τις περισσότερες σελίδες του βιβλίου καταλαμβάνει η ακριβής παράθεση του κατάστιχου. Είναι το πρωτογενές υλικό που αξιοποιήθηκε από τον συγγραφέα, το οποίο, εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, μπορεί να σχολιασθεί με ενδιαφέροντα συμπεράσματα ακόμη και ως γλωσσική ύλη, με παρατηρήσεις ορθογραφικές, μορφολογικές, ετυμολογικές, γενικά γραμματικές και εκφραστικές, που αποδίδουν σε έναν βαθμό το επίπεδο των σχετικά «γραμματισμένων» της εποχής.

Το βιβλίο του Παναγιώτη Παρασκευά είναι μια απόδειξη του πόσο πληροφοριακά και ιστορικά αποδοτική μπορεί να είναι η έρευνα και η μελέτη αρχειακού υλικού που καταρχάς μπορεί να μη φαίνεται ότι παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όμως η με επιμέλεια και σύστημα εργασία του έμπειρου ειδικού μελετητή μπορεί να αποδώσει πολύ ενδιαφέροντα ερευνητικά αποτελέσματα.

 

* Ο Γιώργης Εμμ. Μαυροτσουπάκης είναι φιλόλογος