25 °C Rethymno, GR
25/06/2022

Η ΕΚ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

Ρεθεμνιώτικες μνήμες από το Μικρασιατικό Μέτωπο

«Σαγγάριε, Σαγγάριε, αχ συρματοπλεγμένε, έκαψες πόλεις και χωριά…»

Είναι πολλά αυτά που έχουμε να συμπεριλάβουμε στο αφιέρωμά μας για τα 100 χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή.

Για μια εβδομάδα κάθε μήνα θα αναφερόμαστε στους ένδοξους νεκρούς , ευελπιστώντας ότι θα φέρουμε στο φώς όλους τους Ρεθεμνιώτες που έγραψαν ιστορία στο Μικρασιατικό Μέτωπο και μια ακόμα εβδομάδα κάθε μήνα θα αναφερόμαστε σε αποσπάσματα από ημερολόγια στρατιωτικών που έζησαν στο μέτωπο τις μεγάλες εκείνες στιγμές του ελληνισμού.

Είναι σπάνια τα στοιχεία που αναφέρονται και πολύτιμα για τους νεότερους, αφού αναφέρονται σε λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στις επίσημες πηγές. Και η προφορική παράδοση έχει μεγάλη σημασία, ιδιαίτερα όταν έχει διασωθεί από αρθρογράφους του τοπικού τύπου που έκαναν κι αυτοί με το δικό τους τρόπο τα σχετικά αφιερώματα σε όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Έτσι θα έχουμε μια πληρέστερη εικόνα από τη συμμετοχή του Ρεθύμνου στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Σήμερα όπως σας είχαμε υποσχεθεί θα συνεχίσουμε με ήρωες του Μετώπου.

Ήταν και ο Ευάγγελος Σαμψών ένας από τους γενναίους που έδωσε εντυπωσιακά το παρόν του στο μέτωπο της Μικράς Ασίας.

Γεννήθηκε στο Ατσιπόπουλο στις 26 Οκτωβρίου 1900, κι ο πατέρας του ο Στυλιανός Σαμψών το θεώρησε σημάδι να γεννηθεί ο γιος ανήμερα του Άι Δημητριού. Θα γινόταν σίγουρα γενναίος. Είχε να μοιάσει πάντως. Ο ίδιος όσες φορές τον κάλεσε η πατρίδα άφηνε τη γη που δούλευε, κι έτρεχε στο καθήκον. Είχε πάρει μέρος στις τελευταίες κρητικές επαναστάσεις και στη Μάχη που έγινε στο Ατσιπόπουλο κατά των Ρώσων στις 2α Αυγούστου 1905 στα πλαίσια του Κινήματος του Θερίσου, στο οποίο πρωτοστάτησε το Ατσιπόπουλο με αρχηγό τον Λιαντροχαράλαμπο.

Είχε δημιουργήσει ωστόσο οικογένεια με την Αθηνά Γεωργίου Σταγάκη, επίσης από το Ατσιπόπουλο. Ο γάμος τους είχε γίνει στις 16 Σεπτεμβρίου 1894.

Ο Ευάγγελος δικαίωσε στο απόλυτο τις προσδοκίες του πατέρα του. Έτυχε να ανήκει στη μαρτυρική γενιά που πέρασε την πρώτη νιότη μέσα στη φωτιά των πολέμων. Εκεί που σμιλεύτηκε η δύναμη που άφησε στην ιστορία τη Μάχη της Κρήτης αργότερα. Και διακρίθηκε όπου κι αν υπηρέτησε τιμώντας την οικογένεια και τη γενιά του.

Στις 5 Μαΐου 1919 κατατάχθηκε στο 1ο Έμπεδο του 8ου Συντάγματος Κρητών, όπου υπηρέτησε μέχρι τον Ιούλιο του 1919. Ακολούθησε το Σύνταγμα στη Θεσσαλονίκη, το Σιδηρόκαστρο και το Μπέλες. Την 25η Ιουλίου του ίδιου χρόνου μετατέθηκε στο 7οΣύνταγμα Κρητών και τον Νοέμβριο στο 27ο Σύνταγμα, το οποίο έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού για την απελευθέρωση της Θράκης. Την παραμονή της ονομαστικής του γιορτής, 24η Μαρτίου 1920, μετατέθηκε στο 1ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Σερρών με Διοικητή τον συνταγματάρχη Κ. Ροντήρη και έλαβε μέρος στην απελευθέρωση της Ξάνθης την 30η Απριλίου 1920 και της Κομοτηνής την 14η Μαΐου 1920. Την 17η Σεπτεμβρίου βρέθηκε στο Διδυμότειχο, όπου η Μεραρχία Σερρών είχε αναλάβει την προκάλυψη του Έβρου ποταμού.

Στα τέλη του 1920 πήρε μετάθεση για το μέτωπο στη Μικρά Ασία. Η Μονάδα του, το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, μεταφέρθηκε με πλοία από το λιμάνι της Ελευθερούπολης (Πράβι) της Καβάλας στην Σμύρνη και από εκεί προωθήθηκε στο μέτωπο. Έλαβε μέρος στις μάχες του Ντουμλού Πουνάρ, Αφιόν Καραχισάρ, Εσκή Σεχήρ και Σαγγαρίου, ως πολυβολητής. Την 17η Νοεμβρίου 1921 προήχθη σε δεκανέα και την 6η Φεβρουαρίου 1922, ενώ ο Ελληνικός Στρατός είχε υποχωρήσει στην αμυντική γραμμή ανατολικά του Αφιόν Καραχισάρ, πήρε μετάθεση για την Διμοιρία Διανομών του 11ου Συντάγματος Πεζικού της VI Μεραρχίας στην Κομοτηνή. Η μετάθεση αυτή έγινε επειδή ήταν προστάτης και ο πατέρας του υπέφερε από άσθμα. Ήταν τυχερός που δεν έζησε από κοντά την καταστροφή του Αυγούστου 1922 στην Μάχη του Αλή Βεράν, όπου σκοτώθηκε και ο θείος του ταγματάρχης Παντελής Σταγάκης. Την 5η Ιανουαρίου 1923 πήρε μετάθεση στο 43 Σύνταγμα της Μεραρχίας Κρήτης, που βρισκόταν στο Αρσακλή (Πανόραμα) Θεσσαλονίκης και από εκεί απολύθηκε την 30η Ιουλίου 1923 μετά από υπηρεσία 4 χρόνων 2 μηνών και 25 ημερών.

 

Μνήμες ανεξίτηλες

Μας αναφέρει σχετικά ο γιος του, Νικόλαος Σαμψών, αντιστράτηγος ε.α:

«Ο πόλεμος στην Μικρά Ασία είχε αφήσει ανεξίτηλες ιστορίες στη μνήμη του, που συνήθιζε να διηγείται στα παιδιά του μέχρι τα βαθειά γεράματά του. Κάποτε ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ και μετέφερε έφιππος στρατιωτική αλληλογραφία, έπεσε σε ενέδρα Τούρκων ατάκτων, Τσετών. Δέχθηκε πυρά και μια βολίδα τον τραυμάτισε στην δεξιά κνήμη. Με την ξιφολόγχη του την αφαίρεσε, έδεσε πρόχειρα το επιπόλαιο τραύμα και συνέχισε την αποστολή του. Πίστευε ότι σώθηκε χάρις στο φυλακτό τίμιου ξύλου, που έφερε πάντα μαζί του. Το φυλακτό αυτό το έφερε πίσω στο χωριό μετά την απόλυσή του, το είχε στο εικονοστάσι του σπιτιού και το ασπαζόταν νηστικός πριν φύγει για την καθημερινή δουλειά του. Σήμερα το διατηρεί η εγγονή του Άννα, κόρη του γιου του Λευτέρη.

Με βαθειά θλίψη αναφερόταν στη Μάχη του Ντούζ Ντάγ (ίσιο βουνό), όπου ένας ολόκληρος Λόχος του 28 Συντάγματος αποδεκατίσθηκε από τους Τούρκους. Εκεί σκοτώθηκε την 18 Μαρτίου 1921 ο Ατσιπουλιανός ανθυπολοχαγός Γεώργιος Παπατζανής. Γι’ αυτό το τραγικό γεγονός έλεγε την μαντινάδα: Οι Τούρκοι μας κυκλώσανε για να παραδoθούμε, κι όλοι μας ορκιστήκαμε εκεί να σκοτωθούμε.

Οι αναφορές του στην πορεία μέσω της Αλμυράς Ερήμου ήταν συγκλονιστικές. Η πείνα, η δίψα, οι ψείρες και οι κακουχίες έκαναν την ζωή των στρατιωτών σωστή κόλαση. Οι νεκροί θάβονταν πρόχειρα, τους σκέπαζαν με λίγο χώμα και επάνω κάρφωναν ένα ξύλινο σταυρό. Έτσι έμεναν αιώνιοι φύλακες της Μικρασιατικής γης. Περιέγραφε με ανατριχιαστικό τρόπο την άφιξη της Μονάδος του στο Σαγγάριο, που έγινε ο υγρός τάφος πολλών στρατιωτών. Φαινόταν μια στενή λωρίδα νερού, ενώ το μεγαλύτερο εύρος του ποταμού καλυπτόταν από βούρλα και άλλα φυτά. Ήταν μια πραγματική παγίδα θανάτου για τους διψασμένους και σκληρά ταλαιπωρημένους στρατιώτες, που έτρεχαν να πιουν νερό με τους γυλιούς και τον οπλισμό τους έπεφταν μέσα στο ποτάμι και εξαφανίζονταν.

Προσωπικά ο στρατηγός Οθωναίος προσπαθούσε να σταματήσει την ανθρωποθάλασσα που έτρεχε προς το ποτάμι για να αποτρέψει τον βέβαιο πνιγμό τους. Ετραγούδησαν και για την περίπτωση αυτή το θλιβερό τραγούδι:

Σαγγάριε, Σαγγάριε, αχ συρματοπλεγμένε,

έκαψες πόλεις και χωριά αναθεματισμένε.

Σαγγάριε, Σαγγάριε θέλω να σε ρωτήσω,

γιατί τα παλληκάρια μας τα έστρεψες στα πίσω.

Αλλάχ φωνάζαν τα Τουρκιά,

θεέ μου οι φαντάροι

τι είν’ το κακό που γίνηκε

μέσα εις τον Σαγγάρη.

Χιλιάδες σκοτωθήκανε,

χιλιάδες επνιγήκαν,

πολλοί αιχμαλωτισθήκανε

μυριάδες εχαθήκαν.

Πολλές μανάδες κλάψανε

ας κλάψει κι η δική μου

στη λάσπη του Σαγγάριου

βρίσκεται το κορμί μου…»

Ο Ευάγγελος Σαμψών δεν ξεχάστηκε από το επίσημο κράτος.

Το Γενικό Επιτελείο Στρατού του απένειμε μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης με την 8591/29-11-61 ΕΔΥΕΘΑ. Επίσης του απονεμήθηκε ειδική τιμητική διάκριση από τον αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Δυνάμεων Μεσογείου στρατηγό Alexander, για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στο στρατιωτικό προσωπικό της Βρετανικής Κοινοπολιτείας των Εθνών.

 Αναμνήσεις του ηρωικού Ατσιπουλιανού

Αξίζει όμως να πάρουμε μια ιδέα από τις αναμνήσεις του ηρωικού Ατσιπουλιανού που άφησε για να μαθαίνουν οι νεότεροι τι έγινε εκεί στο μέτωπο, όπου νέα παιδιά με φλόγα στην καρδιά κυνηγούσαν το όραμα της μεγάλης Ελλάδας:

«….Ο χειμώνας του 1921 στη Μικρά Ασία της Ελλάδος δείχνει τώρα όλη του την αγριάδα και τη δύναμή του. Ξυλιάζουν σάρκες και κόκκαλα μα η ψυχή μας σθεναρώς αντέχει!

Οι οβίδες που σήμερα στέλνει ο απάνθρωπος εχθρός έχουν μικρή επιτυχία στους στόχους τους από τις μέρες που έχει λιακάδα. Αυτές ταξιδεύουν τυφλά και πριν πέσουν και σκάσουν ανοίγουν μια λασπολακκούβα, που κόβει τη μεγάλη λύσσα.

Κάπου στο Αφιόν Καραχισάρ, είμαστε τρεις αποκομμένοι φαντάροι του 1ου Συντάγματος Πεζικού, ο Γιάννης, ο Μανούσος κι εγώ, κοπέλια της λεβεντογέννας από διάφορα μέρη της.

Παγωμένοι, μουσκεμένοι, πεινασμένοι, έχουμε κουρνιάσει κάτω από ένα θλιβερό δενδρί, αραιόκλαδο η ντροπή του δάσους. Τάχα μου για προστασία και όλη η έννοια μας τριγύριζε για το μετά.

Ξάφνου απ’ τ’ απέναντι του εχθρού εμφανίζεται μέσα στο σκοτάδι μια ογκώδης σκιά, που καταστρέφει της βροχής τα κρόσια. Τη βλέπουμε κι τρεις ταυτόχρονα και εγώ βάζω μια φωνή, «δικός μου είναι, έχω σειρά».

Σηκώνομαι με το μάνλιχερ στα χέρια. Στέλνω αυτομάτως τον δεξί μου αγκώνα σε οπισθοχώρηση και το αριστερό στον σταυρό που σχηματίζει η ξιφολόγχη στο πρώτο σημείο στήριξης της στο τουφέκι. Σίφουνας φεύγω με την αιχμή της να σημαδεύει το κέντρο του στόχου.

Αστραπιαία κάνω μια προσευχή μέσα μου.

Παίρνω μέρος στην καταστροφή του νερένιου σκηνικού.

Ταυτόχρονα ακούγονται αδελφωμένα δύο τεράστια μπαμ κι ο στόχος μου πέφτοντας φτιάχνει ένα πλαφ κι ένα άθλιο σιντριβάνι. Πίσω του άλλες σκιές που αμυδρά φάνηκαν να φεύγουν στα πέρα τσαλαβουτώντας.

Σίγουρα πίστεψαν ότι έπεσαν σε μεγάλη ενέδρα.

Πέρασε καιρός κι έφτασε η ευλογημένη ώρα του απολυτηρίου μου, μετά από ολόκληρα και κάποιο περίσσευμα, πέντε χρόνια. Ο αποχωρισμός μας από το 43ο Σύνταγμα Κρητών ήταν σπαραξικάρδιος. Ακόμη ως τα σήμερα σαν τον θυμηθώ συγκινούμαι. Ορκισθήκαμε πως θα βρεθούμε να το γλεντήσουμε. Έφτασα στο χωριό μου το Ατσιπόπουλο και μ’ έπνιξαν στις αγκαλιές, έφερα μαζί μου ιερό κειμήλιο την ξιφολόγχη μου.

Η ζωή πήρε τον γραμμένο από τους ψευδοσυμμάχους δρόμο της. Η Μικρά Ασία της Ελλάδος χάθηκε. Όχι όμως για πάντα. Έπεσα μ’ ενθουσιασμό στην αγροτική ζωή. Νυμφεύθηκα και έφτιαξα οικογένεια, γέννησα και κοπέλια.

Κάποια στιγμή ήρθε στο μυαλό μου μια ιδέα. Πήρα την ξιφολόγχη του θανάτου και την πήγα στον σιδερά του χωριού, τον Μανώλη τον Λιανδρή και με την τέχνη του μου έφτιαξε ένα δρεπάνι, στη λαβή του οποίου είχα χαράξει τα αρχικά μου Ε.Σ. Δεν απέκτησα ποτέ άλλο και κανείς άλλος δεν το χρησιμοποίησε…».

 

Γιάννης Ευαγγελίδης

Ο Γιάννης Ευαγγελίδης μπορεί να γεννήθηκε το 1900 στο Βραδέτο, ένα ορεινό χωριουδάκι του Ζαγοριού της Ηπείρου αλλά έγραψε σημαντική ιστορία ως επιθεωρητής στο Ρέθυμνο, όπου και είχε τραγικό τέλος την εποχή της μισαλλοδοξίας του Γενάρη 1945.

Το 1920 επιστρατεύθηκε και αυτός για τη Μικρά Ασία. Εκεί πολέμησε δυο χρόνια με το βαθμό του λοχία. Εκτελούσε χρέη τηλεφωνητή στη Μεραρχία Κρήτης. Εκεί γνωρίστηκε και φιλεύτηκε με το γιατρό Γεώργιο Τσουδερό αποκτώντας τον πρώτο του συνδετικό κρίκο με το Ρέθυμνο. Στα 1925 πέτυχε στην μετεκπαίδευση και φοίτησε για δυο χρόνια στο Πανεπιστήμιο. Στα 1928 πήρε το πτυχίο του με άριστα.

Από κει και μετά αρχίζουν τα δύσκολα για το Γιάννη που είχε από παιδί γαλουχηθεί με το νάμα του αγνού ιδεολόγου σοσιαλιστή, όπως ήταν κάποτε αυτή η ιδεολογία πριν την κουρελιάσουν οι σύγχρονοι «σωτήρες».

 

Κλέαρχος Μαμαλάκης

Γεννήθηκε το 1896 στο Ροδάκινο Ρεθύμνου.

Πολέμησε ως εθελοντής κατά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913. Τον Αύγουστο του 1917 κατατάχθηκε στην Αεροπορική Υπηρεσία Στρατού για να εκπαιδευτεί ως οδηγός αεροπόρος. Για το σκοπό αυτό στάλθηκε στην Αεροπορική Σχολή Σάρτρ της Γαλλίας, απ’ όπου επέστρεψε τον Μάρτιο του 1918 και εξακολούθησε την εκπαίδευσή του στην Αεροπορική Σχολή του Σέδες. Πτυχιούχος οδηγός αεροπόρος τοποθετήθηκε στην 532 Ελληνική Μοίρα και έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου, μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια πήρε μέρος στις επιχειρήσεις της Μ. Ασίας υπηρετώντας διαδοχικά στην Α’ και Δ’ Μοίρα Αεροπλάνων και εκτέλεσε πολλές και ποικίλες αεροπορικές αποστολές. Σκοτώθηκε στις 10 Αυγούστου 1922 στην περιοχή της Χίου λόγω πτώσεως του αεροσκάφους του κατά την εκτέλεση διατεταγμένης αποστολής.

 

Σήφης Βλαστός

Πόσες φορές δεν έχουμε περάσει από το δρόμο που φέρει το όνομά του στο Ελιδάκι, αλλά πόσοι τον γνωρίζουν. Κι όμως ήταν σπουδαίος.

Ήταν γιος του προηγουμένου και γεννήθηκε στο Βυζάρι, επίσης. Τα κατορθώματα των ηρωικών του προγόνων τον ώθησαν να κάνει καριέρα στο στράτευμα. Με την είσοδό του κατ’ εκλογή στη Σχολή Υπαξιωματικών έφθασε στο βαθμό του ταγματάρχη.

Ήταν υποδιοικητής του 44ου Σ.Π.

Και συνδέθηκε το όνομά του με ένα συγκινητικό γεγονός που πέρασε στα χρονικά της πόλης.

Όταν το Ρέθυμνο, εκεί που ήταν οι παλιοί στρατώνες, ξεπροβόδιζε με τιμές το ηρωικό 44ο Σ.Π. που έφευγε για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, ο Σήφης Βλαστός παρέλαβε από τις κυρίες του νεοσύστατου τότε Λυκείου Ελληνίδων Ρεθύμνου την χρυσοκέντητη γαλανόλευκη που είχαν ετοιμάσει να προσφέρουν στους στρατιώτες μας για να ενισχύσουν το ηθικό τους.

Ο Σήφης Βλαστός πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους της πρώτης εικοσαετίας του περασμένου αιώνα και διακρίθηκε για τη γενναιότητά και τη στρατηγική του.

Για τις ανδραγαθίες του έπαιρνε τη μια διάκριση μετά την άλλη. Και θα έφτανε σε ψηλότερη βαθμίδα ιεραρχικά μετά τη νικηφόρα μάχη του Σκρα, αν δεν τον παραγκώνιζαν μικροψυχίες ανωτέρων που έδωσαν θέσεις κλειδιά σε «γραφιάδες», που δεν είχαν αισθανθεί ποτέ την μυρωδιά του μπαρουτιού στη μάχη.

Για τη δράση του μάλιστα κατά τη μάχη του Σκρα είχε κερδίσει το θαυμασμό του Γάλλου στρατηγού του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου Φρανσέ Ντ’ Εσπερέ (Louis Felix Marie Francois Franchet d’ Esperey) που του απένειμε έπαινο σε ημερήσια διαταγή.

Η παραμονή του στα Ιωάννινα, ενώ ήθελε να βρίσκεται στο Μικρασιατικό Μέτωπο τον τρέλαινε. Μάταια έκανε αιτήσεις να τον στείλουν εκεί. Τα κατάφερε μετά από μεγάλες προσπάθειες.

Ο Σήφης δεν αναπαυόταν ποτέ. Κοντά στους άνδρες του πάντα έδινε το καλό παράδειγμα. Κάποτε κι ενώ βρισκόταν στη Σμύρνη, του προτάθηκε να γυρίσει πίσω και να του ανατεθεί μια θέση γραφιά στο υπουργείο των Στρατιωτικών.

Εκείνος μετά βίας συγκρατήθηκε για να μη ξεσπάσει την οργή του στους ανωτέρους του που πήραν την πρωτοβουλία αυτή.

Κι όταν ανέκτησε την ψυχραιμία του περιορίστηκε να απαντήσει πως η θέση του είναι στο μέτωπο κοντά στους στρατιώτες του.

Ο στρατηγικός νους του λειτουργούσε πάντα υπέρ των στρατιωτών του που προστάτευε με όλες του τις δυνάμεις.

Όταν τον είχαν στείλει στη Σμύρνη για να καταλάβει τις Κυδωνίες παρέκαμψε τις οδηγίες και ξεκίνησε με δική του ευθύνη μια διερεύνηση της κατάστασης. Είχε πικρή εμπειρία από τις αποτυχημένες ενέργειες άλλων αξιωματικών που οδηγούσαν τους άνδρες τους ως πρόβατα επί σφαγή.

Και μόνο όταν απέκτησε πλήρη γνώση της κατάστασης και τις απαραίτητες ενισχύσεις που ζήτησε, τότε έφερε σε πέρας την αποστολή του με μεγάλη επιτυχία, σώζοντας και τους στρατιώτες του από βεβαία καταστροφή, αν είχε πράξει όπως τον διέταξαν.

Κι ήρθε η μοιραία στιγμή να φέρει σε πέρας μια άλλη αποστολή στη περιοχή Σαμπανιτσά. Εκεί έπεσε μαχόμενος σαν λιοντάρι στις 16 Αυγούστου 1921 ενώ εμψύχωνε τους άνδρες του.

Το αφιέρωμά μας συνεχίζεται

Πηγές:

Πολιτιστικό Ρέθυμνο: Μορφές και Ήρωες

Ευχαριστήριο

Ευχαριστώ θερμά τον αντιστράτηγο ε.α Νικόλαο Σαμψών που ανταποκρίθηκε πρόθυμα και μου έδωσε τα στοιχεία και φωτογραφίες για την αναφορά αυτή στον αείμνηστο πατέρα του.