Η γήρανση του πληθυσμού και οι έντονες δημοσιονομικές πιέσεις καθιστούν αναγκαία την μακροπρόθεσμη λύση των κεφαλαιοποιητικών ή μικτών ασφαλιστικών συστημάτων
Την ανάγκη για μετάβαση από το παραδοσιακό αναδιανεμητικό ασφαλιστικό μοντέλο (οι τρέχουσες συντάξεις, χρηματοδοτούνται από τις εισφορές των σημερινών εργαζόμενων, των εργοδοτών και την κρατική εισφορά) σε κεφαλαιοποιητικά ή μικτά συστήματα (οι εισφορές που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου σωρεύονται σε προσωπικούς λογαριασμούς και επενδύονται και λαμβάνουν σύνταξη ανάλογη του ποσού που έχει σωρευθεί στον λογαριασμό τους) αναδεικνύει η έρευνα του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών και του European Liberal Forum με τίτλο «FutureProofing the EU Budget: A Pension System for Our Common Future». Η έρευνα εξετάζει τις προκλήσεις και τις προοπτικές των ευρωπαϊκών συνταξιοδοτικών συστημάτων σε συνθήκες γήρανσης του πληθυσμού και έντονων δημοσιονομικών πιέσεων και καταλήγει στο ότι η μετάβαση σε συστήματα ουσιαστικά επένδυσης και αποταμίευσης εμφανίζεται ως η μοναδική μακροπρόθεσμη λύση. Για αυτή βέβαια, απαιτείται χρηματοδότηση, μέσω δανεισμού, ώστε να εξασφαλιστεί η πληρωμή των σημερινών συντάξεων χωρίς να επιβαρυνθεί η νέα γενιά.
Τα ευρήματα της μελέτης παρουσίασε στην τηλεόραση CRETA και τον Σωτήρη Μεταξά, ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος, Επικεφαλής Ερευνών του ΚΕΦΙΜ, ο οποίος αναφέρθηκε τόσο στην αναγκαία συνθήκη ολικού μετασχηματισμού του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος, όσο και στα πλεονεκτήματα των κεφαλοποιητικών συστημάτων. Όπως τόνισε, αυτά συνδυάζουν αποταμίευση και επενδύσεις, επιτρέποντας τη διασφάλιση των μελλοντικών συντάξεων και τη δημιουργία αναπτυξιακών πόρων για την οικονομία. Παράλληλα, η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης σε συνάρτηση με το προσδόκιμο ζωής διασφαλίζει τη βιωσιμότητα του συστήματος και την ισορροπία μεταξύ γενεών. Η μελέτη υπογραμμίζει ότι, πέρα από τις δημοσιονομικές επιπτώσεις, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ανάπτυξης, καθώς οι κεφαλαιοποιημένοι πόροι επενδύονται στην παραγωγική οικονομία, ενισχύοντας την ανάπτυξη και ενισχύοντας τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μετάβαση απαιτεί διακομματική συναίνεση σε εθνικό επίπεδο, αλλά και συντονισμένη ευρωπαϊκή πολιτική, δεδομένου ότι πολλές χώρες αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις.

«Ο δανεισμός ο μόνος τρόπος ολοκλήρωσης της μετάβασης σε κεφαλαιοποιητικά συστήματα»
Μερικά από τα βασικότερα ευρήματα της μελέτης, αναφέρουν ότι οι συντάξεις αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 75% των δαπανών κοινωνικής προστασίας στην Ε.Ε., απορροφώντας έως και 15% του ΑΕΠ σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία, ενώ η μείωση του πληθυσμού της ΕΕ θα επιβαρύνει περαιτέρω τα διανεμητικά συστήματα. Παράλληλα, η καθυστέρηση στην ανάπτυξη κεφαλαιοποιητικών συστημάτων στερεί από την ευρωπαϊκή οικονομία περίπου 350 δισ. ευρώ ετησίως σε χαμένα επενδυτικά έσοδα, την ώρα που χώρες όπως η Δανία, η Ολλανδία και η Ισλανδία αποδεικνύουν ότι τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα ενισχύουν την ανάπτυξη, τη σταθερότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. «Υπάρχουν και δημοσιονομικές αλλά και αναπτυξιακές πιέσεις αυτήν τη στιγμή στο ασφαλιστικό και η απάντηση για τη μετάβαση, η οποία είναι η μοναδική λύση σε αυτό το πρόβλημα, δεδομένου και της γήρανσης του πληθυσμού είναι ο δανεισμός. Η μετάβαση αυτή πρέπει να ιδωθεί ως επενδυτική και όχι ως καταναλωτική», εξήγησε ο κ. Σαραβάκος. Όπως ανέλυσε το υφιστάμενο αναδιανεμητικό σύστημα λειτουργεί ως εξής: «Εγώ ως εργαζόμενος πληρώνω τη σύνταξη του πατέρα μου, από τα 100 ευρώ που παίρνω, τα 65 πηγαίνουν στην τσέπη μου και τα υπόλοιπα 35 πηγαίνουν για να πληρώσουν τη σύνταξη του πατέρα μου. Επίσης βάζει περίπου άλλα 30-35 ευρώ το κράτος από τη γενική φορολογία, για να πληρώσει» και στη συνέχεια εξήγησε: «Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα αντίθετα, από τα 35 ευρώ που αποταμιεύω εγώ από τον μισθό μου, θα πηγαίνουν σε έναν δικό μου, προσωπικό κουμπαρά, ο οποίος θα επενδύεται και όταν θα βγω εγώ στη σύνταξη, δεν θα τη δίνει το κράτος, δηλαδή οι τότε εργαζόμενοι, αλλά θα την παίρνω από τη δική μου αποταμίευση». Σύμφωνα με τον κ. Σαραβάκο, ο δανεισμός είναι ο μόνος τρόπος να ολοκληρωθεί αυτή η μετάβαση, προκειμένου να μπορούν να πληρωθούν οι σημερινοί συνταξιούχοι.
Απαντώντας τώρα στους προβληματισμούς σχετικά με το αν η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι μία βιώσιμη πολιτική για τους εργαζόμενους, ο κ. Σαραβάκος ανέφερε: «Έχουν γίνει σε πάρα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα πολύ μεγάλες αλλαγές και στην Ελλάδα, αλλά υπάρχουν πιέσεις και στη Γαλλία και στην Ιταλία. Δυστυχώς ή ευτυχώς αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής και πρέπει να δουλέψουμε περισσότερο. Οπότε ένας δείκτης ο οποίος συνδέει τα όρια συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής είναι ο καταλληλότερος δείκτης για να μπορούμε να υπολογίσουμε πότε θα συνταξιοδοτηθούν οι άνθρωποι. Για κάποιους είναι δύσκολο να σκέφτονται ότι στα 70 και στα 72 θα πρέπει να εργάζονται καθημερινά, αλλά οι όροι χρηματοδότησης ενός τέτοιου αναδιανεμητικού μοντέλου, δεν μας επιτρέπουν να χαμηλώσουμε ή να κρατήσουμε στα ίδια επίπεδα μελλοντικά τα όρια της συνταξιοδότησης». Επιπλέον, όπως τόνισε, τα προβλήματα του ασφαλιστικού στην πραγματικότητα τα τελευταία 20 χρόνια απλά παρατείνονται και δεν επιλύονται και γι’ αυτό η μετάβαση στα κεφαλαιοποιητικά συστήματα πρέπει να γίνει με διακομματική και πανευρωπαϊκή συναίνεση. «Το πρόβλημα είναι πανευρωπαϊκό και εκεί μπορούμε νομίζω να βρούμε συμμάχους για να καταλήξουμε σε μία καινούργια πρόταση. Προφανώς χρειάζεται μία διακομματική συναίνεση στην Ελλάδα, αλλά και μία ευρωπαϊκή πολιτική, ώστε να μπορέσουμε να μεταβούμε σε αυτήν την νέα φάση. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ιταλία, η Γαλλία, η Αυστρία έχουν επίσης αναδιανεμητικά συστήματα, πολύ μεγάλη γήρανση πληθυσμού και πολύ σύντομα και αυτοί θα δέχονται πολλές δημοσιονομικές πιέσεις. Οπότε η μετάβαση απαιτεί και διακομματική, αλλά και πανευρωπαϊκή συναίνεση», ανέφερε.
«Μία άλλη πτυχή την οποία πρέπει να αναπτύξουμε, πέρα από τη δημοσιονομική είναι και η αναπτυξιακή»
Τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα που πρέπει να υιοθετηθούν μπορεί να έχουν διαφορετικά σχήματα, καθώς και να συνδυάζουν αποταμιευτικά και επενδυτικά μοντέλα, σύμφωνα με τον κ. Σαραβάκο. «Μπορεί κάποιος να αποταμιεύει και να επενδύει με ένα πολύ χαμηλό ρίσκο, άρα και πολύ χαμηλό κέρδος στο μέλλον, ή μπορεί να είναι ασθενώς μετρίου ή και υψηλού. Υπάρχουν και τα μεικτά σχήματα, στα οποία εγγυάται το κράτος ότι θα δώσει μία σύνταξη, η οποία είναι η βασική και από εκεί και πέρα ο δεύτερος και ο τρίτος πυλώνας είναι οι κεφαλοποιητικοί, ένα μέρος δηλαδή της αποταμίευσης, το οποίο πηγαίνει και επενδύεται. Μπορούμε να δούμε σοβαρά στη χώρα μας ποιο από αυτά τα σχήματα μπορούμε να θεσμοθετήσουμε και ποιο από αυτά μπορεί και θέλει ο καθένας μας να ακολουθήσει», υπογράμμισε. Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να είναι λειτουργικό για οικογένειες και νοικοκυριά για τα οποία η αποταμίευση είναι πολυτέλεια, ο κ. Σαραβάκος σημείωσε: «Ένα ζήτημα και μία από τις αδυναμίες του κεφαλαιοποιητικού συστήματος είναι αυτή, ωστόσο όπως κάνει και σήμερα το κράτος έρχεται να εγγυηθεί ότι θα υπάρχει μίνιμουμ μία σύνταξη η οποία θα είναι αναδιανεμητική και οι υπόλοιπες μόνο εισφορές θα πηγαίνουν στην επένδυση. Ακόμα και αν η απόδοση στην οποία θα επενδύονται τα χρήματα αυτή τη στιγμή για τους συνταξιούχους δεν επαρκεί, εγγυάται το κράτος ότι θα το συμπληρώσει. Είναι πολύ δύσκολο σε μία μακροχρόνια περίοδο να πέσει πάρα πολύ έξω το σύστημα, αλλά ακόμα και αν πέσει, το κράτος έρχεται να εγγυηθεί ότι μόνο τότε θα έρθει να βάλει τα χρήματα που απαιτούνται για να συμπληρωθεί η σύνταξη και όχι κάθε χρόνο, όπως τώρα που το κράτος βάζει το 40% των συντάξεων αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα από την ελληνική φορολογία».
Καταλήγοντας, ο κ. Σαραβάκος επεσήμανε εκ νέου ότι πρόκειται για ένα ζήτημα εθνικής πολιτικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής κατεύθυνσης: «Μία άλλη πτυχή την οποία πρέπει να αναπτύξουμε, πέρα από τη δημοσιονομική είναι και η αναπτυξιακή, δηλαδή αυτοί οι πόροι, όταν πάνε να επενδυθούν, όταν αποταμιευθούν, όταν μπουν στην αγορά, μπορεί να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις, άρα αυτή τη στιγμή οι δικές μου οι εισφορές δεν χρηματοδοτούν επενδύσεις, δεν έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα, αλλά αν αποταμιευθούν για 30 – 35 χρόνια, μπορούν να τροφοδοτήσουν την οικονομία, ώστε να επενδύσει στο παραγωγικό μοντέλο της Ευρώπης». Τέλος, όπως σημείωσε, υπάρχουν χώρες με πολύ επιτυχημένα δημοσιονομικά συστήματα, όπως η Δανία, η Σουηδία και η Ολλανδία: «Η Σουηδία έχει το λεγόμενο τριφασικό σύστημα, μία εγγυημένη σύνταξη από το κράτος και δύο επενδυτικοί πυλώνες και ξέρουμε πόσο καλό κοινωνικό κράτος έχει επίσης η Σουηδία. Υπάρχουν χώρες που το εφαρμόζουν. Η Ελλάδα δαπανά περίπου το 12% του ΑΕΠ της για να πληρώσει τις συντάξεις, ενώ στην Ολλανδία είναι στο 5%».
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΚΟΓΛΟΥ









