Ο ρόλος του Πολυτεχνείου Κρήτης μέσα από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SPINDEC για τη βιομηχανική απανθρακοποίηση
Ένας από τους πιο κρίσιμους και καθοριστικούς παράγοντες για την αποτελεσματική διαχείριση της κλιματικής κρίσης σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο είναι η απανθρακοποίηση των βασικών πυλώνων της βιομηχανίας. Η μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος σε κλάδους με τις υψηλότερες εκπομπές επιβλαβών αερίων και διοξειδίου του άνθρακα, παρότι σύνθετη τεχνικά και οικονομικά, κρίνεται αναγκαία, σε μία εποχή που οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής εντείνονται και γίνονται αισθητές ολοένα και συχνότερα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως ενδιάμεσο στόχο τη μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030, ενώ ο τελικός στόχος είναι η επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Από το 2026 μάλιστα έχει προστεθεί και ο ενδιάμεσος στόχος του 2040, με μείωση των καθαρών εκπομπών κατά 90% σε σχέση με το 1990. Σε μία προσπάθεια να συντονίσει τις ευρωπαϊκές χώρες και τις εθνικές στρατηγικές απανθρακοποίησης για την στήριξη της έρευνας και της στρατηγικής σε πολιτικό επίπεδο διεθνώς, το Πολυτεχνείο Κρήτης συμμετέχει στο ευρωπαϊκό έργο SPINDEC. Το έργο που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2026 και θα ολοκληρωθεί τον Σεπτέμβριο του 2027, έχει ως βασικό στόχο να ενισχύσει τον συντονισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών για την απανθρακοποίηση της ενεργοβόρου βιομηχανίας και να επιταχύνει την εφαρμογή των σχετικών στρατηγικών. Στην πρώτη του φάση καταγράφονται και συγκρίνονται οι εθνικές και περιφερειακές δράσεις και τα σχέδια απανθρακοποίησης, με έμφαση στις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τα διαθέσιμα εργαλεία κάθε χώρας. Παράλληλα, εξετάζονται ζητήματα όπως η ενεργειακή αποδοτικότητα, η χρηματοδότηση επενδύσεων, οι νέες τεχνολογίες, το υδρογόνο, οι υποδομές και η ενεργειακή ασφάλεια.
Μέχρι στιγμής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η ΕΕ έχει μειώσει τις καθαρές εκπομπές της κατά περισσότερο από 37% από το 1990 και ότι το 2024 καταγράφηκε νέα μείωση 2,5% σε σχέση με το 2023. Παράλληλα, όμως, για να επιτευχθεί ο στόχος του 2030 απαιτείται από εδώ και πέρα μέση ετήσια μείωση περίπου 140 εκατομμυρίων τόνων ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα. Στην Ελλάδα, η κατεύθυνση είναι αντίστοιχη, καθώς ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος προβλέπει μείωση των καθαρών ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 και κατά 80% έως το 2040 με τελικό στόχο την κλιματική ουδετερότητα το 2050. Η απόσταση, ωστόσο, ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή παραμένει το βασικό ερώτημα και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στη βιομηχανία. Σύμφωνα με στοιχεία της έκθεσης για την απανθρακοποίηση της ελληνικής βιομηχανίας την περίοδο 2013-2023, το ανθρακικό αποτύπωμα των δύο πιο ρυπογόνων κλάδων, της τσιμεντοβιομηχανίας και των διυλιστηρίων, παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα. Την ίδια στιγμή, οι βιομηχανίες έχουν ήδη αρχίσει να σχεδιάζουν επενδύσεις που αναμένεται να περιορίσουν σημαντικά τις εκπομπές τους έως το 2030 και μεγάλο μέρος της προβλεπόμενης μείωσης συνδέεται με τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα, με τα σημαντικότερα έργα να αναμένεται να λειτουργήσουν από το 2028 και μετά.
Αυτή την περίοδο στο ευρωπαϊκό έργο SPIDEC βρίσκεται σε εξέλιξη η συλλογή στοιχείων από υπουργεία και οργανισμούς μέσω ερωτηματολογίων, ενώ επόμενο σημαντικό βήμα είναι η συνάντηση των εταίρων τον Οκτώβριο, όπου θα συγκριθούν οι απαντήσεις των χωρών και θα αναζητηθούν κοινές πρακτικές, δυνατότητες συνεργασίας και κατευθύνσεις για τα επόμενα στρατηγικά σχέδια. Η Κρήτη δεν διαθέτει τη βιομηχανική συγκέντρωση άλλων περιοχών της χώρας, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι η απανθρακοποίηση δεν την αφορά. Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», η υπεύθυνη του έργου και καθηγήτρια του Πολυτεχνείου Κρήτης, Διονυσία Κολοκοτσά, στην Κρήτη, ειδικά στον κατασκευαστικό κλάδο γίνονται προσπάθειες για τη μείωση των εκπομπών από υλικά και πρακτικές, όπως το τσιμέντο και οι πλάκες. Η απανθρακοποίηση συνδέεται εξάλλου και με ζητήματα που είναι ιδιαίτερα κρίσιμα για την Κρήτη, όπως η ενεργειακή μετάβαση, η αποθήκευση ενέργειας και η διαχείριση αποβλήτων. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων η κ. Κολοκοτσά: «Επίσης είναι πολύ σημαντική η διαχείριση των αποβλήτων των βιομηχανιών και το να κοιτάξουμε θέματα κυκλικής οικονομίας. Σε αυτό θεωρώ ότι θα πρέπει να μπούμε μπροστά σαν χώρα. Υπάρχουν προβλήματα γιατί είναι πάρα πολλά τα απόβλητα πλέον και αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι ένας επαναπροσδιορισμός της χρήσης, να μπορεί να εξαχθεί το χρήσιμο προϊόν από αυτό το απόβλητο και αυτό να μην έχει προβλήματα για την υγεία, γιατί θα επαναχρησιμοποιηθεί κάπου. Όλα αυτά είναι τα ζητήματα που εμποδίζουν την περαιτέρω επανάχρηση των υλικών που είναι στη μορφή αποβλήτου αλλά υπάρχει αυτή τη στιγμή καινοτομία και μεγάλη προσπάθεια ερευνητικά γι’ αυτό το θέμα και θεωρώ ότι στα επόμενα χρόνια θα γίνουν πολλά πράγματα σ’ αυτό, γιατί δεν έχουμε κι άλλο περιθώριο».











