Αποτελεσματικός ο ρόλος της ειδικής διαδικασίας επίλυσης εργατικών διαφορών ως τρόπος εξωδικαστικής διαμεσολάβησης – Σημείο αναφοράς για την προστασία των εργαζομένων ο νόμος 4808/2021
Αυξητική είναι η τάση που καταγράφεται στα περιστατικά παρενόχλησης και βίας στους χώρους εργασίας, όπως προκύπτει ως συμπέρασμα, από τα συγκριτικά υψηλότερα ποσοστά καταγγελιών εργαζομένων, που καταγράφηκαν το 2025, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του αυτοτελούς τμήματος για την παρακολούθηση της βίας και παρενόχλησης στην εργασία, της επιθεώρησης εργασίας. Πρόκειται για ένα στατιστικό δείγμα που επιβεβαιώνει από την μία πλευρά την ανησυχία σχετικά με την ποιότητα της απασχόλησης στους χώρους εργασίας, δημιουργεί ωστόσο ένα κύμα αισιοδοξίας για την προθυμοποίηση ολοένα και περισσότερων εργαζομένων και ιδιαίτερα νέων να προβούν σε καταγγελίες. Παρά τις αυξημένες καταγγελίες βέβαια, η Επιθεώρηση Εργασίας εκτιμά ότι υπάρχει σημαντικός αριθμός εργαζομένων που διστάζουν ακόμα να κάνουν δημόσια καταγγελίες, με αποτέλεσμα η πραγματική επίλυση των διαφορών στους χώρους εργασίας να παραμένουν σε ρηχά νερά. Στο Ρέθυμνο εντός του 2025 καταγράφηκαν περίπου 12 καταγγελίες ακραίου εργασιακού mobbing, προερχόμενες κυρίως από εργαζόμενους που απασχολούνται σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης στον τουρισμό και στην εστίαση, τόσο άντρες, όσο και γυναίκες. Η πλειονότητα αυτών των καταγγελιών σκιαγραφούν απαξιωτική συμπεριφορά προϊσταμένων στο εργασιακό περιβάλλον, παρενόχληση δηλαδή από άτομα ψηλότερα από αυτούς στην ιεραρχία. Εξάλλου η έκθεση επιβεβαιώνει ότι η πλειονότητα των περιστατικών (73%) εντοπίζεται σε σχέσεις κάθετης ιεραρχικής εξάρτησης και υπογραμμίζει τη σημασία της ιεραρχικής ισχύος ως κρίσιμου παράγοντα εκδήλωσης τέτοιας φύσεως παραβατικών συμπεριφορών. Παράλληλα, σταθερά υποστελεχωμένη παραμένει η επιθεώρηση εργασίας σε τοπικό επίπεδο, με δύο μόλις μόνιμους επιθεωρητές και έναν τρίτο που έρχεται εμβόλιμα από το Ηράκλειο για δύο μέρες την εβδομάδα, την ώρα που η πρόβλεψη για οργανικές θέσεις φτάνει τις 9.
Συνολικά, το 2025 καταγράφηκαν 455 αιτήσεις εργατικών διαφορών σχετικών με περιστατικά βίας και παρενόχλησης, ποσοστό αυξημένο κατά 43% σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης. Η λεκτική και ψυχολογική βία αφορούν το μεγαλύτερο κομμάτι αυτών των καταγγελιών, σε ποσοστό 79%, ενώ ακολουθούν περιστατικά σωματικής βίας στο 15% και σεξουαλικής παρενόχλησης στο 6%, όπως μάλιστα επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία στο Ρέθυμνο, που αποτυπώνουν μία μετατόπιση από τα συχνά, παλαιότερα περιστατικά σεξουαλικής βίας σε μία νέα πραγματικότητα λεκτικών και ψυχολογικών επιθέσεων. Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι η αύξηση κατά 8% (21,8% έναντι 14% το 2024) καταγγελιών από τις νεότερες ηλικίες (25-34 ετών) αναδεικνύει την αύξηση του θάρρους με αντίστοιχη μείωση της ανοχής και της σιωπής των νέων απασχολούμενων, απέναντι στις απαξιωτικές και προσβλητικές συμπεριφορές στους χώρους εργασίας, ενώ σημαντική είναι και η μεταβολή στη σύνθεση των καταγγελλομένων προσώπων, με τις γυναίκες να αποτελούν το 38% του συνόλου των καταγγελιών και τους άντρες το 62%.
Σημείο αναφοράς για την προστασία των εργαζομένων είναι ο νόμος 4808/2021, ο οποίος έθεσε για πρώτη φορά τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις των εργοδοτών για πρόληψη, διαχείριση και διερεύνηση σχετικών περιστατικών, ορίζοντας ρητά τι συνιστά παρενόχληση, καλύπτοντας τόσο τη σωματική όσο και την ψυχολογική και σεξουαλική διάσταση, και επεκτείνοντας την προστασία σε όλους τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως μορφής απασχόλησης. Ο νόμος προβλέπει υποχρεώσεις για τους εργοδότες, όπως η υιοθέτηση πολιτικών πρόληψης, η δημιουργία διαδικασιών υποβολής και εξέτασης καταγγελιών και η λήψη μέτρων προστασίας των θυμάτων, αποτελώντας τομή στο εργατικό δίκαιο. «Έχουμε πολλά περιστατικά παρενοχλήσεων, δυστυχώς ο αριθμός αυξάνεται, αντί να λιγοστεύει, παρόλο που το θεσμικό, νομικό πλαίσιο είναι μετά τον 4808 πιο σκληρό απέναντι στους εργοδότες που έχουν παραβατική συμπεριφορά πάνω σε αυτό το κομμάτι. Πριν τον 4808/2021 ο εργαζόμενος που έκανε την καταγγελία έπρεπε να αποδείξει ότι έχει βάση η καταγγελία. Στον 4808 έρχεται ο νομοθέτης και λέει ότι αν γίνει μία τέτοιου τύπου καταγγελία, οφείλει ο εργοδότης να αποδείξει ότι δεν είναι έτσι. Πριν το 2021 έπρεπε ο εργαζόμενος να ματώσει για να αποδείξει την εγκυρότητα της καταγγελίας του», ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Κώστας Νικολιδάκης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει η Επιθεώρηση Εργασίας, ενθαρρυντικό δείγμα είναι το διαχρονικά υψηλό ποσοστό επίλυσης των υποθέσεων μέσω της ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών, με το 37% των διαφορών να επιλύεται με λήψη μέτρων συμμόρφωσης πριν την δικαστική οδό. Επεξηγώντας στα «Ρ.Ν.» τι ακριβώς είναι αυτή η διαδικασία, ο Μάνος Πετράκης, σύμβουλος απασχόλησης στο ΙΝΕ ΓΣΕΕ Κρήτης ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είτε έχει να κάνει με παρενόχληση, είτε με οποιαδήποτε άλλη εργατική διαφορά, με αυτό το πλαίσιο επί της ουσίας προσφεύγουμε στον επιθεωρητή εργασίας, ο οποίος ξεκινάει να διερευνά την υπόθεση, καλώντας τους εμπλεκόμενους. Είναι μία διαδικασία διαμεσολάβησης, λέγεται ειδική γιατί έχει διαφορετικούς κανόνες από μία ειδική δίκη, γίνεται δηλαδή επί τόπου μία συζήτηση και πάνω σε αυτό προχωράμε για να δούμε τι πρέπει να αποδειχθεί και τι πρέπει να γίνει». Αντίστοιχα ο κ. Νικολιδάκης συμπλήρωσε: «Αυτό είναι μία πάγια τακτική της επιθεώρησης εργασίας τα τελευταία χρόνια, η οποία πλέον έχει τον ρόλο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στον εργαζόμενο και στον εργοδότη και προτείνει μέσα στα νόμιμα πλαίσια την λύση στην εκάστοτε καταγγελία. Αν ο εργαζόμενος πριν την Επιθεώρηση Εργασίας απευθυνθεί στο εργατικό Κέντρο και ζητήσει την συνδρομή του Ε.Κ. Τότε είμαστε δίπλα στον εργαζόμενο». Σύμφωνα επίσης με τον κ. Πετράκη, ο επιθεωρητής επιχειρεί να διερευνήσει τα γεγονότα και να δει αν υπάρχουν ενδείξεις που να επιβεβαιώνουν την καταγγελία και άρα πρέπει ο εργοδότης να αποδείξει ότι δεν έκανε αυτό για το οποίο κατηγορείται. Όπως αναφέρεται στην ετήσια έκθεση, η ενίσχυση αυτού του εξωδικαστικού μηχανισμού αυξάνει ουσιαστικά το συνολικό ποσοστό αποτελεσματικής διαχείρισης σε επίπεδα άνω του 40%.
Τέλος, στην έκθεση εισάγεται για πρώτη φορά η έννοια του δείκτη παραβατικότητας, ο οποίος διαμορφώνεται στο 9%, με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων Είναι αξιοσημείωτο ότι οι κλάδοι του λιανικού εμπορίου (8%), του χονδρικού εμπορίου και των καταλυμάτων (9%) και της εστίασης (12%), κυμαίνονται πλησίον του συνολικού δείκτη και ως αποτέλεσμα στοχευμένων δράσεων ευαισθητοποίησης και ελέγχων εντός του 2025. Ο δείκτης παραβατικότητας, συνολικά και ανά δραστηριότητα, υπολογίζεται με βάση το πηλίκο των διαπιστωθεισών παραβάσεων προς το σύνολο των περιπτώσεων, ενοποιώντας ουσιαστικά τα δεδομένα των εργατικών διαφορών, των καταγεγραμμένων ελέγχων και του μητρώου των παραβατών εργοδοτών, κατά των οποίων έχει επιβληθεί διοικητική κύρωση για παράβαση της απαγόρευσης βίας και παρενόχλησης στην εργασία. «Ουσιαστικά σου δείχνει από τις καταγγελίες που έχουν έρθει, πόσες τελικά αποδείχθηκαν αληθείς. Όταν γίνεται μία καταγγελία, ενδεχομένως στην πορεία κάποιοι την αποσύρουν, για πολλούς και διάφορους λόγους. Γιατί φοβούνται κ.λπ.», σχολίασε ο κ. Πετράκης τέλος στα «Ρ.Ν.».













