«Ανάσα» για την Κρήτη οι βροχοπτώσεις εντός του 2026, το οποίο διαφαίνεται ότι θα εξελιχθεί ως ένα ικανοποιητικό υδρολογικά έτος – Επιτακτική η αναζήτηση λύσεων για τη λειψυδρία και εξασφάλισης επαρκών αποθεμάτων νερού
Προτεραιότητα πρέπει να θεωρείται για την Κρήτη η εξασφάλιση επαρκών υδατικών αποθεμάτων, με τη βαρύτητα να δίδεται στη διαχείριση του διαθέσιμου νερού και την εξέταση λύσεων που θα αντιμετωπίζουν συνολικά και αποτελεσματικά το ζήτημα της λειψυδρίας. Σε ένα περιβάλλον έντονης κλιματικής μεταβλητότητας, κατά το οποίο το νησί άλλοτε μπορεί να ευνοείται από ικανοποιητικά υδρολογικά έτη και άλλοτε να πλήττεται από την παρατεταμένη ξηρασία, κρίνεται αναγκαία η ανάπτυξη μηχανισμών που θα περιορίζουν τις απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης και άρδευσης, θα εξετάζουν δυνατότητες επαναχρησιμοποίησης του επεξεργασμένου νερού και θα παρακολουθούν την ποιότητα του υδατικού πόρου. Οι έντονες βροχοπτώσεις των τελευταίων εβδομάδων έχουν προσδώσει σημαντική ανάσα για όλη την Κρήτη, γεμίζοντας με κυβικά νερού τα φράγματα, δροσίζοντας την ύπαιθρο και ουσιαστικά προσδίδοντας στο νησί τις μεγαλύτερες ποσότητες νερού που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια. Παρόλα αυτά και σύμφωνα με τα όσα επεσήμανε μιλώντας μεταξύ άλλων στην Τηλεόραση Creta ο Δρ. Νεκτάριος Κουργιαλάς, κύριος ερευνητής στο ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ και υπεύθυνος Εργαστηρίου Υδατικών Πόρων-Αρδεύσεων και Περιβαλλοντικής Γεωπληροφορικής Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου, οι βροχοπτώσεις δεν αποτελούν μακροπρόθεσμη λύση στο πρόβλημα, αλλά συγκυρία της εποχής.

Σύμφωνα με σχετική έκθεση που δημοσίευσε προχθές ο κ. Κουργιαλάς, οι βροχοπτώσεις μέχρι τις πρώτες μέρες του Απριλίου έχουν αποδώσει στην Κρήτη σχεδόν όλο το νερό που είχε «πέσει» το 2025. Στη Δυτική Κρήτη καταγράφονται τα μεγαλύτερα ύψη βροχής στο νησί από τις 15 Μαρτίου έως τις 6 Απριλίου, όπου στο Ρέθυμνο η εκτιμώμενη μέση βροχή για το διάστημα αυτό διαμορφώνεται στα 220mm όπως το ίδιο ισχύει και για την Π.Ε. Χανίων, ενώ στα 140 mm είναι η καταγραφή στην Π.Ε. Ηρακλείου και στα 110 mm στην Π.Ε. Λασιθίου. Συγκεκριμένα στην Π.Ε. Χανίων σε σύγκριση με το 2025 έχει σημειωθεί ήδη περίπου 10% περισσότερη βροχή από το σύνολο του 2025, ενώ στο Ρέθυμνο σημειώνεται το 91% του περσινού ετήσιου συνόλου. «Η αλήθεια είναι ότι μέχρι και αρχές Μαρτίου, οι βροχοπτώσεις έδειχναν ότι το 2026 θα είναι ένα ακόμα ξηρό έτος, δηλαδή θα είναι το 4ο συνεχόμενο ξηρό έτος διαδοχικά. Με τις βροχοπτώσεις μετά τις 15 Μαρτίου, δηλαδή ουσιαστικά τις τελευταίες 20 μέρες και τις πρώτες μέρες του Απριλίου, το σκηνικό έχει αλλάξει τελείως», ανέφερε ο κ. Κουργιαλάς, σημειώνοντας επίσης ότι οι τάσεις δείχνουν ότι θα είναι ένα σχετικά ικανοποιητικό υδρολογικά έτος. «Ενδεικτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε σχέση με πέρυσι, αυτή τη στιγμή από τον Ιανουάριο μέχρι και σήμερα είχαμε βροχοπτώσεις που κάλυψαν ουσιαστικά, για παράδειγμα στον νομό Χανίων όλη την ποσότητα νερού που είχε πέσει εντός του 2025 και το υπερβήκαμε αυτό το όριο κατά 10%, ενώ στο Ρέθυμνο, είχαμε το 90%, στο Ηράκλειο γύρω στο 70% και περίπου το 50% του συνόλου των βροχοπτώσεων που έπεσαν όλο το 2025, έπεσαν σε αυτό το τρίμηνο στον νομό Λασιθίου. Γενικά είναι μία καλή εικόνα, να δούμε όμως πώς θα εξελιχθεί», συμπλήρωσε.
Σύμφωνα με τον κ. Κουργιαλά, οι τελευταίες βροχοπτώσεις παρότι αναζωογονητικές, δεν έλυσαν το δομικό πρόβλημα της λειψυδρίας στην Κρήτη. «Αν δεν είχαμε αυτές τις βροχοπτώσεις το πρόβλημα θα ήταν πολύ σημαντικό και θα έπρεπε να δούμε πώς θα το διαχειριστούμε. Άρα το ζητούμενο δεν είναι μόνο να πέφτει περισσότερο νερό, αλλά και να το διαχειριζόμαστε και σωστά». Απαντώντας σε σχετικό ερώτημα για το που αποδίδεται αυτή η ξαφνική αλλαγή, ο κ. Κουργιαλάς σημείωσε: «Αυτό το φαινόμενο είναι ουσιαστικά η κλιματική μεταβλητότητα, που είναι έντονη, όπως την παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια. Μπορεί δηλαδή να έχουμε έντονες βροχοπτώσεις και να δώσουμε μεγάλες ποσότητες βροχής και να καλύψουμε το υδατικό έλλειμμα, αλλά αντίστοιχα μπορεί να έχουμε μεγάλες περιόδους ξηρασίας. Αυτή η εναλλαγή μας δημιουργεί αυτήν την αβεβαιότητα και την αστάθεια. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να μπορούμε να διαχειριστούμε καταστάσεις που μπορούν να μας φέρουν σε δύσκολη θέση». Όπως επεσήμανε, η προετοιμασία πρέπει να βασίζεται στη σωστή χρήση και διαχείριση του νερού και στη δημιουργία συγκεκριμένων υδραυλικών έργων, ανάλογα με τους πόρους, τη φέρουσα ικανότητα και τις ανάγκες της κάθε περιοχής, καθώς και την ορθολογικότερη χρήση του νερού στη γεωργία: «Πρέπει να δοθούν κατευθύνσεις στη σωστή χρήση του αρδευτικού νερού και να δούμε λίγο το κομμάτι της επαναχρησιμοποίησης του νερού, κυρίως για άρδευση και άλλες αστικές χρήσεις. Υπάρχουν πλέον κανόνες για παρακολούθηση της ποιότητας του νερού, υπάρχει το εθνικό πλαίσιο επαναχρησιμοποίησης νερού και ο ευρωπαϊκός κανονισμός του 2020 που θέτει ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας και παρακολούθηση για ασφαλή επαναχρησιμοποίηση, οπότε πρέπει να τα υιοθετήσουμε και να βάλουμε στην κουλτούρα μας». Τέλος, όπως υπογράμμισε ο κ. Κουργιαλάς, μία λύση είναι για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και η αφαλάτωση, ωστόσο την τοποθετεί σαν τελευταίο μέτρο, καθώς δημιουργεί οικονομικά και περιβαλλοντικά προβλήματα διαχείρισης. «Όλα αυτά πρέπει να τα ιεραρχήσουμε, να υπάρχει ένας συντονισμός μεταξύ των φορέων και να μην ζούμε στην αβεβαιότητα, όσον αφορά το τι θα γίνει με τις κλιματικές συνθήκες», κατέληξε.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΚΟΓΛΟΥ













