Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε μιλήσει για την επίδραση που είχε η τραγωδία των Τεμπών στις αντιδράσεις των πολιτικών κομμάτων. Σήμερα θα μιλήσουμε για την επίδραση που έχει στην κοινωνία. Αν και λίγο νωρίς βέβαια, καθώς αυτό θα μπορεί να αποτυπωθεί καλύτερα όταν θα έχει ολοκληρωθεί η δίκη και θα έχουν αποκαλυφθεί όλα τα στοιχεία.
Δυο χρόνια τώρα, σε επίπεδο πληροφοριών, η υπόθεση αφέθηκε να ακουμπήσει ταβάνι όσον αφορά την συνωμοσιολογία και την παραπληροφόρηση. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί εδώ το κάθε ατεκμηρίωτο και παράλογο σενάριο που έχει ακουστεί όλο αυτό το διάστημα. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξαφανισμένα βαγόνια, τους εξαφανισμένους επιπλέον νεκρούς, τα δήθεν πειραγμένα ηχητικά, τις παράνομες δεξαμενές καυσίμων στα βαγόνια της εμπορικής, τις εκρήξεις από ξυλόλια ή καύσιμα των drone του ΝΑΤΟ. Ο καταιγισμός, άνευ αντιλόγου, αυτών και άλλων πολλών θεωριών συνέβαλαν στο να πειστεί το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ότι «κάτι συγκαλύπτεται».
Για την κατάσταση που διαμορφώθηκε το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης φέρει η κυβέρνηση αλλά και η ίδια η Δικαιοσύνη. Η κυβέρνηση γιατί έβλεπε να διαχέεται το δηλητήριο σε ολόκληρη την κοινωνία χωρίς να αντιδρά και να απαντά. Η Δικαιοσύνη γιατί καθυστερεί να ξεκινήσει τη δίκη αποδεχόμενη το κάθε απίθανο αίτημα του κάθε τσαρλατάνου που παριστάνει τον «εμπειρογνώμονα».
Οι συγκεντρώσεις του Φεβρουαρίου ήταν ένα δυνατό ξυπνητήρι για όσους έριχναν τον ύπνο του δικαίου. Έτσι, μέσα σε ένα μήνα, έχουμε μάθει για την υπόθεση όσα δεν είχαμε μάθει δύο ολόκληρα χρόνια. Τα περισσότερα σενάρια συνωμοσίας έχουν καταρριφθεί από δεδομένα, πορίσματα, ειδικούς που δίνουν απαντήσεις και που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Φυσικά τον τελευταίο λόγο θα έχει η Δικαιοσύνη.
Έστω και πρώιμα όμως, με τα έως τώρα δεδομένα, μπορούμε να θέσουμε ένα καίριο κοινωνικό ερώτημα: το πως και υπό ποιες συνθήκες τόσοι λίγοι άνθρωποι κατάφεραν να εξαπατήσουν τόσο πολύ κόσμο; Πως και υπό ποιες συνθήκες κόμματα με ελάχιστα ερείσματα στην κοινωνία, πολιτικοί δίχως ιδιαίτερα χαρίσματα, «τεχνικοί σύμβουλοι» χωρίς εξειδίκευση και διαδικτυακά trolls και bots κατάφεραν να δημιουργήσουν τόσες «βεβαιότητες» στο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας; Οι παράγοντες είναι πολλοί, ωστόσο θα επισημάνουμε έξι που συνδυαστικά απαντούν σε μεγάλο βαθμό στο ερώτημα μας.
α) Απουσία κριτικής σκέψης: η ελληνική κοινωνία είχε ανέκαθεν ροπή προς την συνωμοσιολογία. Αυτό σε συνδυασμό με την απουσία κριτικής σκέψης, που θέτει ερωτήματα φιλτράροντας τις πληροφορίες, οδηγεί όχι μόνο στην εύκολη υιοθέτηση μη στοιχειοθετημένων θεωριών αλλά και στην αναπροσαρμογή αυτών των ανυπόστατων θεωριών όταν αυτές καταρρίπτονται (π.χ. οι τόνοι ξυλολίου που μεταβάλλονται και μεταφέρονται από βαγόνι σε βαγόνι, η αμφισβήτηση αυθεντικότητας των βίντεο, οι δεξαμενές που έγιναν μπιτόνια κ.ά.).
β) Αποδοχή αφηγημάτων λόγω των δικών μας παραπόνων: κάποιος που απεχθάνεται τον Μητσοτάκη επειδή του έβαλε τεκμαρτό εισόδημα, επειδή επέτρεψε τον πολιτικό γάμο ομοφυλοφίλων, επειδή δεν είναι με τον Πούτιν ή επειδή απλά η ιδεολογία του επιτάσσει να τον βλέπει ως εχθρό, θα αποδεχθεί πολύ πιο εύκολα μια θεωρία που λέει ότι ο Μητσοτάκης καλύπτει έναν λαθρέμπορο στην υπόθεση των Τεμπών.
γ) Χαμηλού επιπέδου (τηλεοπτική κυρίως) δημοσιογραφία: οι δημοσιογράφοι καλούν τον κάθε τσαρλατάνο με προσωπικά ιδιοτελή κίνητρα, χωρίς να ελέγχουν αν έχει τα προσόντα να μιλάει γι’ αυτό που μιλάει αλλά και χωρίς να ερευνούν δημοσιογραφικά τα λεγόμενα του.
δ) Απουσία αντιπολίτευσης: όταν το πολιτικό σύστημα στερείται αντιπολίτευσης που μπορεί να παρέχει μια εναλλακτική πρόταση για την χώρα, ο κόσμος που είναι απογοητευμένος από την κυβέρνηση οδηγείται σε πολιτική απάθεια, δίνοντας χώρο στην τοξικότητα και την συνωμοσιολογία των άκρων.
ε) Οργανωμένα συμφέροντα: όποια επιχειρηματικά, εκδοτικά, συντεχνιακά κ.ά. συμφέροντα είναι δυσαρεστημένα από το «μοίρασμα της πίτας» ή από πολιτικές και γεωπολιτικές επιλογές της κυβέρνησης που θίγουν τα συμφέροντα τους, δεν θα διστάσουν να στηρίξουν τις όποιες θεωρίες, βλέποντας την όλη κατάσταση ως μια ευκαιρία για να δείξουν τα δόντια τους, ευελπιστώντας να εκβιάσουν καταστάσεις προς όφελος τους.
στ) Χαμηλά επίπεδα θεσμικής εμπιστοσύνης: η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει διαχρονικά πολύ χαμηλά επίπεδα θεσμικής εμπιστοσύνης. Κοινωνία που δεν έχει εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς του πολιτικού συστήματος, είναι επόμενο ότι δεν θα εμπιστεύεται και τις κρατικές αρχές. Μια τέτοια κοινωνία είναι πιθανότερο να πιστέψει έναν Κοκοτσάκη παρά το χημείο του κράτους ή έναν Λακαφώση παρά τις ανακριτικές αρχές.
Στο σημείο που έφτασε η υπόθεση των Τεμπών το πιθανότερο είναι πως όσες θεωρίες συνομωσίας κι αν καταρριφθούν από στοιχεία ή ότι κι αν αποφασίσει μετά από καιρό η δικαιοσύνη, η πλειοψηφία του κόσμου δεν θα αλλάξει γνώμη. Όταν κάποιος έχει καταλήξει σε «βεβαιότητες», δεν μπορεί εύκολα να αναθεωρήσει, πολλώ δε μάλλον να παραδεχθεί ότι έσφαλε ή ξεγελάστηκε από άλλους. Σκεφτείτε πόσα χρόνια μας πήρε να αποκτήσουμε μια σχετικά πιο ώριμη αντίληψη για τα αίτια της οικονομικής κρίσης.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι το ζητούμενο είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη για τις 57 ψυχές που χάθηκαν και τις οικογένειες τους. Κι όχι να επιβεβαιωθούν οι όποιες προαποφασισμένες ετυμηγορίες έχει ο καθένας στο μυαλό του.