29 °C Rethymno, GR
24/05/2022

Τριάντα αιώνες Μικρασιάτικου Ελληνισμού: Τα τσερκένια

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΕΠΕΤΖΗ*

1922-2022. Εκατό χρόνια, σημαδεμένα από φρίκη, πόνο ξεριζωμού, αγωνία της μάνας, αλλά και νοσταλγία για τις πατρίδες που χάθηκαν.

Στην Κρητική επιθεώρηση της 1ης Οκτωβρίου του 1922, διαβάζουμε: «Την παρελθούσαν Δευτέραν πρωί κατέπλευσεν εις τον λιμένα μας το υπερωκεάνιον ατμόπλοιον «Πατρίς» δι ου μεταφέρθηκαν 2.800 πρόσφυγες εις την πόλιν μας». Έτσι απλά! Δύο χιλιάδες οκτακόσιες ταλαιπωρημένες, κατατρομαγμένες, πενθισμένες ψυχές, ήρθαν ν’ ακουμπήσουν στο Ρέθεμνος και τα γύρω χωριά.

Είχα την τύχη, μικρό παιδί ακόμα, να γνωρίσω και να συναναστραφώ με κάποιους από αυτούς τους πονεμένους, αλλά αξιόλογους ανθρώπους στο χωριό μου, το Χαμαλεύρι. Δεν έχανα κάθε ευκαιρία, να ρουφούν τα παιδικά αυτιά μου τις ιστορίες τους, τη νοσταλγία του και τα εθιμά τους.

Αξέχαστη θα μου μείνει η γειτόνισσα Μαργή, όταν ένα Κυριακάτικο απόγευμα, στη σύναξη της γειτονιάς, είχε φέρει από το σπίτι της ένα κάδρο-φωτογραφία της Νέας Φώκαιας και με μια φουρκέτα από τα μαλλιά της, έδειχνε τους εύφορους τόπους που άφησαν. Τα αμπέλια τους, τα καπνοχώραφα, τα σπίτια τους. «Αυτά είναι τα μέρη μας» έλεγε και δάκρυα αυλάκωναν το ρυτιδωμένο της πρόσωπο.

Ο συντοπίτης μας Παρασκευάς Συριανόγλου, στα εξαίρετα βιβλία του «Θεμέλια του πολιτισμού μας» και «Λαϊκός Πολιτισμός», μας περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ήθη και έθιμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού και περισσότερο της Παλαιάς και Νέας Φώκαιας.

Σήμερα θα ασχοληθούμε με το έθιμο των τσερκενιών (χαρταετών), το οποίο αναφέρει και ο Κοσμάς Πολίτης στο βιβλίο του «Στου Χατζηφράγκου».

Μόλις έμπαινε το Τριώδι, άρχιζαν οι συζητήσεις για το που θα μαζευτούν οι συγγενικές οικογένειες, για να γιορτάσουν την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρή Δευτέρα, με αποκορύφωμα το πέταγμα των τσερκενιών.

Γράφει ο Κοσμάς Πολίτης: «Τα τσερκένια δεν ήτανε σαν τα εδώ, τετράγωνα ή με πολλές γωνίες. Να σου εξηγηθώ. Φαντάσου ένα καλαμένιο τόξο – μισό τσέρκι, δηλαδή – με την κόρδα και με τη σαΐτα του.  Η σαΐτα του – αυτός είναι ο γιαρμάς του τσερκενιού – ήτανε μια ξύλινη βέργα. Ο γιαρμάς, λοιπόν, περίσσευε κάτω από την κόρδα, δυο φορές πιο μακρύς παρά από την κόρδα ώσαμε τη μέση του τσερκιού. Αυτό, για την ισορροπία.  Ήτανε δεμένος από την κορφή του τσερκιού, το ίδιο και καταμεσής στην κόρδα. Κάτω, η μύτη του είχε μια χαρακιά. Ένας σπάγκος ξεκίναγε από την μιαν άκρη του τσερκιού, πλάι στην κόρδα, κατέβαινε, χωνότανε στη χαρακιά ή δενότανε γύρω από τη μύτη, ανέβαινε από την άλλη, και ξαναδενότανε στην άλλη άκρη του τσερκιού. Το τσερκένι, λοιπόν, ήτανε ένα τόξο, που τέλειωνε κάτω μυτερό, σε σφήνα. Αυτός ήτανε ο σκελετός. Τον ντύνανε ύστερα σε χαρτί, χοντρό ή πιο λιανό, ανάλογα  με το μπόι του τσερκενιού. Βέβαια, το καλό τσερκένι, ήπρεπε να ‘ναι καλοζυγιασμένο, να μη γέρνει ούτε από τη μια μπάντα ούτε από την άλλη. Μα να σου πω την αμαρτία μου, εμένα μ’ άρεσε να γέρνει λιγάκι από τη μια. Του κρέμαγα σκουλαρίκι από την άλλη, και σαν κορώνιζε ψηλα, καμάρωνε ίδια κοπέλα.

Το πιο φτηνό τσερκένι ήτανε ο Τούρκος: ένα μονοκόμματο κόκκινο χαρτί, με κολλημένα πάνω το μεσοφέγγαρο και τ’ άστρο. Ύστερα ερχότανε ο Φραντσέζος, μπλου, άσπρο, κόκκινο, κολλημένα πλάι πλάι με τσιρίσι. Ακόμα πιο ακριβός ήτανε ο Έλληνας. Βλέπεις για την ελληνικιά παντιέρα, χρειάζονται πολλές λουρίδες, άσπρες και γαλάζιες, χώρια ο σταυρός στη μια γωνιά, και ήθελε δουλειά το κόλλημα. Στο κόστος του παράβγαινε ο Αμερικάνος, κόκκινες και άσπρες λουρίδες, και τ’ άστρα στη γωνιά. Μα πιο ακριβό απ΄ούλα τα τσερκένια, πανάκριβο, ώσαμε οχταράκι, μπορεί και δέκα μεταλλίκια – σου μιλάω για τρεχούμενο μπόι, κοντά ένα μέτρο – ήτανε το μπακλαβουδωτό. Ούλο μικρά μικρά τρίγωνα και μπακλαβουδάκια, χρώματα χρώματα. Εξόν από τον κόπο για το κόλλημα, χρειαζότανε και μεγάλη τέχνη, για να ‘ναι ούλα τα κομματάκια ταιριαστά στο σχέδιο και στο χρώμα. Πήγαινε και πολύ τσιρίσι…Ακριβούτσικο ήτανε κι ο ουρανός με τ’ άστρα, σκούρο μαβί, με κολλημένα πάνω του, από χρυσόχαρτο, ούλα τ’ άστρα και οι κομήτες τ’ ουρανού. Και πού να δεις κάτι θεόρατα τσερκένια, πάνω από μπόι ανθρώπου. Αυτά, τ΄αμολάρανε  οι μεγάλοι, όχι με σπάγγο, με σκοινάκι. Τα κουμαντάρανε δυο-δυο νομάτοι, γεροί άντροι, με χέρια ροζιασμένα στη δουλειά, γιατί το τράβηγμα του αέρα σου χαράκιαζε τα δάχτυλα. Τα μάτωνε. Αμόλαρα κι εγώ ένα τέτοιο τσερσκένι μια βολά.

Αυτά είχα να σου πω. Ήτανε θάμα να βλέπεις ολάκερη την πολιτεία ν’ ανεβαίνει στα ουράνια».

Και ο Παρασκευάς Συριανόγλου: «Όλες τις μέρες πετάνε τα τσερκένια μα κάθε απόκριες ο ουρανός γεμίζει με χρώματα φανταχτερά και σχήματα παράξενα κι αλλόκοτα. Είναι μια συνήθεια που τις ρίζες της τις έχει πέρα μακριά στην Άπω Ανατολή, μόνο που σε τούτη τη γωνιά κάτι αλλάζει, κάνουν κάτι ξεχωριστό για να συμπληρώσουν τούτο το όμορφο παιχνίδι.

Η ράτσα που είναι ριζωμένη εδώ στα παράλια της Μικρασίας έχει καθιερώσει των πόλεμο των τσερκενιών. Ένας πόλεμος αναίμαχτος μα γεμάτος αγωνίες και λαχτάρες μέχρι τη στιγμή που θα βγει ο νικητής.

Τούτη τη μάχη περίμενε κάθε χρόνο ο Γιώργης κι ήταν μια μάχη που είχε θεατές και χειροκροτήματα, επιφωνήματα χαράς μα και απογοήτευσης γι΄αυτό κάθε τόσο ρώταγε για το καρτάκι του. Περηφανεύεται, πως δεν έχει χάσει ποτέ μια τέτοια μάχη. Και φέτο, το τσερκένι του θα έχει όπως όλα τα χρόνια, δυο χρώματα: μπλέ και άσπρο, σαν τη σημαία που΄ναι κρυμμένη στο ταβάνι…

Τα παιδιά σωστά ζαγάρια τριγύριζαν τον μπαρμαπα-Γιώργη. Ήταν η ώρα ν’ αμολάρουν τα τσερκένια.

Όσο έβλεπαν τον ουρανό να γεμίζει με χρώματα χίλια δυο και σχήματα αλλόκοτα, τόσο τον ξεσήκωναν και τον τραβούσαν απ΄την παρέα.

Λωλάθηκαν μικροί και μεγάλοι! Τα τσερκιένια είχαν γεμίσει τον ουρανό. Ασπρογάλαζα τα πιο πολλά, μα και τα κόκκινα ήταν μπόλικα. Εκείνα που ήταν φτιαγμένα από τρικάπελη κόλλα κροτάλιζαν κι έκαναν τα μάτια θέλοντας και μη να κοιτάζουν ψηλά και τότε έμεναν καρφωμένα για να θαυμάσουν τα σχέδια και τα σχήματα τ΄απίθανα που’χουν τούτα τα χωρίς φτερά πετούμενα.

Τελευταίο πήρε κεφάλι το καρτάκι του μπαρμπα Γιώργη. Εκείνος άρχισε με μαστοριά το αμολάρισμα κάνοντας την καλούμπα να ξετυλίγεται σαν ανέμη. Δεν είχε τελειωμό τούτη η καλούμπα – ξεπέρασε περιφρονητικά μια χαντάζα που τάκλιζε, έφτασε άλλα καρτάκια που κορώνιζαν λες κι ήταν καρφωμένα στον ουρανό, σταμάτησε για λίγο εκεί πάνω. Έπεσε ξανά ο αγέρας, ο σπάγγος μποσάρισε, ορισμένα τσερκένια άρχισαν να χάνουν ύψος μα το καρτάκι του Γιωργή ανέβηκε ακόμα πιο ψηλά σε δυνατότερα ρέματα.

Από παραδίπλα ακούστηκε μια φωνή.

-Ε! Γιωργή, παλεύουμε;

Δεν θα μπορούσε να πει όχι.  Ήταν ντροπή.

-Παλεύουμε, απάντησε εκείνος.

-Να τα παίρνουμε ή να τα δίνουμε;

-Να τα παίρνουμε, ήταν η δεύτερη απάντηση.

Τα χέρια άρχισαν να κάνουν παράξενες κινήσεις. Τα δυο τσερκένια ήρθαν το ένα κοντά στο άλλο μα το καρτάκι του Γιωργή ήταν πιο χαμηλά σε θέση δύσκολη. Με μιας άρχισε ν’ αμολάει και πάλι καλούμπα. κι ο εχθρός το ίδιο έκανε. Σε λίγο το τσερκένι του γείτονα σταμάτησε ν΄ανεβαίνει. Ίσα που φαινόταν το κιτρινόμαυρο χρώμα του. Οι σπάγκοι σταυρώθηκαν κι άρχισε το πριόντισμα. Για μια στιγμή ξεμπέρδεψαν, το ασπρογάλαζο άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα. Ήταν ζυγισμένο λίγο πιο πάνω από τον αντίπαλο, λίγο ακόμα, δυο κινήσεις και το σκέπαζε.Το χαρτί του σκίστηκε λίγο, τα ζύγια στράβωσαν με τούτο το πλάκωμα κι άρχισε να παίρνει τάκλες σβουριχτές κατεβαίνοντας σαν τρελό.

Τα ξεφωνητά των παιδιών ακούγονταν μέχρι την πολιτεία. Άλλο! Άλλο και πιο μεγάλο! Καμάρωνε ο πατέρας για τη νίκη του μα πιο πολύκαμάρωνε ο Δημητρός για την κατασκευή του.

Άλλα τρία τσερκένια την ίδια τύχη είχανε. Έπεσαν ή έφυγαν με κομμένο το σπάγκο κι έγιναν λάφυρα γι’ αυτούς που βρέθηκαν κοντά τους.

Ο ήλιος είχε γείρει για τα καλά. Ο αγέρας ακόμα κράταγε ψηλά πολλά τσερκιένια. Ήταν ώρα να μαζευτούν όλοι στο μύλο.

Το πιο όμορφο καρτάκι που πέταξε ποτέ σε τούτο τον τόπο τον άρχισε σιγά-σιγά να χαμηλώνει. Δεν είχε κατέβει στα μισά και κάποιος τόλμησε να ζητήσει πόλεμο μαζί του. Ήταν ο Ταμάρ (Τούρκος).

Ανόρεχτος είπε το ναι του ο ανίκητος. Πάλεψε γιατί δεν ήξερε να κάνει πίσω. Ξέφυγε απ’ τα δύσκολα. Είχε τ’ απάνω χέρι μα ξαφνικά μια μούζα κάνοντας τάκλες τυλίγεται στο σπάγκο του παρασέρνοντας μαζί της κι ένα άλλο καρτάκι. Το βάρος είναι μεγάλο. Το γαλάζιο τσερκένι δεν μπορεί να ψηλώσει κι ούτε να το κουμαντάρει ο αφέντης του. Είναι καταδικασμένο. Το κόκκινο έρχεται και το χτυπά στο πλάι, τραντάζεται επικίνδυνα, δεν γλιτώνει. Ντροπή! Είναι η πρώτη φορά που θα χάσει μάχη και δυο φορές ντροπή, γιατί θα το παρει σαν λάφυρο ο Ταμάρ. Δεύτερο χτύπημα, πιο γερό. Ανέβηκε ούλο το αίμα στο κεφάλι του Γιωργή, μα την πήρε την απόφαση. Φέρνει το χέρι στο ζωνάρι και βγάζει το τσακί. Με μιας κόβει τον σπάγκο κι εκείνο ελευθερώθηκε και πετά μονάχο, ακυβέρνητο. Φωνές από την παρέα των Τούρκων.  Βουβαμάρα απ’ τους χαμένους. Κι εκείνο να ψηλώνει και να φεύγει κατά τη θάλασσα. Βλέπει κάτω τον τόπο που γεννήθηκε, σίγουρα δε θα τον ξαναδεί. Πετά πάνω από το Αιγαίο και συλλογιέται πού θα πέσει. Σε στεριά για σε θάλασσα. Μόνο του παρηγοριέται. Σίγουρα θα πέσω στην Ελλάδα. Δε σκιάζομαι κι αν θα ‘ναι θάλασσα, κάμπος ή βουνό. Το κοίταζαν μέχρι που βασίλεψε κι εκείνο μέσα στα κύματα.

Τα μικρά γκρίνιαζαν με τα καμώματα του πατέρα, μα οι άλλοι συμφώνησαν μαζί του. Κάλιο λεύτερο παρά στα χέρια του Ταμάρ».

Όμως, οι αγαπημένοι ξεριζωμένοι μας, δεν είχαν μόνο το έθιμο των τσερκενιών. Θα επανέλθουμε και με άλλα, τα οποία μετέφεραν στη δεύτερη πατρίδα τους και τα μετέδωσαν στη δεύτερη και τρίτη γενιά.

*Για τον Σύλλογο Ρεθυμνίων Μικρασιατών