• Από τους σημαντικότερους εκφραστές λόγου και τέχνης διεθνώς
Μια ευτυχής σύμπτωση προκαλεί το σημερινό μας αφιέρωμα. Δυο σημαντικοί Ρεθεμνιώτες που πρόβαλαν τον τόπο τους στα πέρατα της Οικουμένης Παντελής Πρεβελάκης και Νίκος Μαμαγκάκης γεννήθηκαν και οι δυο στις 3 Μαρτίου.
Ας αφήσουμε το μνημόσυνο λόγο σε μνήμες αγαθές που άφησαν και που τονίζουν την ανθρώπινη πλευρά τους. Για τον Παντελή Πρεβελάκη μας είχε πει ο επιστήθιος φίλος του Γιώργης Αγγελιδάκης.
«Ο Παντελής ήτανε συμμαθητής και συνήλικος με τον αδελφό μου. Ήταν πολύ φίλοι μέχρι την περίοδο που ο Παντελής έγινε φοιτητής στη Φιλολογία ο αδελφός μου ήτανε στο Πολυτεχνείο κι έτσι απομακρύνθηκαν.
Ο Παντελής ήταν από εύπορη οικογένεια, όχι πολύ πλούσια, αλλά εύπορη. Πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία. Από τον χρόνο εκείνο από το 1926 μέχρι το 1961, όλα αυτά τα χρόνια ο Πρεβελάκης απομονώθηκε. Δεν έκανε τίποτα άλλο όλες τις μέρες παρά να διαβάζει, να μελετά, να συγγράφει και να ταξιδεύει. Μέχρι το 1961, χρονιά κατά την οποία γιόρτασε ο δήμος εδώ τα τριάντα πέντε χρόνια της πνευματικής του δράσης κατά την οποία από ραδιοσταθμό ακούσαμε ένα μήνυμά του ολιγόλογο».
Μήνυμα Πρεβελάκη
«Θέλω να χαιρετίσω και να ευχαριστήσω με το μήνυμα τούτο την κοινωνία αυτή του Ρεθύμνου σ’ όσους θα λάβουν τον λόγο κι όσους παρευρίσκονται στη σημερινή εορτή. Την τιμή που μου κάνουν τη δέχομαι με βαθιά ευγνωμοσύνη και ικανοποίηση. Το να αναγνωρίζει η Κρήτη την εικόνα της στα συγγράμματά μου αυτό αποτελεί την πιο έγκυρη επαλήθευση των μύθων και των μορφών που έπλασα. Στερούμε την Κρήτη εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, από τη νοσταλγία μου τρέφεται η ιδανική εικόνα της που προσπάθησα να κάνω ορατή με τα έργα μου. Μέσα στις πράξεις ενός λαού, μέσα στον τρόπο της ζωής του, ακόμα και μέσα στο τοπίο που τον περιβάλλει φανερώνεται το ξεχωριστό πνεύμα της, το πνεύμα που δικαιώνει την ύπαρξή του και καταξιώνει τον ιστορικό βίο της. Αποστολή του συγγραφέα, αλλά οφείλω να τονίσω του Εθνικού συγγραφέα είναι να κάνει με τα έργα του εφικτό το πνεύμα του λαού να το προβάλλει στα ενδότερα φανερώματά του και έτσι να εγκαρδιώνει τον λαό και να τον οδηγεί στην αυτογνωσία του. Αυτό έπραξαν οι ποιητές της αρχαιότητας που μας κληροδότησαν τον ιδανικό κόσμο που εξακολουθεί να μας εξανθρωπίζει. Αυτό πράττει και σήμερα ο ποιητής του δημοτικού τραγουδιού που απαθανατίζει και εκείνος, με την απέριττη τέχνη του, πρότυπες μορφές και παραδειγματικές πράξεις. Και η συμφωνία προς την αρχαία αυτή και πάντα ζωντανή παράδοση προσπάθησα να εκφράσω στα συγγράμματά μου το πνεύμα της Κρήτης και να υμνήσω τα άξια έργα των τέκνων μου. Ένας από εκείνους που έκριναν τελευταίως την εργασία μου έγραψε: «Δεν έχουμε καμιάν άλλη περίπτωση μέσα στη λογοτεχνία μας που τα ιδιαίτερα πατρικά χώματα να ασκούν μια τόσο έντονη και σχεδόν αποπνικτική έλξη, επικαλούμαι αυτά τα λόγια για να δείξω πως η κατεύθυνση της δημιουργίας μου έχει γίνει γενικώς αντιληπτή. Υποθέτω πως έτσι με έχει εννοήσει και η πατρίδα μου, θεωρεί τα έργα μου ως αποδείξεις της ολικής μου αφιέρωσης και μέσα στα έργα μου αναγνωρίζει το πρόσωπό της».



– Πως ήταν σαν χαρακτήρας ο μεγάλος μας συγγραφέας;
Αγγελιδάκης: «Για τον έξω κόσμο ήτανε κάπως απόκοσμος. Αν τονε ζούσες από μέσα θα έβλεπες ότι δεν ήτανε, η εικόνα που ήθελε ο ίδιος να έχει προς τα έξω. Στην εφηβεία του ήτανε ένας πάντοτε κομψός ντυμένα άνθρωπος, καρδιοκατακτητής εν πολλοίς και μ’ αυτή την εικόνα έφυγεν από δω για να πάει να σπουδάσει, πρέπει να ήτανε πριν το 30, πριν το 1930 που πήγανε στην Αθήνα. Πήγανε μαζί με τον αδελφό μου και έκτοτε ερχότανε καμιά φορά τα καλοκαίρια εδώ, έκανε συνήθως μοναχικούς περιπάτους της εποχής εκείνης, εγώ τον θυμάμαι με το ντύσιμο της εποχής».
– Που συνήθιζε να κάνει περίπατο;
Αγγελιδάκης: «Στη λεωφόρο ήτανε τότε ο συνηθισμένος τόπος εδώ στη λεωφόρο. Ήτανε πάντα σου λέω κομψά ντυμένος δεν ήταν απ’ τους ανθρώπους τους διαχυτικούς. Ύστερα πήγε στην Αθήνα, όπου το 1937 μετακομίζει όλη η οικογένεια πλέον είχε συνταξιοδοτηθεί ο πατέρας του εγκαθίστανται στην Αθήνα, στην Πλάκα. Εκεί αυτός απομονώνεται από το Ρέθυμνο, εντελώς. Οι Ρεθεμνιώτες που ήθελαν να τον συναντήσουν στην Αθήνα εκείνη την περίοδο δεν ήταν εύκολο να τον δουν. Το τηλέφωνό του ήταν απόρρητο. Ο κύκλος του πολύ περιορισμένος. Ήταν εμφανές ότι ήθελε να αφοσιωθεί στο έργο του. Αυτή ήτανε η δικαιολογία του όποτε τον ρώτησα, αλλά πιστεύω πως εξέφραζε και τον ίδιο του τον χαρακτήρα».
– Ναι, μήπως όμως είχε και ιδιαίτερους λόγους να έχει απομονωθεί από τους Ρεθεμνιώτες;
Αγγελιδάκης: «Ούτε ο Πρεβελάκης είχε λόγους να είναι δυσαρεστημένος ούτε και οι Ρεθεμνιώτες. Απλά ο Πρεβελάκης δεν ήταν ο άνθρωπος που μπορούσες να συναντήσεις στην Αθήνα όποτε ήθελες. Ελάχιστοι είχαν αυτό το προνόμιο όπως ο Βογιατζάκης ο Μανώλης, ο Γιώργης ο Πρεβελάκης ο Γιάννης ο Χαλκιαδάκης. Αυτοί μπορούσανε να τον δούνε, για λίγη ώρα. Οι άλλοι έπρεπε να κλείσουν ραντεβού.
Από τον ίδιο ξέρω πολύ καλά ότι αυτή του η στάση δε ήτανε η στάση που του επέβαλε ο χαρακτήρας του. Απλά ήθελε να μείνει απερίσπαστος για να μπορεί να αφοσιωθεί στο έργο του».
– Πότε αρρώστησε πρώτη φορά;
Αγγελιδάκης: «Παθαίνει το πρώτο έμφραγμα στην Πλάκα στο σπίτι του όπου δεν θέλει να πάει στο νοσοκομείο, δεν θέλει να επικοινωνεί με κανένα. Εγώ βέβαια είχα επικοινωνία τηλεφωνική τότε μαζί του και θυμάμαι ότι και εγώ και ο αδερφός του ο Λευτέρης του επιμέναμε να πάει σε νοσοκομείο. Δεν τον πείσαμε. Δεν πήγε. Μετά το έμφραγμα το πρώτο έρχεται στο Ρέθυμνο, λόγω υποχρεώσεων (ομιλιών κλ.π.). Αυτά βέβαια μετά από «Το Ηφαίστειο» που παίχτηκε στο Ρέθυμνο. Στην κατάστασή του αυτή δεν ήθελε να τον δει κανένας.
Ο μόνος ο οποίος μπορούσε να τον επισκέπτεται ήτανε ο αδερφός του ο Λευτέρης με τον οποίο είχα καθημερινή επικοινωνία.
Όταν μας ανησύχησε η σιωπή του έσπευσε ο Λευτέρης να δει τι συμβαίνει και τον βρήκε νεκρό. Θα πρέπει μέσα στον ύπνο του να συνέβη το μοιραίο. Αυτό τουλάχιστον συμπεράναμε από τη γαλήνια έκφρασή του …».
Νίκος Μαμαγκάκης
Ο Νίκος Μαμαγκάκης δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος δημιουργός. Ήταν και παρέμεινε παρά τις διεθνείς διακρίσεις του ένας φλογερός Ρεθεμνιώτης.
Από τη Φιλαρμονική Ρεθύμνου όπου πέρασε σαν Αρχιμουσικός μέχρι το πόντιουμ μεγάλων αιθουσών στην Ελλάδα και το εξωτερικό υπήρξε από τους γνήσιους εκφραστές της Ρεθεμνιώτικης παράδοσης στις Τέχνες και τα Γράμματα.
Αυτή την κοινωνία έζησε στα πρώτα χρόνια της ζωής του ο μεγάλος δημιουργός κι αυτή δεν έπαψε να υμνεί μέχρι τη δύση του.
Γεννημένος στο Ρέθυμνο το 1929 δέχτηκε τους πρώτους επηρεασμούς από τον στενό του συγγενή τον Ανδρέα Ροδινό που έφυγε τόσο νέος αλλά ακόμα κρατά σημαντική θέση στους Κρήτες πρωτομάστορες.
Από το Ωδείο Αθηνών στη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου
Ο Νίκος Μαμαγκάκης ξεκίνησε τις σπουδές του από το Ωδείο Αθηνών και από το 1957 συνέχισε στην Ανώτατη Μουσική Σχολή του Μονάχου έχοντας καθηγητές τον Κάρλ Ορφ και τον Γκέντσμερ.
Αυτό που τον ενδιέφερε στα πρώτα του μουσικά βήματα ήταν η ανανέωση του ηχοχρώματος και οι ρυθμικές σχέσεις που βασίζονται σε αριθμητικές αναλογίες τόσο με βάση τα δυτικά πρότυπα όσο και με αναφορές στην Κρήτη που κυριαρχούσε στη σκέψη του.
Πολλά έργα του έχουν εκδοθεί από ξένους Εκδοτικούς Οίκους (Gerig, Modern, Breitkopf, κ.λπ.). Από τα γνωστότερα έργα του είναι: Αναρχία για κρουστά και ορχήστρα, Σενάριο για δύο αυτοσχέδιους τεχνοκρίτες για ενόργανο σύνολο, ταινία και σκηνική δράση, Παραστάσεις για φλάουτο, φωνή και σκηνική δράση, Μουσική για τέσσερεις πρωταγωνιστές, Κασσάνδρα, Ερωτόκριτος, μουσική για τον Πλούτο του Αριστοφάνη, Τριττύς, Τετρακτύς, Εγκώμιο στο Ν. Σκαλκώτα, Οδύσσεια (όπερα βασισμένη στο ομώνυμο έπος του Νίκου Καζαντζάκη).
Έγραψε μουσική για τον ελληνικό κινηματογράφο όπως: Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, Η νεράιδα και το παλικάρι, Η αρχόντισσα και ο αλήτης (όλες του Ντίνου Δημόπουλου), Λούφα και παραλλαγή, Άρπα-κόλλα, Βίος και Πολιτεία (του Νίκου Περάκη), Η λεωφόρος του μίσους (του Νίκου Φώσκολου) και πολλά άλλα.
Το 1968, πήρε το βραβείο των κριτικών του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη μουσική του στην ταινία «Παρένθεση» του Τ. Κανελλόπουλου. Μετά από παραμονή οκτώ ετών στην Ευρώπη, επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα το 1965.
Τα έργα του τα διακρίνει πολυμορφία και μοναδικότητα έκφρασης. Κατάφερε να διακριθεί σε όλα τα είδη της μουσικής σύνθεσης.

Γόνος μουσικής οικογενείας
Ο ίδιος έλεγε αναφερόμενος στη μουσική του οικογενειακή παράδοση για την οποία και αισθανόταν ιδιαίτερα υπερήφανος: «Η οικογένειά μου ήταν μουσική. Υπάρχει ένα όνομα στη λαϊκή μουσική της Κρήτης που λέγεται «Ανδρέας Ροδινός». Ο μεγαλύτερος λυράρης που γέννησε ο κόσμος. Αυτουνού η μάνα του κι ο πατέρας μου ήταν αδέρφια. Τα επίθετα που μεταχειρίστηκε κατά καιρούς η οικογένειά μου ήτανε «Βιολάκης» και «Λυράκης». Έχει μια παράδοση πολλών χρόνων αυτή η μουσική οικογένεια. Ο πατέρας μου υπήρξε μέγας παίχτης του μπουλγαρί. Έπαιζε ένα πάρα πολύ ωραίο μπουλγαρί. Εκείνος έμαθε και τον Ανδρέα Ροδινό να παίζει διάφορους σκοπούς στο μαντολίνο. Από εκεί προέρχεται όλο αυτό. Όταν πέθανε ο Ροδινός το 1934 ήμουνα πέντε χρονών. Παιδί κανονικό. Θυμάμαι τα πάντα. Εκείνο που θυμάμαι ξεκάθαρα ήταν η κηδεία του, που μας έντυσε η μάνα μου με μαύρες ποδιές και μας ανέβασε σε κάτι καρέκλες γιατί το σπίτι μας έβλεπε στον περίβολο της εκκλησίας που θάφτηκε ο Ροδινός. Τα θυμάμαι έντονα αυτά. Με σημαδέψανε. Άσε που αυτός ήταν ένας θεϊκός άνθρωπος. Ήταν όμορφος, ήταν ευφυής ο καλύτερος μαθητής του γυμνασίου. Έπαιζε Βιβάλντι με τη λύρα και έπαιζε και όλα τα repertoires (ρεπερτόρια) της εποχής εκείνης. Γεννήθηκα μέσα στη μουσική λοιπόν και δε μπορούσε κανένας να μου εναντιωθεί. Παρόλα αυτά ο πατέρας μου, μου έλεγε να μη γίνω μουσικός. Επειδή για επαγγελματικό προσανατολισμό τότε το φοβόντουσαν οι άνθρωποι. Η μουσική δεν έδινε διεξόδους. Αλλά εμένα και βουνά να μου έβαζες μπροστά μου, εγώ μουσικός θα γινόμουνα. Πολλές φορές πάντως αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα να έκανα κι άλλα πράγματα, γιατί ήμουν στοιχειωδώς ευφυής».
Πάθος για την αλήθεια
Ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε όλη την Κρητική Γραμματεία και το Κρητικό Θέατρο.
Το πάθος του για την αλήθεια τον έκανε κάποιες φορές απόλυτο. Είχε πει για τους συνθέτες σε μια από τις αναρίθμητες συνεντεύξεις του: «Συνθέτης δεν μπορείς να είσαι αν δεν έχεις κάνει τρανταχτή σπουδή. Μπορείς να είσαι ευκαιριακός τραγουδοποιός ή και σπουδαίος τραγουδοποιός και μόνο τραγουδοποιός και να υπηρετείς το τραγούδι, εάν ο Θεός σου έχει δώσει ένα χάρισμα σαν του Βασίλη Τσιτσάνη, σαν του Μπαγιαντέρα. Αλλά αυτοί δεν ήταν σε θέση να γράψουνε μια μουσική σύνθεση. Ο Τσιτσάνης μου έλεγε πάντα Νίκο έλα να ακούσεις ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα. Του έλεγα δεν έχεις ανάγκη εσύ από συμφωνική ορχήστρα. Υπήρξαν περιπτώσεις που τον έκανα κι έκλαιγε. Μου έλεγε μα γιατί. Να σου πω γιατί. Για να γράψεις ένα έργο για συμφωνική ορχήστρα πρέπει να έχεις τουλάχιστον 5.000 πληροφορίες και να τις έχεις ανά πάσα στιγμή έτοιμες, μπροστά σου. Το κλαρινέτο στη σολ, γράφεις ντο και ακούγεται σολ. Και αυτό για να το ξέρεις, πρέπει να ξέρεις ότι το κλαρινέτο σε αυτή την περιοχή δεν παίζει καθόλου. Αυτό που λέτε, λοιπόν, είναι σωστό. Οπόταν μιλάμε για έναν συνθέτη, μιλάμε για έναν άνθρωπο που θεραπεύει τη μουσική τέχνη, όπου η μουσική τέχνη είναι η τέχνη και η επιστήμη των ήχων».
Θεωρώ όλα τα έργα μου πρώτα
Σαν γνήσιος δημιουργός δεν ξεχώριζε τα έργα του. Είχε πει σχετικά σε συνέντευξή του: «Δεν θεωρώ κανένα έργο μου δεύτερο, τα θεωρώ όλα πρώτα, όταν τα κάνω. Δούλεψα σε ένα χώρο που μπορούσε να ονομαστεί χώρος της ευτέλειας, το σινεμά. Δούλεψα με τη Βουγιουκλάκη και με τον Φίνο, τα πιο εμπορικά τέρατα του ελληνισμού. Το έκανα όμως με όλη μου την καρδιά. Μη φανταστείς ότι ήταν εύκολο να δουλεύεις με αυτούς. Ξέρανε ακριβώς τι θέλανε κι όποιος έμπαινε στον χώρο αυτό έφευγε στα τρία δευτερόλεπτα πυξ-λαξ. Έλεγα στον Μάνο Χατζιδάκι: δε μου αρέσει το «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ». Βρε Νίκο, μου έλεγε δεν είναι σωστό. Ο ίδιος όμως είχε αποκηρύξει έργα του… Άσε που μας δώσανε χρήματα, και υπήρχαν άνθρωποι που μεγαλώσανε με αυτά τα τραγούδια. Ήρθε μία γυναίκα στο Μόναχο και μου είπε ότι πέρασε ένα καλοκαίρι με τη μουσική μου και με ευχαριστεί. Με ποια μουσική μου; τη ρώτησα. Λέει «Η αγάπη θέλει δύο». Ρε γα@@@@@, αντί να μου πει ότι της άρεσε ένα άλλο… αυτό βρήκε; Και τι γυρίζει και μου λέει: κ. Μαμαγκάκη με προσβάλετε, εγώ κάνω διδακτορική εργασία. Δε με ενδιαφέρει! Γιατί δε μού ‘πε ότι της άρεσε το κοντσέρτο μου για βιολοντσέλο και ορχήστρα».
Πιστός στις ιδέες του
Ο Νίκος Μαμαγκάκης παρέμενε πάντα αφοσιωμένος στις ιδέες του. Για τα δύσκολα χρόνια της επταετίας προσθέτει: «Την επταετία, ανέφερε κάποτε, δεν είχαμε φράγκο, μας κυνηγούσανε κιόλας. Δεν ήθελα να συμβιβαστώ. Ήρθαν εταιριάρχες και μου προσφέρανε χρήματα. Μετά από το «σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» μου ζήτησαν δέκα τραγούδια σαν κι αυτό. Τους λέω λυπάμαι, δε μπορώ να το κάνω. Παραλίγο δηλαδή να με βρίσουνε κιόλας. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν πολλές. Έφυγα από την Ελλάδα τότε. Πήγα δυο χρόνια στην Αγγλία και τη Γερμανία. Όμως δε μπορούσα να ζήσω εκεί, όλα μου τα λεφτά τα ΄τρωγα στα τηλέφωνα, σε φίλους μου. Γι’ αυτό γύρισα. Εδώ δεν ευδοκίμησα καθόλου, πέρασα πολύ άγρια στην επταετία. Όταν ήρθε ο Φίνος και μου ζήτησε συνεργασία, ενώ πριν ούτε καλημέρα δε θα του έλεγα – σε ότι αφορά τη δουλειά, σαν άνθρωπος ήταν πάρα πολύ σημαντικός – κι όμως πήγα. Κι έκατσα και δούλεψα ειλικρινά. Το έκανα με όλη μου την καρδιά και προσπάθησα να μην εκπέσω, αυτά είναι φοβερά δελεαστικά. Κι αν ξέρεις κιόλας να εκμεταλλευτείς το έργο σου… Εγώ λεφτά έκανα χωρίς να το ξέρω. Έκανα αυτή τη μεγάλη ταινία που έγινε παγκόσμια επιτυχία. Μια μέρα με πήρε ένας τραπεζίτης από το πουθενά και μου λέει ότι υπήρχαν κάτι χρήματα για μένα. Εγώ έπαιρνα κάθε έξι μήνες κάτι ποσοστά. Μου είπε ότι ήταν μεγάλο το ποσό και να συναντηθούμε. Πρώτη φορά που έβγαλα χρήματα, τότε αγόρασα και το σπίτι μου».

Με δικές του δυνάμεις
Τα τελευταία χρόνια με δικές του δυνάμεις κατάφερε να κυκλοφορήσει όλο του το έργο μέσα από μια εταιρεία που ονόμασε ΙΔΑΙΑ και τον βοηθούσε να διευθετήσει πρακτικά ζητήματα διακίνησης. Κι αυτό το θεωρούσε ο ίδιος μεγάλο του επίτευγμα Είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Στη ζωή μου, υπήρξα τυχερός. Δε θέλω να μιλώ, δε ζητάω τίποτα, ούτε οφίκια ούτε τίποτα. Τώρα έκανα τα CD αυτά. Τα ΄στειλα σε καμιά δεκαπενταριά «μεγάλους ανθρώπους». Μού χουνε στείλει κάτι σπαραχτικά γράμματα. Το κομμάτι που γράφω τώρα πρέπει να είναι καλό γιατί αλλιώς χάθηκα. Χάθηκα εγώ για εμένα. Δεν έχετε δει τίποτε ακόμη από τη δουλειά μου».
Ακολούθησαν και άλλα έργα μέσα από τα CDs που αποτελούν συλλογές σημαντικής συλλεκτικής αξίας. Κι ήταν δείγμα μόνο της αστείρευτης έμπνευσης του συνθέτη.
Έτσι απλός άμεσος πάντα και κυρίως ασυμβίβαστος ο Νίκος Μαμαγκάκης παραμένει μέσα από το έργο του όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί ΑΘΑΝΑΤΟΣ.













