Και η γοητευτική ιστορία της Αριστέας Καλλέργη
«Μαντατοφόροι πήγανε σ’ Ανατολή και Δύση,
στην Πόλη θένε μαχητές για να την ενισχύσει.
Η Κρήτη δε φοβήθηκε του Πορθητή το βόλι,
γι’ αυτό κι υπερασπίστηκε του Κωνσταντίνου πόλη.
Πέντε καράβια σόγεμα Κρήτες πολεμιστάδες,
πήγανε και τα βάλανε με πάνοπλους αγάδες.
Κρήτες τοποθετήθηκαν εις την Ωραία Πύλη,
για να μην την περάσουνε οι Τουρκαλάδες σκύλοι.
Αντρόπιαστους κρατήξανε με τόλμη και αντρεία,
τρεις Πύργους απλησίαστους στα βρωμερά θηρία.
Ο Πορθητής τους μήνυσε με του Πασά φιρμάνι,
πως τους τιμά κι αφήνει τους να φύγουν μάνι-μάνι.
Μετά δυο μέρες φύγανε λεύτεροι και γενναίοι,
του Βυζαντίου μαχητές ήσανε τελευταίοι.
Η Πόλη κι α’ σκλαβώθηκε, τα χρόνια κι αν περνούνε,
Κρήτες τη Βασιλεύουσα ποτές δε ν-τη ξεχνούνε.
Αιωνία η μνήμη Αυτών».
Με αυτούς τους στίχους ο πολυγραφότατος εκλεκτός λόγιος της Κρήτης Σταύρος Φωτάκης μνημονεύει τη συμμετοχή των Κρητών στην άτυχη προσπάθεια για τη σωτηρία της Βασιλεύουσας.

Γιατί δεν θα μπορούσαν οι Κρήτες να αδιαφορήσουν στο τραγικό κάλεσμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
Ένα χειρόγραφο που βρέθηκε στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους βεβαιώνει του λόγου το αληθές.
Νεότερες εργασίες για την Άλωση
Γράφει για τους τελευταίους υπερασπιστές του Βυζαντίου ο Γιάννης Χαρ. Κασωτάκης στο βιβλίο του «Η Αρχαία Λάππα»: «…έπεσε και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με τελευταίους πολεμιστές Κρητικούς.
Ο Βυζαντινός χρονογράφος γράφει για τους Κρητικούς αυτούς, που υπερασπιζόταν τους προμαχώνες στον Κεράτιο κόλπο και απέναντι στο Γαλατά: «Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, οι Κρήτες εξακολουθούν μαχόμενοι δι’ όλης της ημέρας, ότε ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β’ θαυμάσας την ανδρεία τους, διέταξε να παύσουν αι κατά αυτών επιθέσεις και να τους επιτραπεί να εξέλθουν μετά των όπλων των και να απέλθωσιν ανενόχλητοι με τα πλοία των εις την πατρίδα των».
Από χειρόγραφο που βρίσκεται στο Μουσείο της Βρετανίας αναφέρεται ότι ιδιοκτήτες των τριών γαλέρων ήταν ο Σγούρος, ο Φιλομάνης και Γιαλινάς. Ο δε Φραντζής λέγει ότι η μια ήταν από τον Χάντακα και οι άλλες δύο από την Κυδωνία.
Υπολογίζεται ότι οι Κρητικοί υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης που εστάλησαν στις αρχές του Μαρτίου 1453 μετά από παράκληση του Αυτοκράτορα, ήταν περίπου 1000. Έφθασαν στην Πόλη στις 2-4-1453 περίπου 620 γιατί στον Μαρμαρά έγινε ναυμαχία με τον τούρκικο στόλο που σκοτώθηκαν – τραυματίσθηκαν γύρω στους 380. Όταν τη δεύτερη μέρα της Άλωσης μπήκε ο Μωάμεθ στην Πόλη και κατευθυνόταν στην Αγία Σοφία τον πληροφόρησαν ότι 2 πύργοι φέρουν ακόμα τη σημαία του Δικέφαλου αετού (κατ’ άλλους τρεις πύργοι) και ότι οι υπερασπιστές ήσαν Κρήτες εθελοντές και ζητούσαν να τους επιτραπεί να τους τιμωρήσουν παραδειγματικά. Ο Μωάμεθ τότε τους απάντησε: «Η αντρειοσύνη αμείβεται και η ανταμοιβή τους είναι να τους επιτρέψετε να φύγουν με τα όπλα τους και τις σημαίες τους για όποιον τόπο θέλουν» (σ.σ. Ήταν μεγάλη τιμή να τους αφήσουν τα όπλα).

Οι Κρητικοί που σώθηκαν και έφυγαν ήταν 170 περίπου. Λέγεται ακόμα ότι μερικοί από αυτούς τους υπερασπιστές έφεραν στο χωριό Κατσοματάδων Κισσάμου Χανίων από την Πόλη το εικόνισμα της Παναγίας και το τοποθέτησαν στο Σπήλαιο της «Αγίας Σοφίας του Θεού».
Αναφέρει σχετικά με το γεγονός ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος: «… Οι άνδρες ούτοι ηδύναντο να φύγουν… αλλ’ όμως και περιβλέποντες ότι πάσα η πόλις εδουλώθη, ούτε να φύγωσιν ηθέλησαν, ούτε να παραδοθώσιν επείθοντο, αλλ’ επέμειναν εκθύμως, ανταγωνιζόμενοι δια την αετοφόρον σημαίαν, ήτις εξηκολούθει εκεί μόνον πτερυγίζουσα. Το πράγμα ανηγγέλθη εις τον Σουλτάνον, ο δε, θαυμάσας την γενναιότητα των ανδρών, διέταξε να παύση η προσβολή και να είπωσιν αυτοίς ότι δύνανται να εξέλθωσιν μετά των τιμών του πολέμου ως λέγεται σήμερον, ελεύθεροι αυτοί τε και η ναυς αυτών και πάσα η αποσκευή, ην είχον ως λέγει ο Φραντζής προσεπιφέρων ότι και ούτω γενομένων, πάλι μόλις εκ του πύργου τούτου έπεισαν απελθείν…».
Όπως αναφέρει στην εργασία του ο Μιχάλης Κατσανεβάκης αρχιτέκτων μηχανικός – ιστορικός ερευνητής, από τα πέντε πλοία που πρόστρεξαν να βοηθήσουν, τα τρία ήταν ιδιοκτησίας του αρχηγού των Σφακίων και άρχοντα του Σελίνου Μανούσου Καλλικράτη. Στο πρώτο καπετάνιος ήταν ο ίδιος, στο δεύτερο καπετάνιος ήταν ο Γρηγόρης Βατσιανός – Μανάκης, εξ Ασκύφου, στο τρίτο καπετάνιος ήταν ο Πέτρος Κάρχας ή Γραμματικός (και τα δύο είναι προσωνύμια) από την Κυδωνία (Χανιά). Στο τέταρτο καπετάνιος ήταν ο Ανδρέας Μακρής του Γιαννίκου από το Ρέθυμνο. Στο πέμπτο καπετάνιος ήταν ο Παυλής Καματερός από την Κίσσαμο. Οι πεντακόσιοι ναύτες-πολεμιστές προήρχοντο από την περιοχή του Ηρακλείου, οι λοιποί χίλιοι από το Ρέθυμνο και τα Χανιά.
Την Πόλη υπερασπιζόταν περίπου οκτώ χιλιάδες Έλληνες, Ενετοί και Γενουάτες. Είχαν και εικοσιπέντε πλοία. Περίπου δύο μήνες, γύρω από τα τείχη της Πόλης, γινόταν λυσσαλέες μάχες. Την μεγάλη έφοδο ο Μωάμεθ Β΄ αποφάσισε να την κάνει στις 29 Μαΐου. Ο αυτοκράτορας το έμαθε και στις 28 Μαΐου κάλεσε τον αρχηγό των όπλων Γενουάτη Giovani Gustigniani και επιθεώρησαν τα τείχη και έδωσαν οδηγίες και διαταγές. Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, ο Κωνσταντίνος Δραγάσης – Παλαιολόγος του Εμμανουήλ, Δεσπότης του Μυστρά, ο Ια΄, ετών 48, συγκέντρωσε όλους, Έλληνες, Ενετούς και Γενουάτες. Τους μίλησε και τους εξήγησε ότι πρέπει να αγωνιστούν μέχρι θανάτου για πολλούς λόγους. Τους προέτρεψε να νικήσουν πολεμώντας επάξια, ως απόγονοι των Ελλήνων και των Ρωμαίων. (Μη ξεχνούμε ότι ο όρος Βυζάντιο είναι τεχνητός και οι αυτοκράτορες του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, υπέγραφαν ως Πολιτεία Ρωμαίων). Είπε πολλά σε όλους και μεταξύ άλλων ότι: «εναποθέτω στα χέρια σας το ταπεινωμένο μου σκήπτρο για να το σώσεται» τότε όλοι φώναξαν: «αποθανόμεν υπέρ πίστεως και πατρίδος». Στην συνέχεια, πήγε να αποχαιρετήσει τα ανάκτορα και ζήτησε συγχώρεση από όλους τους γέροντες υπαλλήλους και υπηρέτες του. Γύρω στα μεσάνυκτα πήγαν όλοι στις θέσεις τους για λίγη ανάπαυση. Μόνον ο Βασιλιάς με τη συνοδεία του πιστού του Γεωργίου Φραντζή, συνέχισε την επιθεώρηση των τειχών και των πύργων, για να πειστεί ότι όλα ήταν εντάξει και οι φύλακες αγρυπνούσαν. (Γεώργιος Φραντζής-Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος). Μόλις έφτασαν στους Καλιγάριους, φάνηκαν τα πρώτα σημάδια, από την κίνηση του Οσμανικού στρατοπέδου και στόλου. Η έφοδος ξέσπασε λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα. Το ξημέρωμα της 29ης Μαΐου, βρίσκει την αετοφόρο σημαία να κυματίζει στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Μύθος ή αλήθεια
Μέσα σε κείνη τη δίνη φαίνεται πως ο φτερωτός θεός έμελε να δείξει στον Πορθητή ποιος είναι ισχυρότερος ανοίγοντας πληγή στα στήθη του. Μια Καλλεργοπούλα λέγεται πως τον μάγεψε.
Ο ρομαντισμός που χαρακτήριζε τα κορίτσια της γενιάς μου, ξύπνησε αμέσως το ενδιαφέρον μου όταν βρήκα το σχετικό δημοσίευμα με την υπογραφή του Γιάννη Β. Ιωαννίδη στο περιοδικό «Ρομάντζο».
Ο Γιάννης Β. Ιωαννίδης δημοσίευσε το ιστορικό του αφήγημα για την Αριστέα Καλλέργη στο πλαίσιο των μεγάλων επετειακών αφιερωμάτων του εντύπου για τα 500 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Το συγκεκριμένο κείμενο για την Αριστέα Καλλέργη, όπως και τα περισσότερα ιστορικά αφηγήματα του Ιωαννίδη στο Ρομάντσο, εικονογραφήθηκε με τα χαρακτηριστικά σκίτσα του Βύρωνα Απτόσογλου (γνωστού ως Byron), ο οποίος έδινε οπτική μορφή στις περιγραφές της λόγιας που «πέταξε τη λύρα για να πιάσει το σπαθί».
Μέσα από αυτή τη λαϊκή εβδομαδιαία έκδοση, η φιγούρα της Αριστέας Καλλέργη ξέφυγε από τα στενά όρια των ακαδημαϊκών ιστορικών αρχείων και έγινε ευρύτερα γνωστή στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Η αναφορά για την Αριστέα Καλλέργη βρίσκεται στο Αρχείο του Ερρίκου Θ. Μοάτσου στην Κλειστή Συλλογή της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κρήτης
Ο Ερρίκος Μοάτσος, ως διακεκριμένος δικηγόρος και ιστοριοδίφης, συγκέντρωσε και μελέτησε τα γενεαλογικά δέντρα και τα οικόσημα των μεγάλων κρητικών οικογενειών της Ενετοκρατίας.
Στο αρχείο του περιλαμβάνεται εκτενής ιστορική ανάλυση για την οικογένεια των Καλλεργών (που συνδέεται με τη βυζαντινή ρίζα των Φωκάδων). Μέσα από αυτές τις γενεαλογικές και ιστορικές σημειώσεις διασώζεται η παράδοση και η αναφορά για τη δράση της Αριστέας Καλλέργη στην Κωνσταντινούπολη το 1453.
Σύμφωνα με παραδόσεις η Αριστέα Καλλέργη γόνος της μεγάλης οικογένειας έλαβε μια εξαιρετικά σπάνια για την εποχή της μόρφωση, καθώς μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ειδικά για να εμβαθύνει στα κλασικά γράμματα (φιλολογία) και τις τέχνες (μουσική).
Η αναφορά των πηγών στη «λύρα» της (την οποία πέταξε μαζί με τα βιβλία της) μαρτυρά την πρακτική της ενασχόληση με τη μουσική παιδεία της εποχής.
Αν και οι σπουδές της γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη, η πορεία της διακόπηκε βίαια όταν η πόλη βρέθηκε υπό πολιορκία.
Αντί να συνεχίσει την ακαδημαϊκή της πορεία, η Καλλέργη επέλεξε να στρέψει τη δράση της προς την ενίσχυση των συμπατριωτών της, συνδέοντας τη λόγια παιδεία της με την ένοπλη ή ηθική αντίσταση.
Η γυναίκα που άφησε μήνυμα στους αιώνες μέσα από τους θρύλους πως «όποιος πεθαίνει πολεμώντας ποτέ δεν πεθαίνει» απασχόλησε και τον έγκριτο ιστορικό μας ερευνητή Γιώργο Ι. Παναγιωτάκη, που αφιερώνει στο βιβλίο του «Η γυναίκα της Κρήτης στο χθες και το σήμερα», ένα συγκεκριμένο απόσπασμα στην Αριστέα Καλλέργη, εξαίροντας την απόφασή της να προτάξει το εθνικό καθήκον απέναντι στην προσωπική της εξέλιξη.
Αυτά που γράφει ο Παναγιωτάκης για εκείνη συνοψίζονται στα εξής σημεία: Ο συγγραφέας τονίζει ότι η Αριστέα ανήκε σε μια προνομιούχα κατηγορία γυναικών της εποχής της, καθώς είχε καταφέρει να ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει φιλολογία και μουσική.
Όταν η Πόλη βρέθηκε σε κατάσταση πολιορκίας και κινδύνου, ο Παναγιωτάκης χρησιμοποιεί μια πολύ δυνατή λογοτεχνική και ιστορική εικόνα, γράφοντας ότι η Αριστέα «πέταξε τα βιβλία και τη λύρα». Η κίνηση αυτή συμβολίζει την άμεση διακοπή της πνευματικής και καλλιτεχνικής της πορείας χάριν του αγώνα.
Δεν περιορίστηκε στο να σταματήσει τις σπουδές της, αλλά λειτούργησε ως φωνή εμψύχωσης για τους συμπατριώτες της.
Ο Παναγιωτάκης της αποδίδει τη μνημειώδη φράση με την οποία ξεσήκωνε τους αγωνιστές: «Όποιος πεθαίνει πολεμώντας, ποτέ δεν πεθαίνει». Μέσα από τα γραφόμενά του, ο Παναγιωτάκης αναδεικνύει την Αριστέα Καλλέργη ως το τέλειο παράδειγμα της λόγιας γυναίκας που δεν έμεινε κλεισμένη σε έναν ακαδημαϊκό κόσμο, αλλά χρησιμοποίησε την πνευματική της συγκρότηση για να προσφέρει ιδεολογικό και ηθικό βάρος στην αντίσταση κατά του εχθρού.
Σύμφωνα με όσα διασώζει η παράδοση αφού τεκμηριωμένη έρευνα δεν φαίνεται να υπάρχει όταν ο Μωάμεθ ζήτησε να βρεθεί μπροστά στους Κρήτες τελευταίους υπερασπιστές του Βυζαντίου, τον ξάφνιασε η παρουσία μιας γυναίκας ανάμεσά τους. Ήταν η Αριστέα που εκτός από πνεύμα διέθετε και μια εξαιρετικά γοητευτική παρουσία.
Μάταια όμως ο Πορθητής της έταξε τα πάντα για να την κάνει γυναίκα του. Εκείνη ζήτησε να ακολουθήσει τους συντρόφους της επιστρέφοντας στο νησί, πράγμα που έγινε, καθώς ο Πορθητής τους επέτρεψε να φύγουν με τα όπλα τους και με τιμές πρωτοφανείς για ηττημένους.
Η ιστορία αυτή μου ενέπνευσε το θεατρικό μου «Ώρα λευτεριάς» που αναφέρεται ιδιαίτερα στην Αριστέα Καλλέργη ελέω μυθοπλασίας φυσικά.
Και άλλοι θρύλοι
Έχουν φθάσει στα χρόνια μας όμως και άλλοι θρύλοι από την αποφράδα μέρα.
Τελικά έπεσε η Πόλη ή παραδόθηκε;
Πατριαρχικές και Τουρκικές πηγές μιλούν για συμφωνία με τους Τούρκους, αφού οι πολιορκημένοι δεν άντεχαν άλλο. Ο Δούκας περιγράφει την επίσημη διαπραγμάτευση, αλλά δε μιλάει για συμφωνία του αυτοκράτορα. «Βλέποντας όμως (ο αυτοκράτορας) τώρα τόσο πολυάριθμο στρατό, τόσο βαριά εξοπλισμένο στόλο και εκείνα τα ισοπεδωμένα τείχη, έπεσε σε απόγνωση και απελπισία. Έστειλε λοιπόν πρέσβεις στον τύραννο και τον ικέτευε, λέγοντάς του πως θα καταβάλει ετήσιο φόρο, ακόμη και πέρα από τις δυνατότητές του». Η απάντηση του Μωάμεθ ήταν ότι «θα τελειώσουμε ότι αρχίσαμε κι αν θέλεις μπορείς να φύγεις, μαζί με τους άρχοντές σου και τα υπάρχοντά τους, αφήνοντας τον πληθυσμό πίσω σου σώο και αβλαβή». Η τελική απάντηση του Κωνσταντίνου σύμφωνα με τον Δούκα ήταν: «Δεν έχω το δικαίωμα ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος από τους κατοίκους της να σου παραδώσουμε αυτή την πόλη. Όλοι με μια ψυχή διαλέγουμε όχι να λυπηθούμε τη ζωή μας αλλά να πεθάνουμε με απόφαση ομόθυμη προασπίζοντάς την». Το αν υπήρξε κάποιου είδους άλλη «παράδοση» δεν το γράφει, αλλά το υπονοεί … καθαρά.
Ξέχασαν ανοικτή την κερκόπορτα;
Ο Δούκας είναι ο μόνος ιστορικός που χρησιμοποιεί το όνομα «κερκόπορτα» και γράφει ότι «ξεχάστηκε ανοιχτή». «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν» λέει η Ελένη Αρβελέρ, τι αναρωτιόμαστε αν η Κερκόπορτα βρέθηκε ανοικτή.
Διαβάζουμε στην ιστοσελίδα «Κατιούσα»: «Ο χρονογράφος Δούκας, λέει πως όταν καιγόταν ο τόπος από τις κανονιές, οι ανθενωτικοί έμειναν στα σπίτια τους και έβαλαν τα συμφωνημένα σημάδια (;) στις πόρτες και έπεσαν να κοιμηθούν ήσυχοι (συμφωνημένα με ποιόν;). Όταν όμως το πρωί στις 29 του Μάη διαδόθηκε πως ο Παλαιολόγος αρνήθηκε να δεχτεί τους νέους επαχθείς όρους του Μωάμεθ, αυτοί (οι ανθενωτικοί) πήγαν και άνοιξαν την Κερκόπορτα, για να μπουν οι Τούρκοι. Το πρωί στις 29 του Μάη, βρέθηκε πράγματι ανοιχτή. Μπήκαν στην αρχή καμιά πενηνταριά Τούρκοι κι ύστερα και άλλοι κι άρχισαν να χτυπούν τους υπερασπιστές από μέσα κι αυτοί αναγκάζονταν ολοένα να υποχωρούν. Η τελευταία πράξη του δράματος κατά τον Δούκα είναι ότι ο Μωάμεθ, τελικά «όλους τους Βυζαντινούς αξιωματούχους και μεγιστάνες που είχε εξαγοράσει, τους παρέδωσε στον δήμιο και τους καρατόμησε». Μαζί και τον Νοταρά.
Πάντως «Το περίεργο θα ήταν να μην έπεφτε η πόλη», λέει κι η Ελένη Αρβελέρ, αφού η κατάσταση της αυτοκρατορίας και οι δυνατότητές της απέναντι σ’ ένα τόσο μεγάλο, οργανωμένο στρατό κι ένα τόσο χαρισματικό στρατηγό, σαν τον Μωάμεθ, δεν άφηναν πολλά περιθώρια για ελπίδες.
Στην ίδια ιστοσελίδα υπάρχει και το ερώτημα: «Αφού οι Τούρκοι υποτίθεται ότι ήταν λαύροι κατά της εκκλησίας και του κλήρου, έσφαζαν παπάδες, έκαιγαν εκκλησίες (όπως λένε τα εθνικιστικά αφηγήματα). Αφού λεηλάτησαν την πόλη (γεγονός) και τους πήραν σκλάβους όσους δεν έσφαξαν. Πώς και άφησαν απείραχτο το πατριαρχείο να υπάρχει; Πως και γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε; Πως και ο Σουλτάνος σαν ένα από τα πρώτα μελήματά του είχε να ορίσει νέο Πατριάρχη τον Γεννάδιο; Άβυσσος η ψυχή του Μωάμεθ… του πορθητή…».
Επιλέξανε να έχουμε και σύγχρονες απόψεις για το μεγάλο γεγονός επειδή δίνουν αφορμή για περαιτέρω έρευνα και προβληματισμό Γιατί όχι;









