23 °C Rethymno, GR
23/09/2021

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ

Ρεθεμνιώτικες μνήμες από την κόλαση του Αττίλα ’74

-Η νεκρανάσταση ενός βετεράνου - Η τραγική μοίρα του Μανόλη Μπικάκη

Μνήμες Αττίλα 74 αναβιώνουν και στο Ρέθυμνο από συμπολίτες που ήταν στους πρώτους που εστάλησαν για βοήθεια στη μαρτυρική αδελφή μεγαλόνησο.

Βετεράνοι μας καταθέτουν τις μνήμες τους και έρχεται πάλι στην επικαιρότητα ο ήρωας Μανόλης Μπικάκης με το άδοξο τέλος.

Ας βάλουμε αρχή από μια συγκλονιστική περίπτωση Ρεθεμνιώτη που είχε θεωρηθεί νεκρός και οι συγγενείς του είχαν αρχίσει να του κάνουν μνημόσυνα. Γεγονός που ο ίδιος σήμερα το θυμάται σαν μια γλυκόπικρη ανάμνηση.

Η αναφορά μας στον Προκόπη Προκοπάκη από τους δημοφιλέστερους και δημιουργικούς Ρεθεμνιώτες αν και κινείται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Μέρες όμως σαν κι αυτές το πάντα γαλήνιο πρόσωπό του σκοτεινιάζει γιατί έζησε την Κόλαση του Αττίλα το 74.

Ήταν λίγες μέρες πριν πάρει το πολυπόθητο απολυτήριο. Ιούλιο του 1974 βρέθηκε με συναδέλφους του από την Α’ Μοίρα Καταδρομών στην πρώτη γραμμή, ανταποκρινόμενος κι αυτός στο κάλεσμα της μαρτυρικής μεγαλονήσου για βοήθεια.

Είχε πάρει την κανονική του άδεια λίγο πριν απολυθεί, και την περνούσε εδώ στο Ρέθυμνο. Πάνω στις 10 μέρες γίνεται η εισβολή. Την 21η Ιουλίου στις 10:00,τον παίρνει ο υποδιοικητής Αβραμόπουλος τηλέφωνο και του λέει «Έλα Προκοπάκη γιατί φεύγουμε για Ρόδο». Η απόφαση εκείνη την ώρα ήταν η αποστολή να φύγει για Ρόδο, γιατί εν καιρώ πολέμου η Μοίρας τους (Α’ Μοίρα Καταδρομών) είχε ως βάση τη Ρόδο. Μαζεύει τα πράγματά του, παίρνει το μηχανάκι και πάει. Ξεχρέωσε ο νέος που είχε μπει στη θέση του ήταν οδηγός Διοικητή και ξαναπαίρνει το όχημα. Μπαίνει φαλαγγάρχης και κατά τις 7.30 – 8.00 ξεκινήσανε από το Μάλεμε με προορισμό το λιμάνι της Σούδας για να μπούνε στο πλοίο Κύδων και να φύγουνε για Ρόδο. Στα Χανιά μέσα αλλάζει η διαταγή. Προλαβαίνει ο Υποδιοικητής και λέει στον Προκοπάκη να αλλάξει πορεία και να πάει στην 115 (Πτέρυγα Μάχης), στο Αεροδρόμιο στο Ακρωτήρι. Εκεί περίμεναν 13 αεροσκάφη Νoratlas. Είχαν επιβιβαστεί εν τω μεταξύ οι άλλοι φαντάροι, καταδρομείς όλοι. Κάθε αεροπλάνο είχε περίπου 30 άτομα μαζί με αξιωματικούς. Με πρόχειρους υπολογισμούς δηλαδή ήταν συνολικά κάπου 330-350 άτομα. Ο Προκοπάκης μπήκε στο δωδέκατο αεροσκάφος.

Κατά τις 3.30 τη νύχτα φτάσανε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Τα τρία πρώτα αεροπλάνα όμως καταρρίφθηκαν, κατά λάθος από ελληνικά πυρά. Από το ένα σκοτώθηκαν όλοι εκτός από έναν καταδρομέα, το Θανάση Ζαφειρίου από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος στάθηκε τυχερός στην ατυχία του, γιατί έσπασε χέρια, πόδια, πλευρά από την πτώση, όμως κατάφερε να επιζήσει γιατί ήταν πολύ γερό παιδί. Από τα άλλα δύο είχαν μόνο τραυματίες. Ήρθαν και τους πήραν από εκεί αυτοκίνητα και τους μετέφεραν στη Λευκωσία, σε μια λεμονοφυτεία απέραντη, όπου φτιάξανε ορύγματα και καμουφλαριστήκανε.

Την άλλη μέρα το απόγευμα τους ήρθε διαταγή να πάνε να καταλάβουνε το αεροδρόμιο πριν τους προλάβουν οι Τούρκοι. Πήγανε στο αεροδρόμιο, πιάσανε θέσεις μάχης γύρω γύρω, εγκαταστήσανε το βαρύ οπλισμό (ΠΑΟ, πολυβόλα κ.α.) και περιμένανε. Την άλλη μέρα ήρθαν οι Τούρκοι. Αντισταθήκανε όλοι και εκεί ήταν που ο Μπικάκης από το Ηράκλειο με τέσσερις βολές ακινητοποίησε τέσσερα τεθωρακισμένα.

Τα εξουδετερώσαμε και μετά από δέκα λεπτά ήρθαν από την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ και τους είπαν να φύγουνε. Ο Ταγματάρχης και αρχηγός στην αποστολή εκείνη, Βασίλης Μανουράς, από τα Ανώγεια ήταν κάθετος «Δεν πάμε πουθενά» απάντησε.

Αυτό ήταν και το μόνο θερμό επεισόδιο που είχαν στην ουσία, γιατί μετά κατά κάποιο τρόπο τους παροπλίσανε. Θα ήταν διαφορετική η έκβαση των επιχειρήσεων αν άφηναν του δικούς μας να δράσουν. Φαίνεται όμως πως υπήρχε εντολή άνωθεν. Κι έμειναν οι στρατιώτες μας χαμένοι στα βουνά να περιμένουν χωρίς να φαίνεται κανένα ίχνος ζωής από αυτούς.

Ανάμεσα στους συγγενείς που για 40 μέρες δεν γνώριζαν την τύχη των δικών τους και η οικογένεια του Προκόπη Προκοπάκη. Μάταια έψαξαν δικοί τους άνθρωποι σε επιτελικές θέσεις να μάθουν κάτι για την τύχη του.

Έτσι τον θεώρησαν νεκρό. Είχαν ξεκινήσει και τα μνημόσυνά του.

Μέχρι που μια μέρα έζησαν Ανάσταση στο σπιτικό τους. Ήταν μια σπάνια ευκαιρία για τον Προκόπη συνοδεύοντας το διοικητή του να βρεθεί σε ένα καμουφλαρισμένο τμήμα διαβιβαστών. Γεμάτος αγωνία ζήτησε από τους συναδέλφους του αν γίνεται να έχει μια επικοινωνία με το σπίτι του. Ευτυχώς στο Αρχηγείο, είχε βάρδια ένας φαντάρος γεμάτος κατανόηση. Πήρε το νούμερο και έκανε τη σύνδεση. Όταν άκουσαν οι γονείς του Προκόπη τη φωνή του ήταν σαν να τους χτύπησε κεραυνός. Κι ήταν απερίγραπτες οι σκηνές που ακολούθησαν.

Ο θρυλικός Μπικάκης

Καιρός να ανάψουμε κι ένα κερί στη μνήμη ενός παλικαριού του ήρωα Μανώλη Μπικάκη.

Εικοσάχρονο παλικάρι βρέθηκε σε έναν άγνωστο χώρο, τον οποίο κλήθηκε να υπερασπίσει μαζί με τους υπόλοιπους καταδρομείς. Στο χάος των μαχών έχοντας στη διάθεση του ένα ΠΑΟ (Πυροβόλο Άνευ Οπισθοδρομήσεως) και 8 βλήματα είναι σε ένα ύψωμα στα δυτικά της Λευκωσίας στη περιοχή του Αγίου Δομετίου. Μαζί του είναι μόνος ακόμα ένας καταδρομέας από τη Κρήτη. Ενώ δίπλα τους πέφτουν όλμοι, βόμβες από τα τουρκικά αεροπλάνα και ριπές από τα πολυβόλα που έχουν στήσει οι Τούρκοι, χάνονται μεταξύ τους. Ο ένας νομίζει τον άλλο νεκρό. Ο φίλος του Μπικάκη βρίσκει τους υπόλοιπους καταδρομείς και αναφέρει την απώλειά του. Ο Μανώλης Μπικάκης δεν σκέφτηκε καν να εγκαταλείψει τον λόφο και να σωθεί, καθώς έβλεπε απέναντι του να πλησιάζει μια Ίλη τουρκικών αρμάτων Μ48 και να την ακολουθεί ένα τάγμα πεζικού. Άφησε τα άρματα να πλησιάσουν και με το πρώτο βλήμα καταστρέφει το πρώτο κάνοντας το πλήρωμα να το εγκαταλείψει και να τρέχει πανικόβλητο. Επειδή η θέση του από τη βολή έγινε αντιληπτή από τους Τούρκους, σύρθηκε στο χώμα και άλλαξε θέση με ιδιαίτερη δυσκολία αφού θα έπρεπε να μεταφέρει το ΠΑΟ και ακόμα 7 βλήματα. Από τη νέα θέση σημάδεψε το δεύτερο τουρκικό άρμα το οποίο έγινε λαμαρίνες ενώ δεν έζησε κανένας από το πλήρωμα. Δημιουργήθηκε σύγχυση και τα επόμενα δύο τουρκικά άρματα άλλαξαν κατεύθυνση. Ο Μανώλης Μπικάκης έβαλε στο στόχαστρο το επόμενο άρμα το οποίο επίσης κατέστρεψε με μία εύστοχη βολή. Ακολούθησε η καταστροφή ακόμα τριών τουρκικών αρμάτων και η επέλαση τους προς τη Λευκωσία σταμάτησε.

Όταν είδε τους τούρκους στρατιώτες να τρέχουν να καλυφθούν σε ένα κτήριο, όπλισε και πάλι το ΠΑΟ. Τα δύο τελευταία βλήματα χτύπησαν το κτήριο στο οποίο είχε καλυφθεί το τουρκικό τάγμα πεζικού. Κανείς δεν ξέρει πόσοι σκοτώθηκαν. Κατάφερε μόνος του να αποτρέψει την τουρκική επίθεση η οποία στόχευε στη κατάληψη του Αγίου Δομετίου κάτι που θα σήμαινε περικύκλωση της Λευκωσία και αποκοπή της πρόσβασης στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Μέσα στο κατακαλόκαιρο ο Μανώλης Μπικάκης έμεινε τρεις μέρες μόνος του αναζητώντας τους άλλους καταδρομείς έχοντας μαζί του ένα πολυβόλο που βρήκε στο ύψωμα. Τα κατέφερε και ενώθηκε με τη μονάδα του και μετά την εισβολή επέστρεψε στην Ελλάδα.

Παρά το ότι ο διοικητής του υπέβαλε αναφορά για να παρασημοφορηθεί, το ελληνικό κράτος ουδέποτε τον τίμησε. Οι στρατηγοί τον άφησαν να ξεχαστεί όπως ξεχάστηκε και η ηρωική του προσφορά στη Κύπρο. Ο Μανώλης Μπικάκης παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια εργαζόμενος ως οικοδόμος στην Κρήτη.

Δεν διεκδίκησε ούτε δάφνες ούτε τιμές. Το 1994 βρήκε τραγικό θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα στον δρόμο Κορίνθου – Πατρών και η ιστορία του έκλεισε με δύο παιδιά που έμειναν ορφανά και «μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες».

Μια σημαντική εργασία του κ. Χαράλαμπου Αποστολάκη

Είχαμε την μεγάλη τύχη να καταθέσει στο αρχείο του Πολιτιστικού Ρεθύμνου τις αναμνήσεις του από τη συγκλονιστική εκείνη περίοδο που βέβαια δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η «μαμά Ελλάς» ο εκλεκτός συμπολίτης καθηγητής κ. Χαράλαμπος Αποστολάκης.

Πρόκειται για μια εμπεριστατωμένη αναφορά σπάνιο ιστορικό ντοκουμέντο, στο οποίο δίνεται προτεραιότητα στα ιστορικά γεγονότα με απόλυτη ακρίβεια, ώστε πέρα από τις συναισθηματικές φορτίσεις που προκαλεί το γεγονός να έχουμε και μια ολοκληρωμένη εικόνα από τις επιχειρήσεις που έγιναν στη μαρτυρική μεγαλόνησο την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου 1974 όπως τη βίωσαν Ρεθεμνιώτες αξιωματικοί και οπλίτες.

Τον Ιούλιο του 1974 ο κ. Αποστολάκης υπηρετούσε τη θητεία του ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός στην Α’ Μοίρα Καταδρομών με έδρα το Μάλεμε Χανίων. Ήταν Διμοιρίτης Εκπαιδευτής στο 43ο Λόχο Κρούσεως με Λοχαγούς τον Πλάτωνα Κολοκοτρώνη σε κάποιο χρονικό διάστημα και Ιωάννη Κιουτσούκη σε κάποιο άλλο.

Αναφέρει ο ίδιος για τις μέρες εκείνες…

«Στη Μοίρα υπήρχε ένα πολύ καλό κλίμα συνεργασίας, ομοψυχίας, αλληλεγγύης και συνοχής, που ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για να υπάρξει ουσιαστική εκπαίδευση στα δύσκολα και σκληρά αντικείμενα των Καταδρομών.

Αυτό που κατά κύριο λόγο επιδιώκοντας από τον Διοικητή Ταγματάρχη Παπαμελετίου Γεώργιο, τον Υποδιοικητή (αείμνηστο) Ταγματάρχη Αβραμίδη Άγγελο και τον Διευθυντή του 3ου Γραφείο Εκπαιδεύσεως Ταγματάρχη Μανουρά Βασίλειο, ήταν υψηλής στάθμης εκπαίδευση των Καταδρομέων με παράλληλη προς αυτός πατρική και ηθική στήριξη ενδιαφερόμενοι πάντα για τα όποια προβλήματά τους.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ουδέποτε στη Μοίρα, από αυτά που γνωρίζω, έγινε προπαγάνδα ούτε με μια λέξη υπέρ του δικτατορικού καθεστώτος.

Από τις πρώτες ημέρες της μετάθεσής μου στη Μοίρα, αντιλαμβανόμενος το παραπάνω κλίμα, είχα μια ιδιαίτερη ικανοποίηση γι’ αυτό. Αμέσως κατάλαβα ότι στις περιφερειακές μονάδες, όπως ήταν η Α’ Μοίρα Καταδρομών, το σύνολο σχεδόν των αξιωματικών της τελούσαν υπό τη δυσμένεια του Καθεστώτος, γι’ αυτό ήταν τοποθετημένοι εκεί, ενώ οι απόλυτα πιστοί στο καθεστώς ήταν τοποθετημένοι στις μονάδες του Λεκανοπεδίου Αττικής, για να αισθάνεται αυτό ασφάλεια και στήριξη.

Ετσι εξηγείται και το γεγονός ότι, ενώ βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Λεκανοπεδίου όλα τα στρατιωτικά μέσα (αεροσκάφη, πλοία, πυροβόλα, πυρομαχικά) αρκετές στρατιωτικές μονάδες και μονάδες των ειδικών δυνάμεων, η Δικτατορία δεν αναθέτει πολεμική αποστολή σ’ αυτές για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου. Οι δυνάμεις αυτές, ενώ θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν σε χρόνο μηδέν, γιατί ήταν δίπλα στα κέντρα αποφάσεων, έχοντας μεγαλύτερο στρατηγικό και τακτικό πλεονέκτημα, δεν δόθηκε ποτέ σ’ αυτές για κινητοποίηση, γιατί προφανώς εμπεριείχαν επιτελικά μια ολόκληρη δομή οργάνωσης και στήριξης του Καθεστώτος. Αλώστε όπως τα τραγικά αποτελέσματα του Πραξικοπήματος και της εισβολής των Τούρκων στη Κύπρο απέδειξαν, το δικτατορικό καθεστώς δεν είχε κανένα στρατηγικό σχεδιασμό για την άμυνα της Κύπρου. Αντίθετα η απόφαση απόσυρσης της Ελληνικής Μεραρχίας σε πρώτη φάση αποδυνάμωσε την άμυνα της Κύπρου και ακολούθησε η χαριστική βολή με το πραξικόπημα που διέλυσε το εσωτερικό μέτωπο, ώστε να εξυπηρετηθούν τα διχοτομικά σχέδια που είχαν εκπονηθεί.

Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο η αποστολή των 319 καταδρομέων της Α’ Μοίρας Καταδρομών στην Κύπρο, που αναδείχτηκε αποστολή αυτοκτονίας, ήτα για «την τιμή των όπλων».

Επιχειρησιακός σχεδιασμός της μοίρας – μέσα στο στρατιωτικό πλαίσιο της εποχής εκείνης

Όπως είναι γνωστό, κάθε στρατιωτική Μονάδα είναι ενταγμένη σε ένα στρατηγικό σχεδιασμό, με εξειδικευμένους στόχους, αποστολές και τακτικές, ώστε σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και χωρίς αιφνιδιασμό την υπάρχουσα κρίση.

Την εποχή εκείνη, ο στρατηγικός επιχειρησιακός σχεδιασμός για την Α’ Μοίρα Καταδρομών ήταν η ανάληψη αποστολών σε κάποια νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στις εγγύς ακτές της Τουρκίας σε περίπτωση κρίσης με την Τουρκία. Οι διεκδικήσεις και οι απειλές της Τουρκίας στο Αιγαίο άρχισαν να γίνονται από το 1974 συστηματικές οργανωμένες και με συγκεκριμένο στρατηγικό σχεδιασμό. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και γνωρίζοντας η Διοίκηση της Μοίρας τις πολεμικές αποστολές που θα αναλάμβανε σε περίοδο κρίσεων με την Τουρκία, όφειλε να έχει μια απαρέγκλιτη και πιστή στάση στο κύριο θέμα της αποστολής της με τη σωστή εκπαίδευση και τη κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία των Καταδρομέων.

Κάτω λοιπόν από αυτό το μεγάλο βάρος της αποστολής της για την άμυνα της Πατρίδος μας, ήταν πιστή στη Συνταγματική Επιταγή, χωρίς να κάνει το λάθος να αδυνατίσει τη συνοχής της, την αμυντική ή επιθετικής ικανότητα με προπαγάνδες υπέρ μιας χούφτας επίορκων και να δημιουργήσει επικίνδυνες εσωτερικές και φυγόκεντρες τάσεις με οδυνηρές συνέπειες στην ομοψυχία και ενότητα του προσωπικού της. Σήμερα ο γράφων μπορεί να υπερηφανευτεί για τη συμβολή του και σε αυτό το κλίμα πέρα από την προσήλωσή του στα καθαρά στρατιωτικά και εκπαιδευτικά του καθήκοντα ως κληρωτός Έφεδρος.

Είναι γνωστό άλλωστε το μεγάλο φιάσκο της γενικής επιστράτευσης και τα φαινόμενα διάλυσης και γελοιοποίησης, που επικράτησαν την εποχή εκείνη σε πολλές μονάδες εξαιτίας ακριβώς της ανάγκης που είχε το καθεστώς να έχει ανθρώπους στηρίγματα για τη δική του ασφάλεια, αδιαφορώντας για τη συνοχή του στρατεύματος και για την αποτελεσματική προετοιμασία του να υπερασπιστεί την άμυνα της χώρας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είχε ακυρωθεί και εξουδετερωθεί ο επιχειρησιακός σχεδιασμός των περισσοτέρων μονάδων και ήταν εμφανής η αδυναμία τους να αναλάβουν πολεμικές αποστολές όπως έδειξαν τα ίδια τα πράγματα.

Η σοβαρή εξασθένιση της αμυντικής ικανότητας των Ενόπλων Δυνάμεων την εποχή εκείνη, η αδυναμία τους να υπερασπιστούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας εάν αυτό χρειαζόταν και η Τραγωδία της Κύπρου, απέδειξαν με το πιο κατηγορηματικό τρόπο την άφρον άφρονα και επιζήμια για τον τόπο παρένθεση του δικτατορικού καθεστώτος, που είχε ως αποτέλεσμα να εγγράψει η Τουρκία στη εξωτερική της πολιτική πλεονεκτικές κινήσεις σε βάρος των Εθνικών και Κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.

Είναι επίσης γνωστό ότι η ραχοκοκαλιά του στρατεύματος σε κάθε εποχή τη στελεχώνουν οι έφεδροι αξιωματικοί της χώρας, οι οποίοι όντας πτυχιούχοι ανωτάτων Σχολών στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δίνουν τον αποφασιστικότερο τόνο και διαμορφώνουν με βάση τη μόρφωση και την κουλτούρα τους το δημοκρατικό περιεχόμενο των Ενόπλων Δυνάμεων μαζί φυσικά με τους δημοκρατικούς αξιωματικούς και κληρωτούς οπλίτες.

Ενώ έχουμε λοιπόν αξιόμαχο δυναμικό στις Ένοπλες Δυνάμεις, το μεγάλο έλλειμμά τους είναι η παραπαίουσα, ανίκανη και χωρίς στρατιωτική πολιτική οξυδέρκεια στρατιωτική ηγεσία που στήριξε την αλαζονεία του δικτάτορα Ιωαννίδη που δημιούργησε την Κυπριακή Τραγωδία και παρ’ ολίγο να οδηγήσει ολόκληρη τη χώρα σε ανεπανόρθωτες περιπέτειες.

Το αφιέρωμα συνεχίζεται…

Οι φωτό του Προκοπάκη είναι από αρχείο Νίκου Πολιουδάκη.

Πηγές:

Μαρτυρίες Προκόπη Προκοπάκη

Νίκου Πολιουδάκη: Προκόπη Προκοπάκη 38 χρόνια μετά την εισβολή (εφημερίδα «Ρέθεμνος»)

Μανόλης Μπικάκης: Ένας ξεχασμένος ήρωας («Πρώτο Θέμα»)

Εύας Λαδιά: Μανόλης Μπικάκης («Ρεθεμνιώτικα Νέα»)

Μαρτυρία και σχόλια Χαράλαμπου Αποστολάκη για τα γεγονότα Ιουλίου – Αυγούστου 1974 στην Κύπρο