Ανανέωση των σχολικών υποδομών και μετασχηματισμός των σχολικών αιθουσών, για ένα σύγχρονο και ελκυστικό περιβάλλον εκπαίδευσης οι στόχοι του νέου ερευνητικού προγράμματος «Σύγχρονοι Τόποι Μάθησης» του Πολυτεχνείου Κρήτης
Οι ανάγκες εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα στις δύο πρώτες βαθμίδες της, καθώς και μετασχηματισμού του τρόπου διδασκαλίας, σε ένα νέο πρότυπο σχολείο, που να μπορεί να προετοιμάζει αποτελεσματικά τους μαθητές για τις προκλήσεις του σήμερα και του αύριο, είναι διαδικασίες που δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο σε αλλαγές στα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα σχολικά εγχειρίδια. Η συζήτηση για το μέλλον της εκπαίδευσης πρέπει να ξεκινήσει από το μηδέν και συγκεκριμένα από τον ίδιο τον χώρο στον οποίο συντελείται η μαθησιακή διαδικασία. Οι απαρχαιωμένες και ενίοτε επικίνδυνες υποδομές στις περισσότερες σχολικές εγκαταστάσεις, ο παλαιωμένος εξοπλισμός και η έλλειψη χρηματοδότησης για την εξασφάλιση στοιχειωδών εργαλείων που να εξυπηρετούν τις σύγχρονες μαθησιακές ανάγκες, οφείλουν να αντικατασταθούν από περιβάλλοντα, φιλικά προς την εκπαίδευση, εναρμονισμένα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και αντίστοιχα επιτυχημένων μοντέλων εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Η σχολική τάξη πρέπει να περιλαμβάνει εργαλεία, να παρέχει ερεθίσματα και να προσφέρει δυνατότητες που να καλλιεργούν δεξιότητες, να βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν κριτική σκέψη, προσαρμοστικότητα και ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο, όπου κατεξοχήν οι νέες γενιές στερούνται όλων των παραπάνω.
Η μετάβαση από μία αίθουσα στατική, βαρετή και ουσιαστικά περασμένης δεκαετίας, σε ένα σύγχρονο, ελκυστικό περιβάλλον για παιδιά και γονείς είναι η βασική παράμετρος της στοχοθεσίας του νέου ερευνητικού προγράμματος «Σύγχρονοι Τόποι Μάθησης», του Εργαστηρίου Μεταβαλλόμενων Ευφυών Περιβαλλόντων (TUC TIE Lab) της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης, το οποίο υποστηρίζεται από το υπουργείο Παιδείας. Το έργο επιχειρεί να αναθεωρήσει το κυρίαρχο πρότυπο σχολικού σχεδιασμού, το οποίο για δεκαετίες αντιμετωπίζει το κτίριο ως δοχείο στέγασης και όχι ως ενεργό παράγοντα της παιδαγωγικής πράξης. Οι ερευνητικές ομάδες το έργου διατυπώνουν προτάσεις και θέσεις για ευέλικτες παραμετροποιήσιμες αίθουσες με ενσωματωμένο εξοπλισμό STEM, δυνατότητες διαφορετικών χωρικών διατάξεων, υποδομές για υβριδική διδασκαλία, βελτιωμένη ακουστική και φωτισμό προσαρμοσμένο στο γνωστικό αντικείμενο. Παράλληλα, το πρόγραμμα εισάγει την έννοια της τοπικότητας στον σχεδιασμό, ώστε τα κτιριολογικά πρότυπα να λαμβάνουν υπόψη περιβαλλοντικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται τον Δεκέμβρη του 2026, όπου και θα καταθέσει τις προτάσεις του στην Εταιρεία Κτιριακών Υποδομών. Η φιλοσοφία έγκειται στο ότι θα διατεθεί σε όποιον δήμο της Κρήτης και της Ελλάδας θέλει, να αναλάβει την πρωτοβουλία να αλλάξει υφιστάμενα σχολικά περιβάλλοντα ή να προχωρήσει στην ανέγερση νέων, με βάση τις προδιαγραφές, ανανεωμένων σχολικών υποδομών. Στο μεταξύ, προβλέπεται η δημιουργία πιλοτικών αιθουσών που θα εξετάσουν στην πράξη το μοντέλο, με σκοπό να επιβεβαιώσουν την σημασία διαμόρφωσης νέων και σύγχρονων σχολικών μονάδων.
«Στοχεύουμε στο να δημιουργήσουμε αίθουσες, όπου κάθε επιφάνεια είναι μία αντανάκλαση διδασκαλίας»
Η αναβάθμιση με επίκεντρο την παιδαγωγική διάσταση της εκπαίδευσης είναι βασικός στόχος του προγράμματος, όπως επεσήμανε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο επιστημονικός υπεύθυνος του και αντιπρύτανης Έρευνας και Καινοτομίας του Πολυτεχνείου Κρήτης, καθηγητής Κωνσταντίνος-Αλκέτας Ουγγρίνης. «Η παιδαγωγική διαδικασία χρειάζεται περιβάλλοντα γόνιμα, που δημιουργούν ερεθίσματα και λειτουργούν βοηθητικά στη μάθηση. Υπάρχει μία καλά τεκμηριωμένη θεωρία, ότι ο χώρος μπορεί να λειτουργεί ως βοηθός εκπαιδευτικός, επειδή έχει την ικανότητα να προσφέρει αυτές τις έξτρα δυνατότητες και κυρίως παραπάνω εργαλεία στον εκπαιδευτικό», εξήγησε ο κ. Ουγγρίνης, επισημαίνοντας ότι συνήθως δίνεται έμφαση στην παρακολούθηση ενός δασκάλου που κρατάει ένα βιβλίο και το υπόλοιπο περιβάλλον παραμερίζεται. «Στοχεύουμε στο να δημιουργήσουμε αίθουσες, όπου κάθε επιφάνεια είναι μία αντανάκλαση διδασκαλίας, δηλαδή περιέχει τη δυνατότητα για μαθήματα διαφορετικού τύπου, μαθήματα που βασίζονται στο επιστημονικό κομμάτι, στο κοινωνικό, για το περιβάλλον, πειραματικά, σχετικά με την ανάπτυξη soft skills, δηλαδή σε όλα τα σημεία της αίθουσας να υπάρχει η δυνατότητα να λειτουργούν, ώστε να βοηθούν συγκεκριμένα είδη μαθημάτων, αλλά και συγκεκριμένους τύπους μαθήματος», συμπλήρωσε. Πρόκειται για μία συμμετοχική διαδικασία, κατά την οποία ήδη το οι ερευνητικές ομάδες του προγράμματος επισκέπτονται σχολεία, εξετάζουν τις κτιριακές παραμέτρους και συζητούν με εκπαιδευτικούς και παιδιά.
«Επειδή έχουμε πολλά είδη σχολείων και πολλά είδη αιθουσών, ένα σημαντικό κομμάτι είναι να αποτυπώσουμε το εύρος όλων αυτών των διαφοροποιήσεων και να φτιάξουμε ένα προσαρμόσιμο σύστημα, το οποίο θα μπορεί να υιοθετείται σε διαφορετικούς τύπους αιθουσών, ενώ θα μπορεί να επιλεγεί το κάθε σχολείο το πόσες δυνατότητες μπορούν να ενταχθούν, έτσι ώστε ο κάθε δήμος και η κάθε ενότητα να μπορεί να επιλέγει τον βαθμό στον οποίο επενδύει αυτήν την στιγμή σε αυτήν την αναβάθμιση», επεσήμανε ο κ. Ουγγρίνης.
Πρακτικές παρεμβάσεις στο περιβάλλον της σχολικής αίθουσας
Αναφορικά τώρα με το πρακτικό σκέλος των προτάσεων, ο κ. Ουγγρίνης, εξήγησε ότι πρόκειται για προτάσεις που σχετίζονται με τον σχεδιασμό των επιφανειών της σχολικής αίθουσας. «Έχουμε σειρά πειραματικού εξοπλισμού, δηλαδή εξοπλισμός STEM, όπου μπορούν να βγάζουν οι μαθητές πτυσσόμενους πάγκους και να δημιουργούν εργαστήρια μέσα στην τάξη και να κάνουν κάποια πειράματα. Να έχουν την υποδομή για να βγάλουν εξαρτήματα που θα μπορούν να κάνουν αμφιθεατρικές διατάξεις, κυκλικές διατάξεις, να κάθονται να μιλάνε, να έχουν εξοπλισμό για να εκθέτουν πράγματα και να συζητούν πάνω σε αυτά, να συζητούν και να αποφασίζουν», ανέφερε. Επίσης, μία πρόταση αφορά την ενίσχυση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος εντός της σχολικής τάξης, με την πλευρά της αίθουσας που κοιτάει προς τα έξω να διακρίνεται από οπτικά ερεθίσματα με τη βλάστηση και την τοπική χλωρίδα. «Υπάρχει επίσης η τυπική διάταξη του ασπροπίνακα, να έχει ενσωματωμένη βιβλιοθήκη και ενσωματωμένη περιοχή με τοπικά χαρακτηριστικά, δηλαδή άλλες περιοχές έχουν την αγγειοπλαστική, άλλες την υφαντική, άρα και σε κάθε περιοχή της χώρας να υπάρχει και κάποιο στοιχείο, το οποίο διατηρεί την τοπική παράδοση. Επίσης ένα άλλο στοιχείο είναι η δυνατότητα παράδοσης μαθήματος ταυτόχρονα και απομακρυσμένα με ένα άλλο σχολείο, ένα σχολείο στο Ρέθυμνο με ένα στην Αλεξανδρούπολη, να μπορούν να συνδεθούν εικονικά και να κάνουν κοινό μάθημα», εξήγησε ο κ. Ουγγρίνης και στη συνέχεια συμπλήρωσε: «Μαθήματα που έχουν αφηγηματική διάθεση, όπως είναι η γλώσσα, η ιστορία θέλουν ένα περιβάλλον πιο οικείο, πιο ζεστό. Μαθήματα που θέλουν αναλυτική σκέψη, όπως μαθηματικά και φυσική, θέλουν πιο ψυχρό φωτισμό και διαφορετικού είδους κατάσταση. Εμείς κοιτάμε το περιβάλλον και αυτό να μετασχηματίζεται και να μπορεί να είναι πιο σχετικό πάνω στο τελικό αποτέλεσμα».
«Τα παιδιά σήμερα έχουν να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο που εμείς δεν μπορούμε καν να προβλέψουμε»
Το έργο υλοποιείται σε τρεις φάσεις: Έρευνα πεδίου και συμμετοχικός σχεδιασμός, αξιολόγηση και διαμόρφωση στρατηγικής σχεδιασμού και υλοποίηση πιλοτικής τάξης. «Αυτό που εμείς έχουμε να δώσουμε στο τέλος, όλα εκείνα τα σχέδια των προδιαγραφών, ώστε τα νέα σχολεία να γίνονται με αυτές τις προδιαγραφές. Αυτή τη στιγμή είμαστε στην φάση της συλλογής πληροφορίας και του συμμετοχικού. Παράλληλα έχουμε δημιουργήσει κάποιες πιθανές εκδοχές αυτής της αίθουσας», σημείωσε ο κ. Ουγγρίνης και επίσης εξήγησε ότι θα παραδοθούν πλήρεις προδιαγραφές τόσο για τις οικοδομικές εργασίες, όσο και για τις διαδικασίες εξοπλισμού. «Τα σχολεία έχουν πάρα πολύ κακή ακουστική ποιότητα, ακούγεται θόρυβος, οδηγεί παιδιά και δασκάλους σε ημικρανίες, είναι πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Ένα βασικό κομμάτι είναι η ρύθμιση του ήχου, ώστε να έχουμε καλύτερη ακουστική συμπεριφορά. Όλα αυτά, είτε τεχνικές εργασίες, είτε επιλογή επίπλων, είτε ηλεκτρονικός εξοπλισμός θα έχουμε τις πλήρεις προδιαγραφές, ώστε να δημιουργηθεί αυτό το πρότυπο». Το πρόγραμμα θεωρείται καινοτόμο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον κ. Ουγγρίνη να μην αποκλείει μία ενδεχόμενη χρηματοδότηση και από τα ευρωπαϊκά ταμεία, την ώρα που γίνεται συζήτηση και αναζητούνται πόροι για να επιλεχθούν μερικά σχολεία, στα οποία θα γίνει η πιλοτική εφαρμογή. Σχετικά με την παραμετροποίηση των κτιριολογικών προγραμμάτων και τη διαδικασία επιλεξιμότητας των σχολείων, όχι μόνο για το πιλοτικό πρόγραμμα, αλλά και για τη μετέπειτα διάθεση των σχεδίων, ο κ. Ουγγρίνης σημείωσε ότι «αυτήν την στιγμή είναι ενιαίο το πρότυπο, είτε γίνεται στα βουνά, είτε στη θάλασσα, είτε σε αστικό είτε σε μη αστικό προορισμό, εμείς θέλουμε να αρχίσουν οι τοπικές, περιβαλλοντικές παράμετροι να μπορούν να ενταχθούν και να βγαίνουν στο κτιριολογικό. Να μην είναι δηλαδή στεγνό και μονοδιάστατο». Τέλος, βάζοντας έναν επίλογο ο κ. Ουγγρίνης τόνισε: «Τα παιδιά σήμερα έχουν να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο που εμείς δεν μπορούμε καν να προβλέψουμε, άρα είναι πολύ βασικό να μάθουν μία σειρά δεξιοτήτων με βασικό κομμάτι την αντίληψη, την κριτική σκέψη, την αφαιρετική σκέψη και την προσαρμοστικότητά τους, μέσα από ένα σύστημα που είναι πολυδύναμο και τους μαθαίνει αυτενέργεια, έτσι ώστε να έχουν τα προσόντα να διαχειριστούν πράγματα, γιατί δεν μπορούμε να προβλέψουμε το αύριο. Είναι ένα βασικό στοιχείο το να τα καλλιεργήσουμε, να τους δώσουμε γνώσεις, αλλά και ικανότητες κυρίως για να ανταπεξέλθουν».













