Η διαφύλαξη των τοπικών πόρων και υποδομών είναι βασική προϋπόθεση της τουριστικής ανάπτυξης
Το ιδιαίτερα ανεπτυγμένο τουριστικό μοντέλο του Ρεθύμνου και της Κρήτης αποτελεί σήμερα μία οικονομική, επιχειρηματική και κοινωνική πραγματικότητα, που επηρεάζει και καθορίζει την καθημερινότητα των ντόπιων, μετασχηματίζοντας την ταυτότητα, τις ανάγκες, τις προοπτικές και την εικόνα του ίδιου του τόπου. Ο τουρισμός της Κρήτης παρότι αυξάνεται σε ποσοτικά μεγέθη, διευρύνεται επενδυτικά και εκσυγχρονίζεται με βάση τα ταξιδιωτικά, διεθνή πρότυπα, στερείται κυρίως ανταποδοτικότητας στην τοπική κοινωνία, διαφάνειας στη διαχείριση των πόρων, ενώ ταυτόχρονα ασκεί υπέρμετρες πιέσεις στις υποδομές, επιβαρύνοντας ουσιαστικά την ποιότητα στις ζωές των κατοίκων. Εκτός από τα ποσοτικά στοιχεία που αφορούν τις αφίξεις, τις διανυκτερεύσεις και τις δαπάνες των επισκεπτών, που λογίζονται ως αποκλειστικά κριτήρια μέτρησης του βαθμού επιτυχίας μιας τουριστικής περιόδου, το έλλειμμα είναι ποιοτικό και οι ανησυχίες εκφράζονται από ανθρώπους, όχι πολέμιους της τουριστικής οικονομίας, ούτε μη επωφελούμενους από τις αναπτυξιακές της προοπτικές, αλλά από αυτούς που στην πορεία δεκαετιών διακρίνουν ξεκάθαρα τις συνέπειες αλλοίωσης στην γειτονιά τους, την παραλία τους, στο αστικό τοπίο και στην αγορά της πόλης τους. Το ζήτημα που αναδύεται δεν έχει να κάνει με την προσέγγιση του τουρισμού ως οικονομική δραστηριότητα, αλλά με το κατά πόσο η ανάπτυξή του υπερβαίνει τα όρια που μπορούν να αντέξουν οι φυσικοί πόροι, οι υποδομές και οι τοπικές κοινωνίες. Πρόκειται για μία αναπόφευκτη αντίδραση απέναντι σε μία νοοτροπία και ένα αναπτυξιακό μοντέλο με επίκεντρο την κατανάλωση και την αξιολόγηση ανθρώπων, υπηρεσιών και των ίδιων των όρων ζωής με μία λογική κόστους – οφέλους. Είναι το αποτέλεσμα της χρόνιας αδυναμίας του τουρισμού να μεταφράσει την εξέλιξή του σε εισοδηματική ενίσχυση, καλύτερες συνθήκες εργασίας, ευκολότερα προσβάσιμα αγαθά και υπηρεσίες και εν τέλει ουσιαστική βελτίωση της ζωής των κατοίκων του. Φυσική λοιπόν συνέπεια αυτής της αλόγιστης και μη συμπεριληπτικής ανάπτυξης είναι η απαίτηση για έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, που εκτός του ότι θα προσδιορίζει επακριβώς τη φέρουσα ικανότητα της εκάστοτε περιοχής, θα προστατεύει τους φυσικούς πόρους, θα διασφαλίζει την ορθολογική διαχείριση των υποδομών, θα διαφυλάσσει την προσιτή κατοικία και θα ενισχύει την τοπική παραγωγή. Ένα μοντέλο ουσιαστικά που θα δίνει έμφαση στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα, με επισκέπτες που σέβονται τον τόπο και κατοίκους που θα συμμετέχουν ενεργά στον αναπτυξιακό του σχεδιασμό.
«Αν ξεπεράσουμε τους δείκτες ευαισθησίας των πολιτών, είναι δύσκολο να επιστρέψουμε»
Τα παραπάνω εκτός από διαπιστωμένες ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, αποτελούν ταυτόχρονα και επισημάνσεις της επιστημονικής, ακαδημαϊκής κοινότητας, η οποία επιχειρεί να εντείνει την συζήτηση για ένα ζήτημα που οι τουριστικοί προορισμοί, όπως η Κρήτη, στο μέλλον θα βρουν μπροστά τους. Ο Σωτήρης Βαρελάς, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Τουριστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς τοποθετήθηκε πρόσφατα σε σχετική εκδήλωση του Ινστιτούτου ΕΝΑ στην Αθήνα για την υπερμεγέθυνση του τουρισμού και τις συνέπειες αυτής. Όπως σχολίασε στα «Ρ.Ν.»: «Τα τελευταία χρόνια καταγράφουμε στον τουρισμό κυρίως τις αφίξεις, προσπαθούμε δηλαδή κυρίως με τα νούμερα να εκτιμήσουμε ποιοι προορισμοί πήγαν καλά και αν η επίδοση του νησιού ήταν καλή, ενώ η αποτελεσματικότητα ενός κορυφαίου προορισμού όπως η Κρήτη συνδιαμορφώνεται πολυπαραγοντικά. Όλο αυτό δημιουργεί ένα μοντέλο που δεν υπάρχει άμεση συσχέτιση των τουριστικών ροών με την κατανάλωση από την μία και με την πολλαπλασιαστική δύναμη που έχει ο τουρισμός στην ίδια την κοινότητα». Σύμφωνα με τον κ. Βαρελά, έρευνες του Πανεπιστημίου Πειραιώς δείχνουν ότι υπάρχει αντίθετα συσχέτιση της ικανοποίησης των πολιτών με την πίεση που ασκείται στην φέρουσα ικανότητα ενός προορισμού, σε αυτήν την περίπτωση από τον τουρισμό. «Άλλο ένα σημαντικό κομμάτι είναι οι ίδιες οι υποδομές. Δεν κάνουμε σχεδιασμό υποδομών, έχουν μείνει σε επίπεδα προηγούμενων δεκαετιών και ο τουρισμός με τη βραχυχρόνια μίσθωση, με τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους, με την άνοδο των τουριστικών πρακτόρων έχει οδηγήσει σε πάρα πολύ υψηλές ροές επισκεπτών και σε επιβάρυνση της τοπικής κοινωνίας. Έχουμε δει επίσης σε μετρήσεις στην Κρήτη ότι σε πεντάστερα ξενοδοχεία μπορεί να έχουν και 500 λίτρα την ημέρα κατανάλωση σε μία κλίνη. Στο ρεύμα έχουμε ίδια εικόνα. Έχουμε περιοχές στο Ρέθυμνο, στην Ελούντα, στον Άγιο Νικόλαο, που λειτουργούν τα τουριστικά θέρετρα και την ίδια στιγμή τα χωριά έχουν διακοπές ρεύματος, γιατί δεν αντέχει το σύστημα όλη αυτήν την επιβάρυνση». Όπως εξήγησε, δημιουργείται για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες μία συνθήκη, που ο τουρισμός γίνεται αποδέκτης κριτικής, την ώρα που ο ντόπιος δεν μπορεί να καλύψει το κόστος ζωής ή να βρει κατοικία. «Όταν συσσωρεύονται τόσα προβλήματα, αν συνεχίσουμε με αυτό το μοντέλο, ο τουρισμός θα βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής, θα έχουμε χαμηλή ικανοποίηση των πολιτών και αυτό θα γυρίσει μπούμερανγκ στον ίδιο τον τουρισμό. Η ίδια η επιτυχία του τουρισμού θα γίνει βασικός παράγοντας μακροπρόθεσμης αποτυχίας. Αν ξεπεράσουμε τους δείκτες ευαισθησίας των πολιτών, είναι δύσκολο να επιστρέψουμε. Θα πρέπει να μην ξεπερνάμε τα όρια, να μελετάμε προτάσεις των ντόπιων, να εκμεταλλευτούμε τα τοπικά πανεπιστήμια, για να έχουμε μία σύνδεση των δεδομένων με πολιτικές αποφάσεις», εξήγησε επίσης ο κ. Βαρελάς.
«Η πόλη του Ρεθύμνου ζει στον παλμό του τουρισμού. Αυτό είναι ένα θέμα»
Στην κοινωνική διάσταση του ζητήματος εστίασε μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο Γιάννης Ζαϊμάκης, καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και διευθυντής του Εργαστηρίου Κοινωνικής Ανάλυσης και Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Έρευνας. Σε σχετική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στα Χανιά, με θέμα «Πόσους τουρίστες χωράει αυτός ο τόπος;», ο κ. Ζαϊμάκης ανέλυσε τον μετασχηματισμό των πόλεων, την κυριαρχία της τουριστικής οικονομίας και τη μονομερή ανάπτυξη του τουρισμού που εκτοπίζει άλλες δραστηριότητες. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.», «Το μεγάλο ζήτημα είναι αν οι πόλεις έχουν ένα όραμα για το μέλλον, γιατί επηρεάζονται πάρα πολύ από τον τουρισμό, που είναι η βασική οικονομική δραστηριότητα και αυτό εκτοπίζει άλλες λειτουργίες, με τις οποίες ήταν παραδοσιακά συνδεδεμένες. Η τουριστική εμπειρία που σε γενικές γραμμές ήταν πολύ καλή για τους επισκέπτες των πόλεών μας, αρχίζει να γίνεται και αυτή προβληματική. Επίσης και τα έσοδα πλέον από τον τουρισμό δεν είναι στο ίδιο επίπεδο με τον αριθμό ροών, δηλαδή αυξάνεται η εισροή τουριστών, αλλά δεν έχουμε αντίστοιχα έσοδα. Και βεβαίως χαλάει και η αίσθηση της γειτονιάς, αυτό το βλέπουμε έντονα και στο Ρέθυμνο, δηλαδή η έλλειψη της αίσθησης των πολιτών ότι αυτή η πόλη μας ανήκει και δεν είμαστε απλά καταναλωτές. Βλέπεις παραδοσιακά στέκια, χώρους συνάθροισης, επικοινωνίας που ήταν συνδεδεμένες με τα βιώματα των πολιτών και μετασχηματίζονται, αλλοιώνονται και αυτό προκαλεί μία έντονη δυσφορία στους πολίτες», σχολίασε, συμπληρώνοντας επίσης ότι: «Το παλιό Ρέθυμνο οφείλουμε να το διατηρήσουμε, έχει τη δική του αρχιτεκτονική, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, η οποία εκφράζεται και στο φυσικό, οικιστικό της περιβάλλον. Όλο αυτό θα πρέπει να το προστατεύσουμε και φοβάμαι ότι ο μαζικός τουρισμός ευθύνεται για αυτό. Το θέμα είναι ότι υπάρχει ένας δυσανάλογος αριθμός τουριστών και τουριστικές λειτουργίες οι οποίες απεικονίζουν την πόλη, γίνονται οι βασικές δραστηριότητες. Η πόλη ζει στον παλμό του τουρισμού, αυτό είναι ένα θέμα. Θέλουμε ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο και αυτό πρέπει να το καταλάβουν και αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις». Σύμφωνα με τον κ. Ζαϊμάκη, πρέπει να αλλάξουν νοοτροπίες, αλλά και να εφαρμοστούν πολιτικές που θα λαμβάνουν υπόψιν αυτούς που πλήττονται από τον τουρισμό. «Ο τουρισμός μας οδηγεί να σκεφτούμε με όρους κόστους – οφέλους. Αυτό σε ένα βαθμό είναι αθώο, αλλά όταν αυτό γενικεύεται οι άνθρωποι μετατρέπονται σε υπολογιστικές μηχανές και αφήνουν πίσω τους κάποια κοινωνικά αγαθά με τα οποία συνδέεται η πόλη. Πρέπει να ξανασκεφτούμε τις χρήσεις των πόλεων, ιδίως στην παλιά πόλη. Τα τόσο πολλά διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης περιορίζει τη διαθεσιμότητα κατοικίας για ενοίκια, αυτομάτως. Το πρόβλημα με τα ενοίκια τα τελευταία πέντε χρόνια είναι σε συνάρτηση με την τουριστική επέκταση και ανάπτυξη και της βραχυχρόνιας μίσθωσης», κατέληξε.
«Το όριο τίθεται στο ερώτημα: Πόσους μπορεί να υποδεχθεί η Κρήτη;»
Ζητούμενο είναι να ανιχνευθούν και να καθοριστούν τα όρια σε όλες τις πτυχές της τουριστικής ανάπτυξης στην Κρήτη, σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.», ο Πέτρος Λυμπεράκης Δρ Οικολογίας, στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης του Πανεπιστημίου Κρήτης και επίσης ομιλητής στην εκδήλωση. «Όταν μιλάμε για υπερτουρισμό δεν αντιστρεφόμαστε απέναντι στον τουρισμό και αυτό είναι σημαντικό. Η έκκλησή μας είναι αυτή η συζήτηση για να ένα πρόβλημα που καίει σήμερα την κοινωνία, να μην γίνει 20 χρόνια μετά. Μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε για ένα ισοζύγιο κλινών; Η Κρήτη έχει 400.000 κλίνες, πρέπει να γίνουν 500.000 ή να κατέβουν στις 300.000; Σε κάθε περίπτωση πρέπει να το συζητήσουμε. Πρέπει να ανιχνεύσουμε τα όρια. Ένα άλλο ισοζύγιο θα μπορούσε να είναι η κατάληψη του χώρου, καταλαμβάνουμε νέο χώρο ή ακολουθούμε το παλιό χωροταξικό της Κρήτης, πάμε στους οικισμούς; Επενδύουμε μόνο σε πολυτελή ξενοδοχεία ή και σε μικρά; Είναι πολλά θέματα μαζί, για τα οποία επείγει να ανοίξει η συζήτηση, δεν υπάρχει η μαγική λύση». Σύμφωνα με τον κ. Λυμπεράκη, η υπέρμετρη τουριστική ανάπτυξη αφορά άμεσα και την προστασία του περιβάλλοντος. «Ο μεγάλος αριθμός ανθρώπων σημαίνει ότι μειώνεται ο χώρος για τη φύση αναγκαστικά. Χτίζεται ένα καινούργιο ξενοδοχείο εκεί που δεν υπήρχε τίποτα, πάνε πάρα πολλοί άνθρωποι εκεί που δεν πήγαιναν παλιά, οπότε η πίεση στο οικοσύστημα είναι διάχυτη και μεγάλη. Και άρα το όριο τίθεται στο ερώτημα, πόσους μπορεί να υποδεχθεί η Κρήτη; Είναι σύνθετο πρόβλημα και δεν είναι εύκολη η λύση του, όμως η ανάγκη είναι τεράστια. Δεν είναι μόνο προστασία της φύσης, είναι και του ίδιου του τουρισμού».











