19 °C Rethymno, GR
20/05/2022

ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Αγγελικές φωνές στο Ρεθεμνιώτικο ψαλτήρι

Ρασοφόροι και λαϊκοί με θεία δωρεά

Υμνωδοί και μελωδοί ήταν αρκετοί λειτουργοί του Υψίστου και στον τόπο μας. Κάποιοι από αυτούς που άφησαν έντονο το αποτύπωμά τους, αναφέρονται στο σημερινό μας αφιέρωμα, με την ευκαιρία των Αγίων Ημερών.

Και βάζουμε αρχή από τον Δανιήλ Κουφάκη, που ήταν από τους μοναχούς που τίμησαν την αδελφότητα του Πρέβελη.

Γεννήθηκε στα Σελλιά Αγίου Βασιλείου το 1826. Ήταν ο κατά κόσμον Νικόλαος.

Παιδί, μόλις είχε κλείσει τα πέντε χρόνια του όταν πήγε στη Μονή Πρέβελη, όπου και διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα.

Η δίψα του για μάθηση θωράκισε την υπομονή του και εντελώς μόνος φρόντισε να πλουτίσει το γνωστικό του πεδίο κατά τρόπο αξιοζήλευτο. Τον χαρακτήριζε μάλιστα μια ιδιαίτερη αγάπη για τη γλώσσα που είχε μελετήσει ιδιαίτερα.

Μέχρι το 1849 παραμένει δόκιμος, οπότε σε ηλικία 23 ετών εκάρη μοναχός την 20 Μαΐου και έλαβε το μοναχικό όνομα Δανιήλ.

Την επομένη της κούρας του (21 Μαΐου 1849) χειροτονήθηκε διάκονος και το 1854 (18 Οκτωβρίου) πρεσβύτερος. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1852, εξελέγη ηγούμενος, διάδοχος του Νείλου Μοσχοβίτη. Στην ηγουμενία παρέμεινε δυόμιση χρόνια (από 2.5.1862 μέχρι 19.11.1864).

Ως ηγούμενος ό Δανιήλ ανέπτυξε μεγάλη δράση στον τομέα της εκπαίδευσης.

Ο σημαντικός αυτός ιερωμένος είχε μια ακόμα θεία δωρεά, για την οποία ποτέ δεν καυχήθηκε. Ήταν μουσικός και μελοποιός. Είχε όμως κι ένα φοβερό ελάττωμα. Έναν υπερμεγέθη αυθορμητισμό, που πολλές φορές του δημιουργούσε προβλήματα, καθώς δεν μπορούσε να τον ελέγξει. Δεν άργησε να έρθει σε ρήξη με τους άλλους μοναχούς όταν επιχείρησε τη μεταφορά της έδρας της Μονής Πρέβελη στο Πίσω Μοναστήρι.

Αμέσως του έκαναν αναφορά στο Πατριαρχείο και όπως ήταν αναμενόμενο ο Δανιήλ υποβαθμίστηκε, χάνοντας το αξίωμα του ηγουμένου, αλλά τον διατήρησαν στο Ηγουμενοσυμβούλιο.

Έρχεται ο καιρός να ξεκινήσει νέα επανάσταση το 1866. Από τις πρώτες μέρες ο Δανιήλ ξεσηκώνει και άλλους μοναχούς και έρχεται στο στρατόπεδο των επαναστατών στο Αμπελάκι, φέροντας μαζί του και τον Τίμιο Σταυρό, το μεγάλο κειμήλιο της Μονής.

Κι ενώ διακρίθηκε στη μάχη του Βρύσινα, στη συνέχεια αμαυρώνει την εικόνα του από παρορμητισμό και μόνο πρωτοστατώντας στη σύνταξη σχετικής δήλωσης υποταγής στο Μουσταφά, με σκοπό, προφανώς, να τον καθησυχάσει, ενώ παράλληλα ή Μονή θα παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια στην επανάσταση. Ό Δανιήλ στη διάρκεια της επανάστασης προσπαθεί συνεχώς να εμψυχώσει, να κατασβέσει αντιθέσεις, να συμφιλιώσει.

Μετά το τέλος της επανάστασης ό Δανιήλ θα επιστρέψει στα ειρηνικά έργα, θα ασχοληθεί με την εκκλησιαστική μουσική και, πολύ πιθανόν με την υμνογραφία.

Από τα γνωστά του έργα ήταν το παραυμνογραφικό ποίημά του για τους ήρωες του Αρκαδίου. Πέθανε στην Αθήνα το 1891.

 

Ο αξέχαστος Παπαχρύσανθος

Ο κατά κόσμον Εμμανουήλ Βιτσικουνάκης ήταν γιος του Νίκου και της Μαρίας το γένος Πωλογιώργη. Γεννήθηκε το 1882 στο Ρέθυμνο και από μικρός έδειχνε μεγάλη κλίση στη μουσική. Ο πατέρας του τον καμάρωνε και ένοιωθε πολύ σίγουρος για την εξέλιξη του πρωτογιού του. Ναι θα τον σπούδαζε. Γιατί να τον αδικήσει; Έδειχνε μια έντονη έφεση στη θεία λατρεία. Κι αυτό ήταν προτέρημα κατά τον πατέρα του. Μακάρι να τον καμάρωνε και δεσπότη!

Έτσι ονειρευόταν ο πατέρας, αλλά διαφορετικά τα ήθελε η ζωή. Μόλις είχε πατήσει τα 17 ο Μανόλης, όταν έμεινε ορφανός από τον γεννήτορα. Κι έπρεπε τώρα να νοιαστεί τη μάνα του και τα τρία ακόμα αδέλφια. Η πιο μικρή ήταν η Μαρία, μόλις δύο χρόνων.

Χωρίς να παραπονεθεί ο μικρός Μανόλης με την ωριμότητα μεγάλου ανδρός, προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του και να φροντίσει τη μόρφωση των αδελφών του. Όπως δεν είχε άλλη επιλογή αποφάσισε να γίνει κληρικός.

Έγινε πρώτα μοναχός και αργότερα διάκονος λαμβάνοντας το όνομα Χρύσανθος επί της εποχής του επισκόπου Χρυσάνθου Τσεπετάκη. Ιερέας χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Αθανάσιο Αποστολάκη και Αρχιμανδρίτης από τον μακαριστό επίσης Τίτο Σιλιγαρδάκη. Έχουν να λένε ότι επί Χρυσάνθου ήταν ξεχωριστές οι μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης στην εκκλησία της Κυρίας των Αγγέλων χάρις στην εξαίσια φωνή του.

Ο παπα-Χρύσανθος ήταν και από τα πρώτα μέλη της Φιλαρμονικής Ρεθύμνου.

Αξιώθηκε να καμαρώσει την αδελφή του Μαρία Παπαϊωάννου, που στο μεταξύ είχε παντρευτεί, μια από τις σημαντικότερες γυναίκες της πόλης με πολυσήμαντο έργο κοινωνικής και πολιτιστικής προσφοράς. Είχε ακολουθήσει σπουδές στο Αρσάκειο και μάλιστα με υπογραφή κηδεμόνα αυτή του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο αδελφός του Πέτρος που είχε ακολουθήσει καριέρα στρατιωτικού, ήταν ένα από τα θύματα του εμφυλίου πολέμου. Όσο για την άλλη του αδελφή την Άννα, τη σπούδασε στη Χαροκόπειο σχολή Οικοκυρικών της Αθήνας.

Λαϊκοί στο ψαλτήρι

Περίφημος ψάλτης ήταν και ο Παύλος Βλαστός. Για τους νεότερους αξίζει να κάνουμε μια αναφορά.

Γεννήθηκε στο Βυζάρι Αμαρίου, 29 προς 30 Ιανουαρίου 1836 και ήταν γιος του Γεωργίου Βλαστού και της Πελαγίας Σαουνάτσου.

Αξίζει να αναφέρουμε για τη μητέρα ότι ήταν κόρη του παπα-Γεωργίου Σαουνάτσου και της Μαρίας Βαρούχα.

Ο Παύλος ήταν ο πρωτότοκος. Τα άλλα αδέλφια του ονομάζονταν Πολυξένη, Γιάννης και Μαρία.

Ο πατέρας του Γεώργιος του δίδαξε τα πρώτα γράμματα μαζί με τον Χαράλαμπο Πετυχάκη. Η αρχοντική του καταγωγή όμως υποχρέωνε σε καλύτερες σπουδές. Έτσι βρέθηκε να θητεύει στους ονομαστούς δασκάλους της εποχής του που ήταν ο Κωνσταντίνος Χατζής, ο Ιωάννης Ψαρουδάκης και ο Παρθένιος Περίδης.

Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο και στην Ελληνική Σχολή και το 1853 διορίζεται από την εφορία Ρεθύμνης ως βοηθός του δημοδιδασκάλου Κωνσταντίνου Ψαρουδάκη από τους επιφανέστερους μουσικοδιδασκάλους. Πλάι σ’ αυτόν το σπουδαίο δάσκαλο ο Παύλος διδάχτηκε τη βυζαντινή παρασημαντική.

Το 1858 διορίζεται αριστερός ψάλτης στο Μητροπολιτικό Ναό. Αυτή όμως ήταν η πρώτη βαθμίδα της μετέπειτα σημαντικής πορείας του. Στο μεταξύ έχει καταφέρει πλάι στους σημαντικότερους μουσικοδιδασκάλους της εποχής του να γίνει ο σημαντικότατος.

 

Συλλέκτης λαογραφικού υλικού ο Παύλος Βλαστός

Εφοδιασμένος με γνώσεις και με πηγαίο ενθουσιασμό, ο Παύλος Βλαστός σε ηλικία μόλις 24 χρονών, το 1860, συνέλαβε τη μεγαλεπήβολη ιδέα της περισυλλογής και μελέτης όλων των δημοτικών τραγουδιών της Κρήτης, κατόπιν προτροπής του πατέρα του, Γεωργίου Βλαστού, όπως αναφέρει ο ίδιος σε σχετική αφιέρωσή του: «…διότι Συ πρώτος, μεταξύ των άλλων πατριωτικών διδαγμάτων Σου, μοι ενέπνευσες την ιδέαν της περισυλλογής των τοιούτων πατρίων μαργαριτών…».

Με την έναρξη της επανάστασης του 1866 ο Βλαστός πηγαίνει στην Αθήνα και συνεργάζεται με τη Κεντρική υπέρ των Κρητών επιτροπή για την περίθαλψη των προσφύγων. Στο τέλος της επανάστασης επιστρέφει στο νησί του συνεχίζοντας τη συγγραφή βυζαντινής μουσικής με το ψευδώνυμο Θαλήτας. Παράλληλα συνεργάζεται με το μουσικό περιοδικό της εποχής «Φόρμιγγα».

Αν και καλλιτεχνική φύση ήξερε πως πρώτα από όλα είχε καθήκον να ασκεί κάποιο επάγγελμα, ώστε να ζει χωρίς δυσκολίες. Βρίσκει να τον ενδιαφέρει το εμπόριο και αναπτύσσει επαγγελματική δράση στον τομέα αυτό.

Μετά την περιπέτεια που έζησε με την εκλεκτή της καρδιάς του, την Τουρκοπούλα που έγινε για χάρη του Χριστιανή και με τη μεσολάβηση του Φωτιάδη πασά, γενικού διοικητή Κρήτης ο Παύλος και η Μαρία επιστρέφουν στο Ρέθυμνο και το 1881 ο Βλαστός εκλέγεται για πρώτη φορά και μάλιστα παμψηφεί πληρεξούσιος της επαρχίας Αμαρίου και αργότερα διοικητικός σύμβουλος του τμήματος Ρεθύμνης μέχρι το 1885.

Οι ταραχές που ακολουθούν και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει, τον υποχρεώνουν να επιστρέψει στην Αθήνα. Επιστρέφει μόνιμα την ίδια μέρα με τον πρίγκιπα Γεώργιο. Ήταν 9 Δεκεμβρίου 1898.

Πολυγραφότατος, από τους σοφούς της εποχής του, δεν σταμάτησε να γράφει στο φως του λύχνου πάντα τις λαογραφικές του μελέτες.

Κι όταν σιγά-σιγά έχανε την όρασή του μέχρι που τυφλώθηκε με μια δική του πατέντα κατάφερε να συνεχίσει το έργο του.

Δουλεύοντας με μεθοδικό και επιστημονικό τρόπο, μας άφησε τόμους χειρόγραφους, με πολυτιμότατο λαογραφικό υλικό, το οποίο συγκέντρωσε από τη μια άκρη της Κρήτης μέχρι την άλλη. Το υλικό αυτό παραμένει ανέκδοτο σχεδόν στο σύνολό του. Πρόλαβε να εκδώσει μονάχα το κλασικό πια βιβλίο του: «Ο Γάμος εν Κρήτη» και να κάνει μερικές δημοσιεύσεις σε κάποιες εφημερίδες.

Επίσης έζησε την προσπάθεια κάποιων κύκλων από την Ελλάδα (κυρίως της άρχουσας τάξης) αλλά και κύκλων του εξωτερικού, να «εκμοντερνίσουν», «εξευρωπαϊσουν», «εκδυτικίσουν» την ταλαιπωρημένη Ελλάδα.

Συνδυάζοντας μεθοδολογικά την επιτόπια έρευνα με τη μελέτη των παλαιότερων και σύγχρονών του γραπτών πηγών, ο Π. Βλαστός συγκέντρωσε πλήθος πληροφοριών, σχετικών όχι μόνο με τον λαϊκό πολιτισμό, αλλά και τη γεωλογία της νήσου, τη βοτανική, την ιστορία, την αρχαιολογία και τη φιλολογία. Το υλικό αυτό αποθησαυρίστηκε σε ένα εντυπωσιακό αρχείο 94 χειρόγραφων τόμων, εκ των οποίων οι 41, περίπου 26.000 σελίδες, περιλαμβάνουν τη λαογραφική ύλη. Η συλλογή του Βλαστού συμπληρώνεται από μουσική και ποιήματα της λόγιας παράδοσης, εκκλησιαστικά μέλη, εμβατήρια και θουρίους, τραγούδια και χορούς από την υπόλοιπη Ελλάδα και την Ευρώπη, σχολικά άσματα και δικά του στιχουργήματα.

Έχοντας έμφυτο το μικρόβιο του ερευνητή, ο Βλαστός διέτρεξε απ’ άκρου εις άκρον την Κρήτη – τις επαρχίες Μεραμπέλλου, Λασιθίου, Τεμένους, Μαλεβιζίου, Γορτύνης, Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου, Αποκορώνου και Σφακίων. Κατά την περιήγησή του κατέγραψε πάνω από 400 δημοτικά τραγούδια – της τάβλας, της αγάπης, του γάμου, νανουρίσματα, κάλαντα, ηρωικά, ρίμες, παραλογές – αλλά και πάσης φύσεως έθιμα, δοξασίες και εκδηλώσεις του φυσικού, πνευματικού και κοινωνικού λαϊκού βίου.

Η πολύτιμη κληρονομιά που άφησε στον λαό της Κρήτης, αλλά και ευρύτερα στους Έλληνες, ο Παύλος Βλαστός τον κατατάσσει στη χορεία των μεγάλων συλλογέων παραδοσιακών τραγουδιών του 19ου και 20ου αιώνα, μαζί με τον Σιγάλα, τον Παχτίκο και τον Ψάχο. Η αναβίωση των μουσικών του καταγραφών από τον Δημήτρη Σγουρό μας… πήγε ένα βήμα πίσω (!), αφού επεξέτεινε τη γνώση μας για την κρητική μουσική κατά μισό αιώνα νωρίτερα, από τις αρχές του 20ου αιώνα, στα μέσα του 19ου.

Κοινό στοιχείο και των δύο, η πηγαία αγάπη τους για την Κρήτη και τον λαϊκό της πολιτισμό, η αφομοίωση των δεδομένων της Κρητικής παράδοσης και η μετουσίωση τους σε δημιουργική έκφραση. Αυτόν τον μυσταγωγικό βιωματικό μετασχηματισμό περιγράφει και ο Νίκος Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο: «Διάβαζα συναξάρια, άκουγα παραμύθια, έπαιρνε τ’ αφτί μου κουβέντες κι όλα μεταμορφώνουνταν και παραμορφώνουνταν μέσα μου… αργότερα πολύ, όταν άρχισα να γράφω τραγούδια και μυθιστορήματα, κατάλαβα πως η μυστική αυτή κατεργασία λέγεται δημιουργία…».

Αυτό που δεν εξηγείται είναι η αδιαφορία των πνευματικών ταγών να αφήσουν το μνημειώδες αυτό έργο σε χειρόγραφα που φυλάσσονται στο Ιστορικό Αρχείο.

Κι αν έλειπε η άοκνη εποπτεία της πρώην προϊσταμένης του Ιστορικού Αρχείου κυρίας Ζαχαρένιας Σημαντηράκη αρκετό από το υλικό αυτό θα είχε καταληστευθεί.

Όταν έχουν πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο αντιγραφές εξ αντιγραφών είναι εντελώς απαράδεκτο και αφορμή για αιώνια τύψη να μην έχει εκδοθεί έστω και μέρος του αρχείου αυτού.

Ενός αρχείου που από θαύμα σώθηκε όπως είχαμε αναφέρει με βάση τις αφηγήσεις του αείμνηστου Λεωνίδα Καούνη ανιψιού του Παύλου Βλαστού.

 

Ο καλλίφωνος έμπορος

Από το αφιέρωμά μας αυτό δεν μπορεί να λείψει ο Κώστας Βουρλάκης.

Ήταν Μικρασιάτης, ο εκλεκτός αυτός άνθρωπος. Καταγόταν συγκεκριμένα, από το Τζεσμέ της Ιωνίας. Μετοίκησε στη Χίο κατά τον πρώτο διωγμό (1914) κι από κει ήρθε στο Ρέθυμνο, κρατώντας συστατική επιστολή του Επισκόπου Χίου.

Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του π. Χαραλάμπους Καμηλάκη «Ο Μητροπολιτικός Ναός τα Εισόδια της Θεοτόκου», Ρέθυμνο 1999, σ. 231.

Εκτενέστερο αφιέρωμα κάνει για τον Κώστα Βουρλάκη ο αξέχαστος Κώστας Μαμαλάκης στη σειρά των δημοσιευμάτων του «Η πόλη που δεν σβήνει». Και αναφέρει σχετικά:

«Δεμένος σφικτά με την ιστορία του παλιού Ρεθέμνους ο Βουρλάκης.

Πόσες βαθιά θρησκευόμενες Ρεθεμνιώτικες ψυχές δεν έκανε ν’ αναγαλλιάζουν και να μεταρσιώνονται με την τέχνη της μελωδικής ψαλτικής του και το μέταλλο της βαρύτονης φωνής του, που γινόταν βροντερά θριαμβική σ’ εκείνα τα θαυμάσια δοξαστικά.

Πως να ξεχάσει κανείς εκείνο «το δόξα σοι τω δείξαντι το φως», που όταν έψελνε, γέμιζε Χερουβείμ ο Ναός της Παναγίας και έκανε να πεταχτούν στα ουράνια οι ψυχές.

Δεν έχω ξανακούσει πουθενά τέτοια εκτέλεση!».

Αναφέρει στη συνέχεια με το γνωστό γλαφυρό του ύφος ότι ο Κωστής Βουρλάκης ήταν άνθρωπος θεοφοβούμενος με σπάνιο ήθος και χρυσή καρδιά.

Ήρθε με τον πρώτο διωγμό κι έγινε βέρος Ρεθεμνιώτης. Η σπάνια φωνή του τον οδήγησε σύντομα στο δεξί ψαλτήρι του Καθεδρικού Ναού.

Άνθρωπος εργατικός και με ευρύ πνεύμα, διοχέτευσε το επιχειρηματικό του πνεύμα στο εμπόριο, ανοίγοντας ένα κατάστημα υφασμάτων.

Από το πόστο αυτό δίδαξε με τον τρόπο του εμπορική δεοντολογία, βασιζόμενος στην εντιμότητα και το επαγγελματικό ήθος.

Αγάπησε πολύ το Ρέθυμνο. Ο σεβασμός στους ανθρώπους κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης, που έδειχνε, ήταν παροιμιώδης. Άρχοντας σωστός ο Βουρλάκης εφάρμοζε στην καθημερινότητά του τις ρήσεις του Ευαγγελίου. Και ποτέ κανένας δεν κατάλαβε πόσο φιλάνθρωπος ήταν. Ένας πραγματικός Χριστιανός. Οι παρέες του ήταν διαλεχτές αφού ο ίδιος ήταν αξιαγάπητος και αξιοσέβαστος από όλους. Και τις αποτελούσαν όλοι εκείνοι που άφησαν έντονα τα ίχνη τους στην πολιτιστική και πνευματική ζωή του τόπου.

Σε μια επίσκεψη του Βενιζέλου στο Ρέθυμνο, ο Βουρλάκης προβληματίστηκε προκειμένου να δώσει την ιδανικότερη εικόνα στον Εθνάρχη.

Βενιζελικός μέχρι το κόκκαλο, δεν μπορούσε να μην φερθεί ανάλογα με την περίπτωση, υποδεχόμενος τον λατρεμένο του αρχηγό.

Έτσι λοιπόν, στη Δοξολογία που εψάλη για την υποδοχή του, ο Κωστής Βουρλάκης ξάφνιασε τους πάντες με ένα «Πολυχρόνιο» που σύνθεσε, προς τιμήν του υψηλού επισκέπτη, με περιεχόμενο που ταίριαζε απόλυτα στη δράση του επαναστάτη του Θερίσσου.

Μόλις τέλειωσε κι ενώ το εκκλησίασμα κρατούσε και την ανάσα του από το υπέροχο άκουσμα, γιατί ο ψάλτης είχε βάλει στην εκτέλεση και όλο το Βενιζελικό πάθος του, προσπαθούσε με συγκρατημένη διακριτικότητα, να καταλάβει ποια εντύπωση είχε προκαλέσει στον Εθνάρχη. Εκείνος βέβαια είχε κατασυγκινηθεί αλλά και από την άλλη προσπαθούσε να σταθεί στο επίπεδο ενός αρχηγού.

Μετά το πέρας της Δοξολογίας, κι ενώ ευχαριστούσε το Βουρλάκη για το υπέροχο δώρο, που του είχε προσφέρει, νοιώθοντας και πάλι τη συγκίνηση να τον κυριεύει, προσπάθησε να κρατήσει το συναίσθημά του χαριτολογώντας:

– Εμένα φίλτατε τι με εμπλέκετε με «Πολυχρόνια». Αυτά είναι ματαιοδοξία των Βασιλέων.

Με τίποτα όμως δεν μπόρεσε στη συνέχεια να κρύψει το θαυμασμό του για τη φωνή, αλλά και το χαρακτήρα του Βουρλάκη που πραγματικά τον εξέπληξε.

Το αφιέρωμά μας δεν τελειώνει εδώ. Σε μια επόμενη ευκαιρία θα αναφέρουμε και άλλες αγγελικές φωνές που διακρίθηκαν στο Ρεθεμνιώτικο Ψαλτήρι.