Η Μονή Αρσανίου ήταν και στις τελευταίες του φράσεις πριν την εκδημία του
Από τις εμβληματικές μορφές της τοπικής εκκλησίας ο π. Αγαθάγγελος Πηγουνάκης. Η μεγάλη μορφή της ιεροσύνης που είχε συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με την αναστήλωση της Ιεράς Μονής Αρσανίου.
Μπορεί να μην είχε τις περγαμηνές των σύγχρονων λειτουργών του υψίστου, αλλά η κουβέντα μαζί του ήταν μετάληψη πνευματικής ευωχίας, με την υγιή αντίληψη των προβλημάτων του ανθρώπου που τον διέκρινε.
Ακτινοβολούσε αγάπη με το χαμόγελο και την πατρική του ματιά που άγγιζε την ψυχή σου.
Ήταν τόσο απλός, τόσο ανθρώπινος αλλά όταν ιερουργούσε νόμιζες ότι βρίσκεσαι μεταξύ ουρανού και γης.
Αξέχαστες οι επισκέψεις του στα γραφεία των τοπικών εφημερίδων κοντά σε μεγάλες γιορτές, για να ευχηθεί με τα καλούδια που γενναιόδωρα κρατούσε.
Είχε μια άριστη σχέση με τους εκδότες χωρίς καμιά δόση υστεροβουλίας. Άλλωστε σε κανέναν δεν επέτρεπε ιδιαίτερες αναφορές.
Στενή η σχέση του με την οικογένεια Καλαϊτζάκη, ιδιαίτερα με τον Μανόλη που λάτρευε, αλλά ιδιαίτερη και με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη. Θυμάμαι που έκανε σαν παιδί όταν ερχόταν διακριτικά να δανειστεί κοστούμι από τον ιδρυτή μας, όταν επρόκειτο να επισκεφθεί το πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη.
Η χαρά μου ήταν να καθόμαστε στο κελί του και να μου μιλά για την Αντίσταση, όταν ήταν στο Αρκάδι, προβάλλοντας πάντα τη μορφή του θείου του που είχε και το όνομά του, του Αγαθάγγελου Λαγκουβάρδου.
Ήταν τόσο παραστατικός ιδιαίτερα όταν αναφερόταν στις αποστολές των συμμάχων που έφερναν όπλα «εξ ουρανού». Κι τόσο περήφανος που μοιράστηκε δοκιμασίες επί Γερμανικής Κατοχής με τον Διονύσιο Ψαρουδάκη.
Στις συνεντεύξεις του άφηνε να ξεδιπλωθεί η τοπική ιστορία μέσα από τα δικά του βιώματα χωρίς κομπορρημοσύνες. Στο αρχείο μου κράτησα επίσης μια εκ βαθέων συνέντευξή του στη Βάλια Πετράκη και μια ακόμα που παραχώρησε στον Γιώργο Κανακάκη στο πλαίσιο μιας τηλεοπτικής εκπομπής του Ανδρέα Δομαζάκη.
Με την ευκαιρία της επετείου εκδημίας Του (8 Απριλίου 2014) ας θυμηθούμε τον πατέρα Αγαθάγγελο από τους κληρικούς της καρδιάς μας.


Παιδί πολυμελούς οικογένειας
Γόνος πολυμελούς οικογενείας, με επτά παιδιά, (ο Αγαθάγγελος ήταν ο μικρότερος) έμεινε ορφανός από πολύ μικρός. Ήταν μόλις έξι χρόνων.
Η μάνα του με καταγωγή από το Άδελε, πέρασε δύσκολα χρόνια. Από παιδί βγήκε στο μεροκάματο υπηρετώντας μια οικογένεια Τούρκων στον Μαρουλά.
Παντρεύτηκε τον Πηγουνάκη σε δεύτερο γάμο και απέκτησαν αυτή τη μεγάλη οικογένεια. Ήταν μια άγια γυναίκα. Βαθειά θρησκευόμενη και άξια μάνα.
Ο Αγαθάγγελος είχε από μικρός μια έφεση προς τα θεία. Στο χωριό του το Θρόνος Αμαρίου κάποιος δάσκαλός του ονόματι Σταυρουλάκης είχε εντοπίσει την έφεσή του αυτή και συχνά τον έπαιρνε στο ψαλτήρι να ψάλλει κοντά του. Κι εκεί εξοικειώθηκε με τα θεόπνευστα κείμενα που διεύρυναν τους πνευματικούς του ορίζοντες. Και λίγο αργότερα κατά θεία οικονομία του δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία να καθορίσει όπως η ψυχή του ποθούσε την επίγεια πορεία του.
Ο θείος του Αγαθάγγελος Λαγκουβάρδος όταν ήταν ηγούμενος στου Πρέβελη έπεσε ένα βράδυ θύμα κλοπής. Κάποιος εκμεταλλευόμενος συνωνυμία δέχτηκε τη γενναιόδωρη φιλοξενία του μοναστηριού αλλά φάνηκε αχάριστος. Και μόλις έπεσε η νύχτα και είχε απλωθεί απόλυτη ησυχία παντού έκλεψε το όπλο και χρήματα του ηγουμένου ακόμα και το σερβίτσιο του καφέ με τα χρυσοστόλιστα φλιτζανάκια. Όταν ο Αγαθάγγελος αντιλήφθηκε την κλοπή την επομένη το μόνο πράγμα που τον απασχολούσε ήταν να εξασφαλίσει μια καλή συντροφιά για να νοιώθει πιο σίγουρος. Και ποιος καταλληλότερος από τον ανιψιό του Αγαθάγγελο, που είχε τελειώσει μόλις την πρώτη γυμνασίου, αλλά δυστυχώς δεν είχε τη δυνατότητα να σπουδάσει.
Ο μικρός με δάκρυα ευλογούσε την τύχη του, που έτυχε μιας τέτοιας ευκαιρίας, γιατί θαύμαζε ιδιαίτερα τον θείο του. Έτυχε όμως να γνωρίσει στο μοναστήρι και άλλες προσωπικότητες που τον ωφέλησαν.
Από τον θείο του μυήθηκε στην αντίσταση και συνέβαλε από πλευράς του στον αγώνα που γινόταν στο ιστορικό μοναστήρι για την περίθαλψη των ξένων στρατιωτών που είχαν μείνει πίσω στο νησί μετά τη Μάχη της Κρήτης.
Όταν ο θείος του έφυγε για το Κάιρο να συνεχίσει εκεί τον αγώνα του, ο μικρός Αγαθάγγελος είχε πάρει ευχή να επιστρέψει στο σπίτι του. Ήταν η πιο σκοτεινή περίοδος της κατοχής.
Σ’ αυτή τη φάση της ζωής του βρέθηκε στο Αρκάδι το θρυλικό μοναστήρι με κάλεσμα του συνεπαρχιώτη του Τίτου Μαρκίδη που μόναζε εκεί. Η επιλογή έγινε χάρις στη φωνή του γιατί είχε διαδοθεί πόσο καλός ήταν στο ψαλτήρι.
Και μια μέρα με τον θείο του, αδελφό του Λαγκουβάρδου και τον δικό του αδελφό Γιάννη, πήρε το μπαουλάκι που του ετοίμασε η μάνα του με δυο αλλαξιές ρούχα και βρέθηκε στο Αρκάδι. Εκεί χειροτονήθηκε μοναχός 24 Σεπτεμβρίου 1946. Κατά τύχη βρέθηκαν κοντά του, ο Τιμόθεος Παπουτσάκης μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κρήτης και ο Ειρηναίος Γαλανάκης που έτυχε να έχουν πάει για προσκύνημα στο Αρκάδι, δυο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος.
Από τους εκλεκτούς του Αθανάσιου
Θαυμαστής της φωνής του ήταν ο τότε Μητροπολίτης Αθανάσιος Αποστολάκης και σε κάθε μεγάλη γιορτή τον έφερνε στο Ρέθυμνο να ψάλλει στη Μεγάλη Παναγία. Και μετά είχε το καθήκον να προσφέρει μια μικρή φιλοξενία- κέρασμα στις αρχές. Τον ήθελαν πάντα μπροστά οι προϊστάμενοι του και δεν είχαν άδικο. Εκπροσωπούσε ιδανικά τον τοπικό κλήρο.
Διετέλεσε εφημέριος Χαμαλευρίου (5 χρόνια από 2 Φεβρουαρίου 1948), Μέσης (4 χρόνια) και Λαγκά (16,5 χρόνια) όπου του έγινε και η μεγαλύτερη τιμή σε ιερωμένο. Η Λαγκά ήταν μεγάλος σταθμός στη ζωή του. Όταν ιδρύθηκε η ενορία με πρωτοβουλία του καθηγητή Σπανογιάννη ανηψιού του μητροπολίτη Αθανασίου, ο προκαθήμενος της Εκκλησίας των Ρεθυμνίων έκρινε πως δεν υπήρχε καταλληλότερος εφημέριος για τη νέα αυτή θέση από τον Αγαθάγγελο. Και τον έστειλε με τις ευλογίες του για να πάρει πολύ αγάπη από τους ενορίτες του. Στη συνέχεια πρόσφερε τις πνευματικές του υπηρεσίες στην ενορία των Έρφων για 14 χρόνια. Υπηρέτησε επίσης στο Παγκαλοχώρι για τρία χρόνια.
Πόσο σπουδαία μορφή ήταν ο Αγαθάγγελος φάνηκε από μια περίπτωση που για ευνόητους λόγους απλά σκιαγραφούμε. Σε κάποιο κεφαλοχώρι της περιοχής, προσωπικές και άλλες διαφορές προκάλεσαν ένταση που οδήγησε σε κλείσιμο εκκλησιών. Τότε σκέφτηκε ο μακαριστός Θεόδωρος που έπρεπε να δώσει άμεσα λύση τον Αγαθάγγελο. Κι ευθύς αποκαταστάθηκε η τάξη στην ενορία στον ενάμιση χρόνο που υπηρέτησε.
Η ζωή του στο Αρκάδι
Η πορεία του στη μοναστική ζωή μετά το Πρέβελη συνεχίστηκε στο Αρκάδι από 10 Φεβρουαρίου 1943 μέχρι το 1963 όπου ένα πρόβλημα ορθοπεδικό τον υποχρέωσε να αλλάξει περιβάλλον και να ζει σε καλύτερες κλιματολογικές συνθήκες. Αυτή η αλλαγή του στοίχισε γιατί στο Αρκάδι είχε δεθεί με τους άλλους μοναχούς, ιδιαίτερα με τον Διονύσιο Ψαρουδάκη που ήταν και ο πνευματικός του πατέρας . Είχε θητεύσει μεγάλο διάστημα και στο ηγουμενοσυμβούλιο καθώς ήταν κοινής αποδοχής. Εκεί έζησε και μια μεγάλη περιπέτεια όταν οι Γερμανοί μετά τη Μάχη της Κρήτης αναζητούσαν τον Διονύσιο Ψαρουδάκη που είχαν στοιχεία για τη μεγάλη δράση του στη θρυλική αυτή μάχη.
Ξημερώματα, μετά τα πολεμικά γεγονότα το μοναστήρι κυκλώθηκε από Γερμανούς. Κρατούσαν τη φωτογραφία του Διονυσίου και παίρνανε με τη σειρά έναν έναν από τους 31 που βρήκαν στο μοναστήρι τους έκαναν σωματική έρευνα και ρωτούσαν για τον ηγούμενο χωρίς κανένας φυσικά να αποκαλύπτει πως και ο Διονύσιος ήταν εκεί κοντά. Ατάραχος συνέχιζε να εκτελεί τα διακονήματά του και ακόμα να ιερουργεί αδιαφορώντας για τους Γερμανούς.
Τελικά αποκαλύφθηκε και μαζί με τους άλλους οδηγήθηκε στις φυλακές της Φορτέτζας.


Θυμόταν μάλιστα ο Αγαθάγγελος ότι τους 30 τους είχαν φορτώσει στην καρότσα του φορτηγού που τους μετέφερε και τον Διονύσιο τον είχαν εγκλωβίσει στο κουβούκλιο.
Στις φυλακές τους άφησαν με δυο κουβέρτες σε ένα απίστευτα υγρό περιβάλλον να αγωνιούν για την τύχη τους. Ο Διονύσιος ήταν στην απομόνωση. Εύρισκε όμως τρόπο να πηγαίνει εκεί που ήταν οι τριάντα, να τους ενθαρρύνει και να τους δίνει ότι του έφερναν κι εκείνου. Έτσι πέρασαν 15 μέρες και τους άφησαν ελεύθερους να επιστρέψουν στο μοναστήρι.
Ο Αγαθάγγελος έζησε από κοντά και τον Πάτρικ Λη Φέρμορ που έδειχνε σε όλους τους μοναχούς ιδιαίτερο σεβασμό και αγάπη και λάμβανε γνώση για τις αποστολές που είχαν στόχο τον εφοδιασμό των ανταρτών με όπλα.
Η Αναγέννηση της μονής
Στη μονή Αρσανίου βρέθηκε τον Ιούλιο του 1963. Φυσικά τότε η μονή δεν είχε καμιά σχέση με τη σημερινή που κερδίζει τον επισκέπτη. Αποθήκες και μισογκρεμισμένα κτήρια βρήκε ο Αγαθάγγελος. Με την πώληση ενός χωραφιού που έφερε έσοδο δέκα εκατομμύρια και άλλα 15 που του εξασφάλισε ο τότε βουλευτής Γιάννης Κεφαλογιάννης, ξεκίνησαν οι εργασίες αναστήλωσης της μονής. Όλα πέρασαν από τα χέρια του μέχρι και η δενδροφύτευση. Κι έτσι έγινε η μονή Αρσανίου ένα ακόμα κόσμημα. Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι κράτησε και σεβάστηκε ότι συμβολικό υπήρχε στο μοναστήρι.
Παράλληλα ο Αγαθάγγελος ενίσχυσε πολιτιστικά σωματεία και δεν αρνήθηκε ποτέ να παραχωρήσει κτηματική περιουσία για τη δημιουργία σχολικών μονάδων.
Από το ενδιαφέρον του δεν μπορούσε να λείψει ο σύλλογος Κωφών. Στο πρόσωπο του Αγαθαγγέλου ο κ. Μανόλης Παπαδάκης είχε βρει έναν ένθερμο υποστηρικτή της προσπάθειας να αισθάνονται και τα άτομα με προβλήματα ακοής ισότιμα της κοινωνίας. Έτσι έγινε και ο ναός του Αγίου Μάρκου του Κωφού. Κανένας δεν έμαθε ποτέ ότι ο Αγαθάγγελος μερίμνησε να ολοκληρωθεί και το εσωτερικό του ναού, παρακινώντας πρόσωπα που είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν. Επίσης δεν άφησε ποτέ ευπαθή οικογένεια να υποφέρει. Κι όλα με βαθειά χριστιανική αντίληψη.
Οι τιμητικές διακρίσεις που έλαβε άπειρες. Εκείνη όμως που τον συγκίνησε ιδιαίτερα ήταν στα 100 χρόνια από την ίδρυση του Αγίου Μηνά που ήταν στους επίσημους προσκεκλημένους και έλαβε τα ίδια συμβολικά δώρα με αυτούς.
Ο σπουδαίος αυτός κληρικός έφυγε στις 9 Απριλίου σε ηλικία 91 ετών. Με την εκδημία του έκλεισε μια σελίδα της σύγχρονης ιστορίας.
Στον επικήδειο λόγο του ο ηγούμενος παν. Εφραίμ αναφέρθηκε στην καλοσύνη του για το πόσο πολύτιμος σύμβουλος του στάθηκε. Από την πλευρά του ο τότε Μητροπολίτης Ευγένιος, μίλησε από καρδιάς για τον σεβάσμιο γέροντα, συγκινώντας όλο τον κόσμο ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές, που δάκρυσε και ο ίδιος. Χαρακτήρισε την ημέρα μεγάλη και καθόλου τυχαία που ο Μέγας Αρχιερεύς τον κάλεσε κοντά του, καθώς ήταν η μέρα που κοντά στα Ιεροσόλυμα ο Ίδιος, είχε πληροφορηθεί την εκδημία του δικού του προσωπικού φίλου του Λαζάρου.
Συγκινητικότατος ο Ευγένιος είχε πει μεταξύ άλλων: «Επιτρέψτε μου αυτή την ώρα να θυμηθώ μια ευλογημένη στιγμή, εκεί στο κελί του γέροντα. Σε αυτό το τζάκι που ζέσταινε όχι τόσο σώματα όσο ψυχές! Και το γνωρίζετε όλοι. Στην πρώτη μου επίσκεψη πριν από τριάμισι χρόνια ως νέος Επίσκοπος αυτού του τόπου, θέλησε να μου πει την ιστορία του. Και στο τέλος μου είπε: «Θέλω να σε παρακαλέσω να δούμε μαζί ένα βίντεο». Το βίντεο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η αποτύπωση της ενθρόνισης του, σε αυτό εδώ τον θρόνο, από τον μακαριστό μεγάλο προκάτοχο μου, τον Μητροπολίτη Τίτο. Θυμάμαι με πόση χαρά το είδαμε και με πόση χαρά μου έδειχνε πρόσωπα, ανθρώπους που υπάρχουν και σήμερα ανάμεσα μας και άλλους που δεν υπήρχαν ούτε τότε. Και τους μνημόνευε με περισσή αγάπη, με πόση χαρά μίλησε για όλους και για όλα, ευχαριστώντας τον Θεό που τον αξίωσε, παρά την όπως έλεγε την δική του προσωπική αναξιότητα, να διακονήσει την εκκλησία όσο μπορούσε καλύτερα. Προσωπικά θα έλεγα ότι έκανε το καθήκον του, για να μπορεί σήμερα να αναπαύεται εκ των κόπων και των μόχθων του, αφού σήκωσε θεοπρεπώς, το σταυρό της μαρτυρικής του ιεροσύνης. Ανέβηκε στην οδό του μαρτυρίου της ζωή του, βοήθησε ανθρώπους πνευματικά και τέλος προσήλθε με αναμμένη την λαμπάδα της ψυχή του , στον Νυμφίο Χριστό και προγεύτηκε της χαράς της Αναστάσεως. Αυτήν την στιγμή δεν μπορώ να μην μνημονεύσω τους αγαθούς του λόγους αλλά προπάντων την αγαθή του προαίρεση, για όλους και προπάντων για την τοπική εκκλησία και τον ομιλούντα. Που την γεύτηκε και πριν από λίγες ημέρες, είχε την μεγάλη ευλογία από τον Θεό να ακούσει τους λογισμούς της καρδιάς του για τελευταία φορά και να κοινωνήσει το Σώμα και το αίμα του Χριστού, εις εφόδιο ζωής αιωνίου. Με ένα πλατύ χαμόγελο και μια μεγάλη ευχαριστία για όλους και για όλα. Αυτού του ανθρώπου την έκβαση της αναστροφής, μνημονεύουμε αυτήν ώρα και υπάρχουν και άλλα πολλά, που δεν τα γνωρίζουμε ίσως και άλλα που τα γνωρίζουμε, όσοι έχουμε ευεργετηθεί από τα χέρια του.

Ο πατήρ Αγαθάγγελος ήταν για την τοπική μας εκκλησία και για την κοινωνία μας ολόκληρη, ένα ιστορικό πρόσωπο. Και έτσι θα μείνει στην συνείδηση μας για πάντα. Ένα ιστορικό πρόσωπο με μεγάλη προσφορά, ένας γνήσιος κρητικός μοναχός, που λιτάνευσε χαρισματικά το ράσο του. Που δεν άφησε το κανδήλι του Αγίου Γεωργίου να σβήσει, που δεν άφησε την πόρτα αυτού του μοναστηριού να κλείσει και που παντού σκόρπισε την αγάπη της εκκλησίας, μέχρι και τις τελευταίες του ημέρες και ώρες. Υπάρχουν εδώ πολλοί από εσάς, που αυτή την ώρα που μιλώ, ο καθένας γνωρίζει ή δέχτηκε, ποια ψήγματα θείων ευλογιών έλαβε από τα χέρια του. Αλλά και ο τόπος μας ολόκληρος γνωρίζει και θα αναγνωρίζει τις πολλές του προσφορές, μέχρι και την τελευταία. Αυτή ενός χώρου για να γίνει ένα κέντρο παιδείας για τα παιδιά μας, σε λίγο καιρό θα είναι πραγματικότητα. Και θα φέρει το όνομα αυτής της μονής, του Αρσανίου γυμνασίου, που με πολλή αγάπη προς τον τόπο προσέφερε το μοναστήρι αυτό και με την δική του φροντίδα στον δήμο μας. Για όλους αυτούς τους λόγους και προπάντων για την προσωπική του αγιασμένη κατάθεση, που δίδασκε τους πάντες, του εκφράζουμε σήμερα την ευγνωμοσύνη της εκκλησίας μας, του καταθέτουμε τα μύρα της αγάπης, του σεβασμού και της τιμή μας. Και την υπόσχεση ότι για εμάς και αν το τζάκι του δεν θα ανάβει, η ζεστασιά του θα παραμένει σε αυτό τον ευλογημένο τόπο, για να ζεσταίνει τις καρδιές μας που υποφέρουν από τα κρυοπαγήματα του καιρού μας».
Η μονή Αρσανίου ήταν πάντα στη σκέψη του Αγαθάγγελου. Κι έχει να λέει ο Άγιος Κρήτης τη στερνή επιθυμία του όταν πήγε να τον προετοιμάσει για το αιώνιο ταξίδι.
«Το μοναστήρι παιδί μου να προσέχεις».








