Σε 415 αναφέρονται τα ετοιμόρροπα κτίρια που έχουν καταγράφει στην Π.Ε Ρεθύμνου την τελευταία δεκαπενταετία
Συνολικά 415 ετοιμόρροπα κτίρια έχουν καταγραφεί από το 2010 έως σήμερα στη Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου. Από αυτά τα 350 αφορούν στον δήμο Ρεθύμνου και τα υπόλοιπα 65 τους άλλους τέσσερις δήμους του νομού.
Την τελευταία πενταετία έχουμε 180 υποθέσεις ετοιμόρροπων κτιρίων στην Π.Ε Ρεθύμνης. Από αυτά τα 160 βρίσκονται στον δήμο Ρεθύμνης, (ένα ποσοστό περίπου 88%). Το 35% περίπου είναι στην Παλιά Πόλη, το 31% στους οικισμούς και το 34% στη νέα πόλη και πέριξ αυτής.
Τα παραπάνω στοιχεία παρέθεσε χθες η συνεδρίαση λογοδοσίας της Δημοτικής Αρχής όπου τέθηκε το θέμα από τη δημοτική σύμβουλο της παράταξης της αντιπολίτευσης, Μερσίνη Καρνή, στον αρμόδιο στα θέματα ετοιμορροπίας και κατεδαφιστέων κτιρίων Βαγγέλη Δρανδάκη.
Ειδικότερα η κ. Καρνή απηύθυνε ερωτήματα στη Δημοτική Αρχή σχετικά με τα κονδύλια που είχαν δεσμευτεί στους προϋπολογισμούς του δήμου, των ετών 2022, 2023, 2024 και 2025, καθώς και πώς αυτά αξιοποιήθηκαν, καθώς και αν τηρείται ένας επικαιροποιημένος κατάλογος ετοιμόρροπων κτιρίων στον δήμο Ρεθύμνου. «Στον δήμο Ρεθύμνου και συγκεκριμένα στην παλιά πόλη του ήδη από το 2021 είχαν καταγραφεί 100 ετοιμόρροπα κτίρια, που στην πρόσφατη επίσκεψη της υπουργού κ. Μενδώνη, από το στόμα του Δημάρχου ακούσαμε ότι έγιναν 110. Δεν γνωρίζουμε αν αντίστοιχη καταγραφή υπάρχει και πέραν της παλιάς πόλης και στους οικισμούς. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχει μία λίστα, που έχει διαμορφωθεί από την υπηρεσία δόμησης το 2021, όταν ζητήθηκε ενημέρωση από το υπουργείο Περιβάλλοντος», ανέφερε μεταξύ άλλων.
«Τα καταγεγραμμένα κτίρια, για τα οποία έχουν συνταχθεί εκθέσεις τα τελευταία πέντε χρόνια είναι 55, τα οποία είναι ετοιμόρροπα και σε αυτά η έλλειψη συμμόρφωσης είναι γύρω στο 20%, που πήγαν στον εισαγγελέα. Την τελευταία πενταετία έχουμε 180 υποθέσεις στην Π.Ε Ρεθύμνης, 160 στον δήμο Ρεθύμνης, ένα ποσοστό περίπου 88%. Το 35% περίπου είναι στην Παλιά Πόλη, το 31% στους οικισμούς και το 34% στη νέα πόλη και πέριξ αυτής. Για αυτήν την πενταετία για τα επικινδύνως ετοιμόρροπα έχουν καταγραφεί 11 από την τριμελή επιτροπή από υπαλλήλους της πολεοδομίας, τα οποία έχουν κατεδαφιστεί στην πλειονότητά τους, πλην ενός το οποίο είναι υπό έλεγχο. Αυτό το κτίριο είναι σε έναν οικισμό κοντά στο Ρέθυμνο, ενώ υπάρχουν και άλλα δύο που δεν έχουν συμμορφωθεί οι ιδιοκτήτες», ανέφερε ο κ. Δρανδάκης. Παράλληλα, όπως επεσήμανε, η επταμελής επιτροπή της ΕΠΕΤ (Ειδική Επιτροπή Επικινδύνως Ετοιμόρροπων,) που εξετάζει κυρίως κτίσματα άνω των 100 ετών είναι μία καινούργια επιτροπή που ξεκίνησε το 2022 και έχει καταγράψει ακόμα 11 πρόσθετες περιπτώσεις στην Π.Ε. Ρεθύμνης. «Τα επτά είναι στον δήμο Ρεθύμνης εκ των οποίων τα έξι είναι επικινδύνως ετοιμόρροπα. Τα περισσότερα δεν είναι μέσα στην πόλη και έχουν δρομολογηθεί να κατεδαφιστούν από τους ιδιοκτήτες», συμπλήρωσε.
Ο δήμαρχος Ρεθύμνου, Γιώργος Μαρινάκης, έθεσε επίσης πέρα από το σοβαρό ζήτημα της διαχείρισης των ετοιμόρροπων κτιρίων και αυτό της προστασίας του ιστορικού κέντρου. Όπως τόνισε, «δύο άτομα στην πολεοδομία Ρεθύμνης ελέγχουν το συγκεκριμένο μεγάλο πρόβλημα ολόκληρου του νομού, παράλληλα με άλλα καθήκοντα», γεγονός που αποδεικνύει την έλλειψη προσωπικού και υποστήριξης από την πολιτεία. Επισήμανε επίσης πως «υπάρχει απουσία κυβερνητικής πολιτικής διαχρονικά για την προστασία των ιστορικών κέντρων» και ότι για 15 χρόνια κάθε υπουργός που επισκέφθηκε το Ρέθυμνο ενημερώθηκε για την ανάγκη παρέμβασης χωρίς να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ο κ. Μαρινάκης πρότεινε λύσεις, αναφέροντας πως «Το κράτος θα μπορούσε να δώσει την απάντηση με το Πράσινο Ταμείο» και πως απαιτείται «εξορθολογισμός του νόμου περί μεταφοράς συντελεστή δόμησης», ώστε οι ιδιοκτήτες να αξιοποιούν την υπεραξία των ακινήτων τους. Παράλληλα, τόνισε ότι η ευθύνη των ιδιοκτητών είναι μεγάλη σε περίπτωση ατυχήματος. «Τεράστια η αστική ή ποινική ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος, αλλά κάποιοι σφυρίζουν αδιάφορα». Καταλήγοντας, σημείωσε πως «τα κτήρια θέλουν χρήματα» και ότι χωρίς στοχευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία και νέους αναπτυξιακούς νόμους «τα ιστορικά κέντρα κινδυνεύουν να χαθούν, αφού ό,τι πέσει δεν αποκαθίσταται».
Με τη σειρά του ο Άγγελος Μαλάς, αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων σημείωσε: «Η τεχνική υπηρεσία άμεσα ενεργεί και υλοποιεί τα προσωρινά μέτρα που δεν έχει εφαρμόσει ο ιδιοκτήτης. Πολλές φορές σημαντικός παράγοντας είναι ότι ο ιδιοκτήτης είναι άγνωστος ή είναι πάρα πολλοί συνιδιοκτήτες οι οποίοι πολλές φορές έχουν εγκαταλείψει τις ιδιοκτησίες τους. Είναι δύσκολο να τους εντοπίσουμε και να τους βάλουμε σε μία διαδικασία παρεμβάσεων. Από το 2010 έχει γίνει καταγραφή από την ΥΔΟΜ που ανέρχονται σε 415. Από αυτά τα 350 βρίσκονται στον Καλλικρατικό δήμο Ρεθύμνης. Την τελευταία πενταετία από το 2021 έως και σήμερα, από το σύνολο των επικίνδυνων κτιρίων τα οποία ανέρχονται σε 160 στον δήμο Ρεθύμνης, το 35% τον ετοιμόρροπων αφορά κτίρια εντός της παλιάς πόλης, το 31% σε οικισμούς και το 34% στη νέα πόλη. Από αυτά το 40% έχει γίνει εργασία για άρση της ετοιμορροπίας από τον ιδιοκτήτη, μετά από έκθεση αυτοψίας και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του». Επιπλέον, αναλύοντας τα κονδύλια που έχει δαπανήσει ο δήμος για τη συντήρηση και την κατεδάφιση αυτών των κτιρίων, ο κ. Μαλάς ανέφερε: «Για τα κονδύλια που έχουν κατανεμηθεί, εμείς έχουμε κάνει χρήση το 2025, παραθέτω διάφορους κωδικούς: Ύψους 58.000 ευρώ για την παρέμβαση στο φουγάρο της Αγίας Φωτεινής στον Κουμπέ, 25.000 ευρώ για παρεμβάσεις στο δημοτικό σχολείο Μυριοκεφάλων, το 2023: 30.000 ευρώ για δημοτικά κτίρια και κτίρια που γίνονται χρήση από δημότες, σε οικισμούς και στον Βρύσινα το 2023: 55.000 για το Μελίνα Μερκούρη, 2005 215.000 ευρώ για πάγιο εξοπλισμό που προμηθεύτηκε ο δήμος για να κάνει χρήση σε περιπτώσεις έκτακτων παρεμβάσεων. Από το 2019-2020, ο δήμος είχε πληγεί από τις θεομηνίες, ο δήμος διέθεσε επιπλέον κονδύλια, περίπου 30 διαφορετικά έργα και εργολαβίες με 8,5 εκατομμύρια συνολικό προϋπολογισμό και διατέθηκαν μικρά ποσά για την άρση της επικινδυνότητας των κτιρίων».
Η Γεωργία Μανωλίτση, πρόεδρος της ΝΕ του ΤΕΕ Ρεθύμνου, σχολιάζοντας το γερασμένο κτιριακό απόθεμα της πόλης ανέφερε: «Το μεγάλο πρόβλημα είναι τα κτίρια τα οποία δεν φτάνουν στην καταγγελία, υπάρχουν μέσα στην πόλη μας, είναι τα κτίρια που έπεσαν τα μπαλκόνια και στα οποία κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει το πρόβλημα το οποίο υπήρχε, κτίρια εγκαταλελειμμένα, στα οποία ζούσαν άνθρωποι. Θα πρέπει η ίδια η πολιτεία να δώσει το έναυσμα και να βρει το χρηματοδοτικό σχήμα».
Επιπλέον, ο Κώστας Ηλιάκης έχοντας πραγματοποιήσει μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στον τοπικό τύπο, στην οποία κατέγραψε 100 κτήρια μέσα στον ιστό του ιστορικού κέντρου που είναι σε κακή κατάσταση, ανέφερε: «Από αυτά το 50% τουλάχιστον έχουν επισκευαστεί. Το θέμα είναι ότι με μία καινούργια καταγραφή που έχω κάνει, έχω εντοπίσει περίπου 60 κτίρια, τα οποία έχουν στοιχεία φθοράς και είναι πραγματικά επικίνδυνα. Αυτά έχουν σχέση με σαθρά μπαλκόνια, με μαρκίζες, με ετοιμόρροπα επιχρίσματα, κεραμίδια, τζαμαρίες. Αυτά δεν έχουν καταγραφεί ή δεν έχουν γίνει καταγγελίες ώστε να φτάσουν στην υπηρεσία», συμπληρώνοντας επίσης ότι «έχουμε υποχρέωση και πρέπει να βρούμε τον τρόπο να γίνεται μία προστασία προς το κοινό, ιδιαίτερα όταν είναι σε προσόψεις, ή όταν είναι επικινδύνως ετοιμόρροπα», δεσμευόμενος παράλληλα να παρέχει στοιχεία και φωτογραφικό υλικό στην υπηρεσία.
Η Ρένα Κουτσαλεδάκη ανέφερε: «Είναι επιβεβλημένη η ανάγκη να μπορέσει να γίνει τόσο η σεισμική θωράκιση μέσω επικαιροποίησης της μελέτης, αλλά παράλληλα και η καταγραφή, ώστε τα άκρως απαραίτητα και επικίνδυνα να αφαιρεθούν, με συνεννόηση ενδεχομένως από τις αρχές που συμμετέχουν στην επιτροπή της ΕΠΕΤ, από την αρχαιολογία και την ΥΔΟΜ, να μπορεί να γίνει ένα κλιμάκιο, για να αφαιρεθούν τα απαραίτητα. Η πίεση για τα προγράμματα είναι απαραίτητη. Θα πρέπει να πιέσουμε ώστε να υπάρξει μέριμνα για προγράμματα επισκευής και αναστήλωσης συγκεκριμένων κατοικιών, ώστε να πάψουν να είναι επικίνδυνες».
Ο Μανούσος Μανουσογιάννης έθεσε δύο ζητήματα, το άμεσο ζήτημα προστασίας της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής και την αντισεισμική θωράκιση κτιρίων: «Έχει κόστος αυτή η διαδικασία, ωστόσο όταν μας πέφτει ο κλήρος δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, γιατί αφορά τη ζωή ανθρώπων. Άλλοτε καθαιρώντας και άλλοτε βάζοντας προστατευτικά καλύμματα μπορούμε να προστατεύσουμε την ανθρώπινη ζωή. Δεν μπορεί να τα λύσει ο δήμος (αυτά τα προβλήματα), αλλά μπορεί να τα διεκδικήσει», ανέφερε.
Ο Νίκος Δερεδάκης συμπλήρωσε: «Υπάρχουν κτήρια Βενετσιάνικα αρχοντικά στην παλιά πόλη μετά το 1571, τα πιο παλιά της παλιάς μας πόλης, που κρέμονται και είναι έτοιμα να πέσουν και δεν περιποιεί τουλάχιστον η αισθητική και ιστορική τιμή για εμάς», ενώ ανέφερε συγκεκριμένα κτίρια και σαχνισιά, δημοφιλή και με τουριστικό ενδιαφέρον που βρίσκονται σε κακή κατάσταση.









