Γέμισε ο τύπος λόγω επικαιρότητας
με απολογισμούς για τις παράλογες
επιλογές των «αυτοκτόνων»,
μα και με τις τυπικές
επίσημες δηλώσεις!
Κι εμείς -αλί!- οι άλλοι
που της απόγνωσής τους τα σινιάλα
μες στην πολύβουη καθημερινότητά μας
δεν τα ακούγαμε μα ούτε και τα βλέπαμε
ή τα περνούσαμε για «κούφιες απειλές»
και για «καμώματα θεατρινίστικα»,
μένουμε με πικρή παρέα μας
ένα τεράστιο «γιατί;»
και μαύρες σκέψεις,
ίσως και ενοχές!
* * *
Τι άραγε να φταίει;
Το στιγμιαίο θάρρος του δειλού;
Η στιγμιαία δειλία του θαρραλέου;
Η ανουσίωση του… «θυτοθύματος»;
Η «ώρα η κακή» ή το «κακό το μάτι»;
Το ότι «τόσο λάδι είχε το καντήλι» του;
Ο «λόγος» του ήταν η αιτία ή η αφορμή;
Και δεν τον άγγιξε καθόλου το σολωμικό
«Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»; 2
Και δε φοβήθηκε μη γίνει «η ψυχή του
αγριοδέντρι με αγκάθια αντί καρπούς
και μαύρα φύλλα αντί πράσινα» 3
ή τόσα άλλα τρομερά που λένε
για τους «αυτοκτόνους»;
* * *
Μήπως όσο «ακριβαίνει» η ζωή,
τόσο… «φτηναίνει» ο θάνατος;
Μήπως δε θα ακούγεται σε λίγο
ως «κανονιά» η κάθε αυτοχειρία
μα ως άλλη μια «κανονικότητα»,
ούτε θα συσσωρεύονται τα ση-
μειώματα και τα ρεσώ κεράκια
στους χώρους «αναχώρησης»,
μα κι ούτε θα «κερώνουν»
οι περαστικοί από το σοκ;
Ούτε θα αιωρείται καμιά
έγνοια για το ποιος θα ‘ναι
ο «επόμενος» ή για το ότι
αυτοκτονούν οι κοινωνίες,
μεγάλες και μικρές, όταν μ’ ευθύνη
ή συνευθύνη τους «φεύγουν» τα παιδιά τους;
1 Τίτλος διηγήματος του Αλ. Παπαδιαμάντη.
2 Δ. Σολωμός «Ημέρα της Λαμπρής».
3 Κατά το Δάντη (από τη «Θεία Κωμωδία»)









