Ορατός είναι ο κίνδυνος απώλειας και υπονόμευσης περιουσιών και εκτάσεων γης, οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί δασικές και απεικονίζονται στους αναρτημένους κτηματολογικούς πίνακες στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και όχι σε αυτήν των πραγματικών ιδιοκτητών τους στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου. Πρόκειται για ένα ζήτημα που συνεχίζει να προκαλεί αναβρασμό το τελευταίο χρονικό διάστημα στην τοπική κοινωνία, καθότι από τη μία έχει καταστεί ξεκάθαρο ότι για την επίλυσή του απαιτείται νομοθετική πρωτοβουλία από το κεντρικό κράτος και από την άλλη επικρατεί «σιγή ιχθύος», με τον χρόνο να κυλά αργά και βασανιστικά εις βάρος των ιδιοκτητών. Θυμίζεται ότι η προθεσμία για τη διόρθωση των σφαλμάτων στους κτηματολογικούς πίνακες εκπνέει στο τέλος του μήνα, με αποτέλεσμα το διαθέσιμο χρονικό διάστημα των δύο μηνών, από την ανάρτηση των στοιχείων, μέχρι την τελευταία ημέρα του Ιουνίου να κρίνεται ανεπαρκές, καθιστώντας ανέφικτη την αποκατάσταση των πραγματικών δικαιωμάτων κυριότητας στους ιδιοκτήτες και τη διόρθωση λαθών. Αυτήν τη στιγμή, οι εκτάσεις που χαρακτηρίζονται δασικές και συνεπώς στην κυριότητα του δημοσίου ανέρχονται σε περίπου το 50% του συνόλου των ιδιοκτησιών, τόσα στα Χανιά, όσο και στο Ρέθυμνο. Οι λανθασμένα χαρακτηρισμένες εκτάσεις γης και κυρίως ο φόβος αυτές να χαθούν, είτε στο άμεσο μέλλον, είτε σε βάθος χρόνου, αποτελεί εστία προβληματισμού και βρίσκεται στην κορυφή των διεκδικήσεων για τον αγροκτηνοτροφικό κλάδο. Ουσιαστικά, με βάση τα όσα φαίνονται στις αναρτήσεις των κτηματολογικών πινάκων, όποια έκταση φαίνεται «πράσινη» και όποια έκταση έχει χαρακτηριστεί από το δασολόγιο, δασική, εμφανίζεται στην κυριότητα του Ελληνικού δημοσίου.
Το πρόβλημα είναι ότι σε ορισμένες από αυτές τις δασικές εκτάσεις που αξιοποιούνται εδώ και πολλά χρόνια από τους παραγωγούς, δεν εφαρμόζεται το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο στην Κρήτη, σύμφωνα με το οποίο το τεκμήριο κυριότητας οφείλει να κατατεθεί από το ελληνικό δημόσιο και όχι από τον ιδιοκτήτη. Σε αντίθεση με όσα ισχύουν στην υπόλοιπη χώρα, το δημόσιο είναι αυτό που στην πραγματικότητα πρέπει να αποδείξει ότι μία δασική έκταση είναι δική του, κάτι το οποίο προς το παρόν καλούνται να το κάνουν οι ίδιοι οι παραγωγοί. Όπως επισημαίνουν άνθρωποι του κλάδου και έχει επισημανθεί πολλάκις από θεσμικούς και κοινοβουλευτικούς παράγοντες το προηγούμενο χρονικό διάστημα, η παραπάνω υποχρέωση, εκτός από παράτυπη, είναι και ιδιαίτερα πολυέξοδη. Οι ιδιοκτήτες καλούνται να επιστρατεύσουν μηχανικούς, δικηγόρους και τοπογράφους, προκειμένου να υποβάλλουν επιτυχώς και εγκαίρως τις αντιρρήσεις τους, σε συνέχεια μάλιστα των αρκετών χρημάτων που έχουν καταθέσει στο παρελθόν για την εγγραφή των ιδιοκτησιών τους με ακρίβεια και διαφάνεια στο Κτηματολόγιο. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, ο χαρακτηρισμός των δασικών εκτάσεων στα κτηματολογικά διαγράμματα και τους δασικούς χάρτες γίνεται συνήθως με κριτήρια την εκτεταμένη βλάστηση και την έλλειψη οργανωμένης καλλιεργητικής δραστηριότητας στο σημείο. Ωστόσο, ο δασικός χαρακτηρισμός μιας έκτασης δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτή ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, αντιθέτως κρίνεται αναγκαία η απόδειξη νόμιμης κυριότητας και η επίδειξη αποδεδειγμένων τίτλων ιδιοκτησίας παλαιότερων ετών. Οι ιδιοκτήτες μπορούν να υποβάλλουν αντιρρήσεις, σε περίπτωση που διαφωνούν με τον χαρακτηρισμό του ακινήτου τους και να επανελεγχθεί τόσο ο ίδιος ο χαρακτηρισμός, όσο και η τοποθεσία του ακινήτου, ωστόσο εδώ ανακύπτει το ζήτημα του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου για την υποβολή των αντιρρήσεων. Ακόμα ένα θέμα που προκύπτει, παρότι δεν του έχει δοθεί μέχρι στιγμής μεγάλη έμφαση, έχει να κάνει και με την επιλεξιμότητα των εκτάσεων για τη λήψη των αγροτικών ενισχύσεων που δικαιούνται, σε μία περίοδο μάλιστα που η συζήτηση για τους πόρους από την νέα ΚΑΠ βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για τον πρωτογενή τομέα.
Σε αυτό το πλαίσιο το προηγούμενο χρονικό διάστημα και έπειτα από πρόταση του ΤΕΕ και του Δικηγορικού Συλλόγου Ρεθύμνου, σε συνεννόηση με τους τοπικούς αυτοδιοικητικούς και κοινοβουλευτικούς φορείς, κατατέθηκε αίτημα δωδεκάμηνης παράτασης στην προθεσμία των διορθώσεων στο Κτηματολόγιο. Η παραπάνω πρόταση ουσιαστικά απορρίφθηκε από το Ελληνικό Κτηματολόγιο, διά στόματος του προέδρου του, Θανάση Λίπα, σε δηλώσεις που έκανε από το Ρέθυμνο, στο πλαίσιο ενημερωτικής εκδήλωσης που διοργάνωσε η Νομαρχιακή Επιτροπή του ΤΕΕ και ο Δικηγορικός Σύλλογος στο Σπίτι του Πολιτισμού. Αναφορικά με το εξειδικευμένο ζήτημα των δασικών εκτάσεων, ο πρόεδρος του Κτηματολογίου ξεκαθάρισε ότι αυτό δεν βρίσκεται στην αρμοδιότητα του Κτηματολογίου, αλλά στη Διεύθυνση Δασών και συνεπώς απαιτείται νομοθετική πρωτοβουλία για την επίλυσή του, την οποία το Κτηματολόγιο στερείται. Ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι το ζήτημα έχει εντοπιστεί, η λύση όμως όχι, καλώντας μάλιστα τους φορείς να εντείνουν την πίεση προς τα άνωθεν, ξεκαθαρίζοντας ότι η ηγεσία του Κτηματολογίου θα λειτουργήσει ως αρωγός σε αυτήν τη διεκδίκηση.
«Πρέπει να κινηθούμε άμεσα, για να γλιτώσουμε τις περιουσίες των πατεράδων μας»
Την πρόθεσή του να αποστείλει επιστολή για το ζήτημα, προς τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τον περιφερειάρχη Κρήτης, το επόμενο χρονικό διάστημα εξέφρασε στα «Ρ.Ν.», ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ρεθύμνου, Γιάννης Γλεντζάκης. Όπως ξεκαθάρισε, οι δασικές εκτάσεις είναι το πρώτο θέμα που απασχολεί τον κλάδο στην Κρήτη και ειδικότερα στο Ρέθυμνο. «Το θέμα είναι ότι κάποιοι εργολάβοι που πήραν την εργολαβία του δασολογίου, χάραξαν μία γραμμή χωρίς να έχουν παράξει πραγματικό έργο και χαρακτήρισαν λιμάνια, σχολεία, πλατείες και περιουσίες δασικές. Αυτήν την στιγμή με το να χαρακτηρίζονται αυτές οι εκτάσεις δασικές, τις διεκδικεί το ελληνικό δημόσιο. Αυτό που κρίνουμε εμείς ότι μπαίνει σε προτεραιότητα είναι αρχικά να σταματήσει το ελληνικό δημόσιο να έχει απαιτήσεις στις ιδιοκτησίες των Κρητικών, γιατί οι πατεράδες μας, οι πρόγονοί μας τις αγόρασαν, στερούμενοι πολλά πράγματα, προκειμένου να μπορέσουν να φιλοξενήσουν τα ζώα τους και τώρα έρχεται το ελληνικό δημόσιο να τους πει ότι δεν είναι δικά τους. Πρέπει να σταματήσει λοιπόν το ελληνικό δημόσιο να απαιτεί κυριότητα, ασχέτως αν είναι δασικές πράγματι οι εκτάσεις, γιατί ανήκουν στον ιδιοκτήτη που τις έχει αγοράσει», ανέφερε. Όπως επίσης δήλωσε, οι πραγματικοί παραγωγοί του πρωτογενή τομέα βάλλονται ήδη από μία σειρά από προβλήματα, που τους έχουν γονατίσει οικονομικά και καλούνται να πληρώσουν επιπλέον χρήματα. «Πρέπει λοιπόν να σταματήσει το ελληνικό κράτος να τα διεκδικεί, εκτός αν έχει τίτλους ιδιοκτησίας, τότε να κάνει σαν κράτος προσφυγή και όχι όλη η Κρήτη να τρέχει ξανά σε δικηγόρους, τοπογράφους, μηχανικούς. Έχουμε κουραστεί πλέον να πληρώνουμε. Αυτό πρέπει να το καταλάβει η ίδια η κεντρική εξουσία, γιατί κανείς άλλος δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται. Και αν ενδιαφέρεται, τότε το κάνει πολύ χαλαρά προς το παρόν», σημείωσε ο κ. Γλεντζάκης.
Σύμφωνα με όσα εξήγησε στα «Ρ.Ν.», το ότι μία έκταση χαρακτηρίζεται δασική μπορεί να μην σημαίνει απαραίτητα ότι θα φύγει άμεσα από την κυριότητα του παραγωγού, αλλά αποτελεί ουσιαστικά απαγόρευση μεταβίβασης, οικοδόμησης και πώλησής της. Πολλές ιδιοκτησίες μάλιστα δεν έχουν χαρακτηριστεί εξ ολοκλήρου δασικές, αντιθέτως αυτό ισχύει μόνο σε ορισμένα τμήματά τους, κάτι που συνιστά επίσης υποβάθμιση της αξίας τους. «Πρέπει λοιπόν εγώ τώρα που το χωράφι μου έχει χαρακτηριστεί δασικό, παρότι έχω κάνει αντιρρήσεις στο παρελθόν και έχω πληρώσει πάρα πολλά χρήματα στους δασολόγους, με αναγκάζουν να ξανατρέχω σε δικηγόρους, τοπογράφους και μηχανικούς. Αυτό είναι απαράδεκτο. Οι πραγματικοί κτηνοτρόφοι δεν έχουν να φάνε πλέον με αυτά που παλεύουν στην Κρήτη και αντί να στηριχθούν, βρίσκουν συνεχώς τρόπους να τους βάζουν σε έξοδα. Θα χαθούν πάρα πολλές περιουσίες, διότι δεν έχουν οι κτηνοτρόφοι πλέον χρήματα για να δίνουν σε δικηγόρους, τοπογράφους και μηχανικούς. Ας πάει το κράτος, όπου έχει τίτλους, να διεκδικήσει όπου έχει δικαιώματα κυριότητας. Όχι να πηγαίνει όμως το 50% της Κρήτης να διεκδικεί τα δικαιώματά του», συμπλήρωσε ο κ. Γλεντζάκης και τέλος ανέφερε: «Οι θεσμικοί παράγοντες δεν το έχουν πάρει πολύ σοβαρά το θέμα. Κανείς τους. Γιατί απ’ ότι αποδείχθηκε, κάποιοι το ήξεραν από τον Απρίλιο ότι είχε γίνει όλο αυτό και δεν είχαν ενημερώσει καν τους ανθρώπους. Πρέπει να κινηθούμε άμεσα, για να γλιτώσουμε τις περιουσίες των πατεράδων μας, των προγόνων μας, που τις πήραν, στερώντας πολλά πράγματα από τα παιδιά τους. Πρέπει ο κόσμος να ξεσηκωθεί και να πιέσει τους αρμόδιους, από την τοπική αυτοδιοίκηση μέχρι τον πρωθυπουργό, για να διεκδικήσει την περιουσία του, γιατί πρόκειται αυτή να χαθεί. Το θέμα δεν είναι ότι θα μας πάρουν τις περιουσίες τώρα ή αύριο, αλλά όταν θα φύγουμε εμείς και θα τις αναλάβουν τις περιουσίες τα παιδιά μας, θα τους τις πάρουν μία μέρα ξαφνικά και θα τους πουν ότι δεν είναι δικά τους».













