• Η έλλειψη εξοικείωσης των νέων τεχνικών αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για τους αγρότες που εμμένουν σε παραδοσιακές τεχνικές
Ο δάκος της ελιάς και η ευδεμίδα του αμπελιού απειλούν διαχρονικά τις βασικές καλλιέργειες της Κρήτης, προκαλώντας απώλειες στην παραγωγή και επηρεάζοντας την ποιότητα του ελαιολάδου και του κρασιού, αντίστοιχα.
Στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τις καλλιέργειές τους, οι αγρότες καταφεύγουν στη χρήση φυτοπροστατευτικών σκευασμάτων, όμως η εφαρμογή τους δεν είναι πάντα ορθή, με συνέπειες τόσο για το περιβάλλον, όσο και για την αποτελεσματικότητα των καλλιεργειών.
Την ίδια στιγμή η επιστημονική κοινότητα ερευνά νέες μεθόδους και καινοτόμα σκευάσματα για την αγροτική παραγωγή προκειμένου να περιοριστούν οι αρνητικές επιπτώσεις στον άνθρωπο, αλλά και στο περιβάλλον.
Η έρευνα εξελίσσεται, αλλά η πλειοψηφία των αγροτών δυσκολεύεται να ακολουθήσει τη μετάβαση στις σύγχρονες πρακτικές, με τις παραδοσιακές μεθόδους να εξακολουθούν να κυριαρχούν.
Στον τομέα της βιολογικής γεωργίας η χρήση φυσικών σκευασμάτων έχει κερδίσει έδαφος τα τελευταία χρόνια, τα οποία καταπολεμούν αποτελεσματικά τα έντομα χωρίς να επιβαρύνουν το αγρόκτημα, όπως περιέγραψε ο αναπληρωτής καθηγητής αγροικολογίας του ΕΛΜΕΠΑ Μανώλης Καμπουράκης μιλώντας με τα «Ρ.Ν.»: «Πλέον υπάρχουν πολλά σκευάσματα φυσικής προέλευσης, εγκεκριμένα για βιολογική χρήση, που μπορούν να βοηθήσουν τους παραγωγούς. Ωστόσο, χρειάζεται μέτρο, γιατί ακόμα και τα βιολογικά σκευάσματα έχουν παράπλευρες συνέπειες στο αγροσύστημα όταν χρησιμοποιούνται υπερβολικά, κάτι το οποίο δεν λαμβάνουν συχνά υπόψη οι παραγωγοί».
Από την άλλη, στη συμβατική γεωργία η χρήση συνθετικών χημικών φυτοπροστατευτικών προϊόντων εξακολουθεί να είναι ευρέως διαδεδομένη και να αποτελεί την κύρια επιλογή των αγροτών, καθώς τα θεωρούν πιο προσιτά οικονομικά και συχνά πιο αποτελεσματικά, καθώς επίσης δεν γνωρίζουν τις σύγχρονες μεθόδους φυτοπροστασίας.
Θετική εξέλιξη είναι, όπως επεσήμανε ο κ. Καμπουράκης, ότι πλέον υπάρχει συνταγογράφηση ειδικά για τα φυτοπροστατευτικά σκευάσματα, κάτι το οποίο περιορίζει την ανεξέλεγκτη αγορά και χρήση τους, ενώ, παράλληλα, τόνισε ότι τα εγκεκριμένα σκευάσματα για τη συμβατική παραγωγή συνεχώς μειώνονται για λόγους επικινδυνότητας για την ανθρώπινη υγεία, επιβάρυνσης του περιβάλλοντος και υποβάθμισης της ποιότητας του προϊόντος.
«Εκτιμάται ότι το 2030 θα υπάρχουν 30 εγκεκριμένα συνθετικά χημικά σκευάσματα για την αντιμετώπιση των επιβλαβών εντόμων. Οπότε και η βιομηχανία συνέχεια αναπτύσσει εναλλακτικές μεθόδους και εναλλακτικά σκευάσματα λιγότερο επικίνδυνα και για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον», τόνισε ο καθηγητής.
Καινοτόμες μέθοδοι για τη βελτίωση της παραγωγής
Νέες μεθόδους φυτοπροστασίας ερευνά διαρκών η επιστημονική κοινότητα, οι οποίες θα είναι πιο αποτελεσματικές και περιβαλλοντικά βιώσιμες. Συγκεκριμένα στην Κρήτη, το τμήμα Γεωπονίας του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου (ΕΛΜΕΠΑ), ο ΕΛΓΟ Δήμητρα στα Χανιά και το Ηράκλειο, καθώς και το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) αναπτύσσουν στρατηγικές αντιμετώπισης και καινοτόμες πρακτικές για τον δάκο και άλλων επιβλαβών οργανισμών των δέντρων και των φυτών.
Ένα από τα εργαλεία που ερευνώνται -προς το παρόν σε θεωρητική βάση- είναι η «γεωργία ακριβείας», ένα ψηφιακό σύστημα διαχείρισης των καλλιεργειών για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης της παραγωγής, την εξοικονόμηση πόρων και τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μια τεχνολογία που θα αναγνωρίζει τις ανάγκες κάθε αγροκτήματος και θα ελέγχει στοχευμένα τις εισροές λιπάσματος και φυτοφαρμάκων. Παρότι οι τεχνολογίες αυτές βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, εκτιμάται ότι στο μέλλον θα ενσωματωθούν στις αγροτικές πρακτικές, επεσήμανε ο κ. Καμπουράκης.
Σημαντικό κομμάτι, όπως τόνισε ο καθηγητής, είναι και ο τρόπος εφαρμογής των φαρμάκων και των λιπασμάτων, πέραν από τη ποσότητα και την ποιότητά τους, ενώ παράλληλα επεσήμανε ότι υπάρχουν νέες τεχνολογίες, όπως προγνωστικά μοντέρα πρόβλεψης των ασθενειών και των εχθρών, που στην Κρήτη δεν έχουν μεγάλη «δημοτικότητα».
Επιπτώσεις κλιματικής αλλαγής και αντιμετώπιση
Έναν, επιπλέον, παράγοντα αβεβαιότητας για τους αγρότες προσθέτει η κλιματική αλλαγή με τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τις υψηλές θερμοκρασίες, τις μειωμένες -ακόμα και τις απρόβλεπτες- βροχοπτώσεις που επηρεάζουν αρνητικά τις καλλιέργειες.
Η προσαρμογή των αγροτών στις νέες συνθήκες είναι πιο επιτακτική από ποτέ, υπογραμμίζει ο κ. Καμπουράκης: «Υπάρχουν διάφορα μοντέλα, σενάρια και προβλέψεις, όμως δυστυχώς βλέπουμε στην πράξη τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παρόλα αυτά υπάρχουν καλλιεργικές πρακτικές που η εφαρμογή τους έχει γίνει επιτακτική. Υπάρχουν καλλιεργικές τεχνικές και διάφορες εισροές, είτε λιπάσματα, είτε φυτοπροστατευτικά προϊόντα που μπορούν να βοηθήσουν την παραγωγή και να προσαρμοστεί καλύτερα η καλλιέργεια. Η αλλαγή του κλίματος έχει επιπτώσεις και στα ίδια τα φυτά και συνδέεται και με τους εχθρούς και τις ασθένειες που προσβάλουν το δέντρο ή το φυτό».
Κρίσιμη η σωστή χρήση των φυτοπροστατευτικών σκευασμάτων
Τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα σχεδιάζονται ώστε να προστατεύουν τις καλλιέργειες από επιβλαβείς οργανισμούς, όμως η λανθασμένη ή υπερβολική χρήση τους μπορεί να οδηγήσει σε υπολείμματα χημικών στα προϊόντα, επηρεάζοντας την ποιότητά τους, επεσήμανε ο κ. Καμπουράκης.
«Τα φυτοπροστατευτικά σκευάσματα έχουν σχεδιαστεί για να επηρεάζουν θετικά τα προϊόντα και να αποφεύγεται η υποβάθμιση του προϊόντος, είτε από εντομολογικούς εχθρούς, είτε από ασθένειες. Από την άλλη όμως όταν γίνεται κατάχρηση ή κακή χρήση, δηλαδή δεν εφαρμόζονται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή, ενδέχεται να υπάρξουν αντίθετα αποτελέσματα», σημείωσε ο κ. Καμπουράκης, ενώ συμπλήρωσε: «Ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν έχει έγκριση για ορισμένες καλλιέργειες και πρέπει να εφαρμοστεί μια χρονική περίοδο πριν τη συγκομιδή. Όταν αυτό δεν ισχύει εννοείται ότι έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα με την έννοια ότι βρίσκονται υπολείμματα φυτοπροστατευτικών ουσιών. Βέβαια στην Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον είναι αυστηρό το πλαίσιο και λόγω της συνταγογράφησης υπάρχει μια σημαντική βελτίωση, αλλά αυτό πάντοτε επαφίεται σε αυτόν που κάνει τη χρήση, δηλαδή εάν το χρησιμοποιεί σωστά, το εφαρμόζει σωστά και σύμφωνα με τον κατασκευαστή ή απλά προσπαθεί να πάρει το προϊόν του και δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο, ούτε το περιβάλλον, ούτε η ποιότητα του προϊόντος όσον αφορά στα υπολείμματα».
«Η πλειοψηφία των αγροτών δεν εφαρμόζει σύγχρονες μεθόδους»
Παρόλο που οι νέες τεχνολογίες και οι καινοτόμες πρακτικές είναι διαθέσιμες, ο περισσότεροι αγρότες δεν τις υιοθετούν, επεσήμανε ο κ. Καμπουράκης, κάτι το οποίο αποδίδεται και στην ηλικία των ανθρώπων που ασχολούνται κατά πλειοψηφία με τη γεωργία, γεγονός που δυσκολεύει την εξοικείωσή τους με τις σύγχρονες τεχνικές: «Αρκετοί αγρότες είναι άνω των 55 ετών, οπότε είναι λίγο πριν τη σύνταξη. Βέβαια υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις που εφαρμόζουν ό,τι πιο σύγχρονο και το εφαρμόζουν σωστά. Η πλειοψηφία όμως δυστυχώς δεν δείχνει ενδιαφέρον. Υπάρχουν όμως και αγρότες που είναι μεσήλικες και μπορούν να εξοικειωθούν ευκολότερα με τις νέες τεχνολογίες και ψάχνουν περισσότερο για σκευάσματα και τον τρόπο καλλιέργειας, απλώς δυστυχώς το αγροτικό επάγγελμα δεν είναι πλέον τόσο ελκυστικό και δεν ασχολείται πλέον τόσο πολύς κόσμος όσο παλιότερα. Υπάρχουν όμως και οι ετεροαπασχολούμενοι, που έχουν άλλα επαγγέλματα. Αυτοί πραγματικά παράγουν και συνήθως επενδύουν και χρήματα και ψάχνονται περισσότερο, αυτοί κάνουν συχνά και αποτελεσματική δουλειά, ενώ δεν στηρίζονται από την πολιτεία. Η πολιτεία κυρίως δίνει έμφαση και στηρίζει οικονομικά τους νέους αγρότες και τους κατ’ επάγγελμα αγρότες».