25 °C Rethymno, GR
21/09/2021

Ποια ήταν η δύναμη που ωθούσε στο μαρτύριο τους μαθητές αν όχι η βεβαιότητα της Αναστάσεως;

-Η περίπτωση του Πέτρου

Δεν υπάρχει στην ανθρώπινη ιστορία πιο θαυμαστό και πιο χαρμόσυνο γεγονός. Και δεν υπάρχει και μεγαλύτερη αγάπη από την αγάπη τού Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Χριστός κατήλθε εν τοις κατωτάτοις τής γης και συνέτριψε μοχλούς αιωνίους. «Θανάτου θάνατος ο θάνατος αυτού γέγονεν» και «απαρχή των κεκοιμημένων», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος στον Κατηχητικό του Λόγο. Ο εν λόγω χαρισματικός Πατέρας τής Εκκλησίας αναφέρεται, περαιτέρω, με τρόπο θαυμάσιο και στην κάθοδο τού Χριστού στον Άδη. «Κατήλθε, λέγει, μέχρις Άδου ταμείων», για να γεμίσει τα πάντα με τη δόξα Του, να φωτίσει τα πάντα με το φως Του, να δωρίσει σε όλους τη σωτηρία. Στους νεκρούς στον Άδη, στους επί γης, σε όλους τους ανθρώπους: «Ίνα σου της δόξης τα πάντα πληρώσεις, καταπεφοίτηκας εν κατωτάτοις τοις γης…».

Γιατί το Πάθος, η Σταύρωση, η Ταφή και η Ανάσταση είναι γεγονότα αλληλένδετα και αλληλοσυμπληρούμενα, με τα οποία κορυφώνεται το κοσμοσωτήριο έργο τής επί γης παρουσίας Του. Όπως η Ανάσταση τού Χριστού είναι επακολούθημα τού Σταυρικού Του θανάτου, το ίδιο και το πέρασμα τού ανθρώπου από την επίγεια ζωή και τον θάνατο δεν είναι φθορά και αφανισμός, αλλά υπέρβαση και βέβαιη πορεία προς την αιωνιότητα, καινοποίηση και «ένδυση αφθαρσίας», είναι ζωή και Ανάσταση, κατά το «και ταφείς φθαρέντα με καινοποιείς φιλάνθρωπε».

Για όλα αυτά οι Πατέρες τής Εκκλησίας ονομάζουν τον Ζωοδόχο τού Χριστού Τάφο «Εργαστήριο Αναστάσεως». Με την Ανάσταση τού Χριστού όλα γύρω μας αλλάζουν ολοσχερώς. Τίποτα πια δεν παραμένει ίδιο. Ο άνθρωπος και ο κόσμος όλος καινοποιούνται και αναδημιουργούνται και ανασταίνονται εν Χριστώ. Η κτίση ολόκληρη θεολογικά ζει την Όγδοη ημέρα τής Δημιουργίας. Η ελπίδα και η παρηγοριά γίνονται γνωρίσματα τού ανθρώπου και πάλι. Του χαρίζονται οι χαμένες του δυνατότητες σωτηρίας και γκρεμίζεται ο φραγμός που είχε στηθεί ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Δημιουργό του. Ο Άδης και ο θάνατος δεν είναι πια οι φοβεροί και ανίκητοι αντίπαλοι. Ο διάβολος δεν είναι πια ο δυνάστης και εξουσιαστής τού ανθρώπου, γιατί μετά την Ανάσταση αλλάζουν όλα οριστικά! Τίποτα δεν είναι, δεν παραμένει πια όπως και πριν. Η Ανάσταση τού Κυρίου μάς χαρίζει τη χαμένη αιωνιότητα και μας δίνει τη βεβαιότητα και την εγγύηση και της δικής μας Ανάστασης.

Και γι’ αυτό δεν είναι τυχαία τα λόγια τού αποστόλου Παύλου «..ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις, κενόν δε και το κήρυγμα ημών…». Και αυτό σημαίνει ότι αν είναι αδύνατη η Ανάσταση των νεκρών, τότε λοιπόν, ούτε και ο Χριστός αναστήθηκε, αφού κι Εκείνος είχε σώμα σαν και το δικό μας. Αλλά, αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε είναι χωρίς νόημα και χωρίς περιεχόμενο το κήρυγμά μας και κούφια η πίστη μας, εφόσον αυτή βασίζεται και θεμελιώνεται στην Ανάστασή Του…

Τα πράγματα, όμως, δεν είναι έτσι, γιατί ο Χριστός και πέθανε και τάφηκε και μετά τρεις ημέρες αναστήθηκε. Το αποδεικνύουν το θάρρος και η δύναμη και το μαρτύριο των Μαθητών και, στη συνέχεια, και του «νέφους» των μιμητών τους λοιπών μαρτύρων τού Χριστιανισμού. Ποια ήταν, αλήθεια, η δύναμη αυτή που τους ωθούσε στο μαρτύριο αν όχι η βεβαιότητα τής Αναστάσεως τού Κυρίου;

Και ιδού η απόδειξη από το παράδειγμα του Πέτρου, του πρωτοκορυφαίου, του πρώτου των αποστόλων, που πριν από την Ανάσταση του Κυρίου, κατά τη δίκη του Ιησού στην αυλή του Καϊάφα, ο, κατά την ομολογία του, σίγουρος εκατό τοις εκατό ότι δεν θα αρνιόταν τον Κύριο, πτοείται και τρομάζει μπροστά σε ένα ταλαίπωρο «κοριτσάκι», σε μια υπηρετριούλα, που τον ρώτησε αν ήταν και αυτός από τους μαθητές του Ιησού. Κι όχι μόνο Τον αρνήθηκε για μια φορά αλλά για τρεις και, μάλιστα, την τρίτη φορά μην αντέχοντας άλλο την απειλή, άρχισε να καταριέται τον εαυτόν του και να… ορκίζεται ότι δεν ήξερε τον Ιησού!!!

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που λίγες μέρες αργότερα έκανε τον Πέτρο να αλλάξει τόσο πολύ και να φθάσει και μέχρις αυτό το σταυρικό μαρτύριο στη μακρινή Ρώμη; Θα μπορούσε, αλήθεια, λογικά, ο Πέτρος και οι λοιποί των μαθητών, μια τόσο μεγάλη ομάδα ανθρώπων -αν θεωρήσουμε μαζί με τους Δώδεκα και τους εβδομήκοντα αποστόλους, αλλά και τα εκατομμύρια των μαρτύρων- να δεχόντουσαν να υπομείνουν καρτερικά τόσες θυσίες και κακοπάθειες, τόσα βασανιστήρια και, στο τέλος, και αυτόν τον μαρτυρικό θάνατο, διδάσκοντας- συχνά μακριά από πατρίδα και από συγγενείς- μια «νεκρή», χωρίς την αναστάσιμη χαρά και ελπίδα, θρησκεία;

Και όπως οι πρώιμοι καρποί, που ωριμάζουν πριν από τους άλλους και μας προαναγγέλλουν ότι θα ακολουθήσει και ολόκληρη η συγκομιδή, έτσι και ο Χριστός που αναστήθηκε πρώτος απ’ όλους τους άλλους μάς βεβαιώνει και μας εγγυάται με την Ανάσταση Του, ότι θα ακολουθήσει η ανάσταση και των λοιπών νεκρών και η δική μας προσωπική Ανάσταση, ώστε να μην είμαστε πια «ώσπερ και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα». Γιατί με την Ανάσταση τού Χριστού δωρίζεται σε όλους εμάς ζωντανή και ασφαλής και βέβαιη ελπίδα. Το φως τής Αναστάσεως φωτίζει πια στο διηνεκές σταθερά την ψυχή και την υπόσταση τού ανθρώπου. Είναι το αιώνιο Φως τής Θεότητας. Είναι το κορυφαίο γεγονός στην πίστη μας. Είναι ο θρίαμβος τής πραγματικής ζωής καταπάνω στον θάνατο. Είναι το επισφράγισμα τής διδασκαλίας τού Κυρίου και τής ζωής μας.

Όμως, παρόλα αυτά, να που πολλοί χριστιανοί το γεγονός τής Αναστάσεως τού Κυρίου δεν το αποδέχονται στην πραγματική και ουσιαστική διάστασή του και, δυστυχώς, σ’ αυτούς ανήκουμε, συχνά, κι εμείς που θέλουμε να ονομαζόμαστε συνειδητοί «πιστοί». Το «Αληθώς Ανέστη», συνήθως, καθίσταται για πολλούς από εμάς συνώνυμο ενός ανώδυνου «χρόνια πολλά» ή, ίσως, και το έναυσμα για το γιορτινό αναστάσιμο τραπέζι. Λίγοι πιστεύουμε ειλικρινά και αποδεχόμαστε με την καρδιά μας, αυτό που λένε τα χείλη μας… Το «Αληθώς, δηλαδή, Ανέστη» με όλο του το μέγα θεολογικό βάθος όπως το δώσαμε παραπάνω. Πόσο επιφανειακά, αλήθεια, αποδεχόμαστε την Ανάσταση τού Χριστού. Είναι, ίσως, μόνο μια απλή και πρόσκαιρη συναισθηματική φόρτιση, μια πρόσκαιρη αίσθηση χαράς; Τραγική απόδειξη ότι σε μιαν εβδομάδα το πολύ μετά την Ανάσταση, όλα παίρνουν τον κανονικό τους και πάλι ρυθμό και το «Αληθώς Ανέστη» παραμερίζεται, ξεχνιέται, εξανεμίζεται, χάνεται οριστικά μέχρι και το άλλο Πάσχα, του επόμενου χρόνου.

Δεν έχουμε καταλάβει ακόμα ότι ο «κανονικός ρυθμός ζωής» σε όλη τη διάρκεια τού χρόνου είναι μόνον ο αναστάσιμος. Δεν έχουμε νιώσει ότι τίποτε πριν από την Ανάσταση δεν ήταν «φυσιολογικό» και ότι μόνο τώρα, μετά την Ανάσταση τού Χριστού, όλα αποκαταστάθηκαν, όλα αγιάστηκαν και έχουμε, πλέον, μπροστά μας ανοικτό τον δρόμο τής αθανασίας και της θέωσης.

 

www.ret-anadromes.blogspot.com