«Σταγόνα στον ωκεανό» και κυρίως αναντίστοιχες με τις πραγματικές ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης χαρακτηρίζουν οι εκπαιδευτικοί τις 5.467 προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, που ανακοίνωσε το υπουργείο Παιδείας για τη νέα σχολική χρονιά. Εκτός του ότι οι προσλήψεις είναι μειωμένες περίπου κατά 45% σε σχέση με πέρυσι, όπου άγγιξαν τις 8.823 πανελλαδικά, είναι και επακόλουθες της ιστορικά χειρότερης σχολικής χρονιάς, από πλευράς κενών θέσεων εκπαιδευτικών. Χιλιάδες χαμένες και δίχως αναπλήρωση διδακτικές ώρες και θεμελιώδεις, πάγιες και οργανικές ανάγκες που καλύπτονταν από αναπληρωτές, οι οποίοι προσλαμβάνονταν μέσα στη χρονιά. Στο Ρέθυμνο, η περσινή σχολική χρονιά έκλεισε με σχεδόν 200 κενά εκπαιδευτικών σε Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, καθώς και σε ειδική αγωγή, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να κάνουν λόγο για πρωτοφανείς καταστάσεις και μαθητές που δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν ούτε μία ώρα σημαντικών μαθημάτων. Την ίδια ώρα, η σταδιακή μείωση των μόνιμων εκπαιδευτικών δεν συνεπάγεται απαραίτητα αύξηση στις προσλήψεις των αναπληρωτών, γεγονός που γεννά πρόσθετη ανησυχία για την ερχόμενη σχολική χρονιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας για το διδακτικό έτος 2025-2026, πραγματοποιήθηκαν συνολικά πανελλαδικά 35.652 προσλήψεις προσωρινών αναπληρωτών/τριών, εκ των οποίων 22.970 στην Πρωτοβάθμια και 12.682 στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ειδικότερα, στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση προσλήφθηκαν 14.522 εκπαιδευτικοί στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση (ΕΑΕ), εκ των οποίων 12.797 στην Παράλληλη Στήριξη, και 8.448 εκπαιδευτικοί στη Γενική Εκπαίδευση, διαφόρων κλάδων/ειδικοτήτων. Αντίστοιχα, το ακριβώς προηγούμενο σχολικό έτος 2024-2025, οι προσλήψεις αναπληρωτών ανήλθαν στις 39.319, περισσότερες δηλαδή κατά περίπου 4.000. Εξάλλου, συχνά το Ρέθυμνο δεν αποτελεί δημοφιλής επιλογή για αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, οι οποίοι καλούνται να ζήσουν σε μία πόλη με οξύ στεγαστικό πρόβλημα και υψηλό κόστος ζωής, απομακρυσμένη από τα μεγάλα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής χώρας. Όλα τα παραπάνω χτυπούν νέα καμπανάκια για το μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης και σε τοπικό επίπεδο και στέλνουν δυσοίωνα μηνύματα ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς.
«Θεωρούμε δεδομένο ότι η περσινή χρονιά που ήταν κάκιστη θα θεωρείται καλύτερη από αυτήν που θα έρθει»
Σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.», ο Χρήστος Σουρουλής, πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ρεθύμνου, δεν έχουν δοθεί ακόμα στη δημοσιότητα τα ονόματα των εκπαιδευτικών για το Ρέθυμνο, ωστόσο ήδη ο συνολικός αριθμός μοιάζει εξαιρετικά μικρός. «Είναι πραγματικά πάρα πολύ λίγοι. Οι 5.500 δεν φτάνουν για να καλυφθούν οι ανάγκες μας. Την ίδια ώρα αναπληρωτές προσλαμβάνονται ελάχιστοι, όπως είδαμε την προηγούμενη χρονιά, οπότε θεωρούμε δεδομένο ότι η περσινή χρονιά που ήταν κάκιστη θα θεωρείται καλύτερη από αυτήν που θα έρθει. Άρα θα χρειαστούμε περισσότερους αναπληρωτές. Όμως με αυτά που έχουμε δει μέχρι τώρα και με βάση το γεγονός ότι τα ΕΣΠΑ τελειώνουν, είμαστε βέβαιοι ότι θα μείνουμε πάλι με πάρα πολλά κενά εκπαιδευτικών στην χρονιά που έρχεται. Η συγκεκριμένη είναι μία πάρα πολύ κακή εξέλιξη και είναι ένας αριθμός που καλύπτει ελάχιστες από τις ανάγκες που έχουμε σε διδακτικό προσωπικό», σχολίασε, συμπληρώνοντας επίσης ότι: «Παλαιότερα οι αναπληρωτές ήταν σε ένα 10%, φτάσαμε κάποια στιγμή σε ένα 30-35%, με τους πρώτους διορισμούς που έγιναν κάπως βελτιώθηκε η αναλογία, αλλά οι διορισμοί όσο πάνε φθίνουν, οπότε χρειαζόμαστε περισσότερους αναπληρωτές, που ούτε αυτοί προσλαμβάνονται». Αναφορικά με τα περιθώρια για τη νέα σχολική χρονιά και κατά πόσο το τοπικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να αντέξει και άλλες ελλείψεις σε προσωπικό, τόνισε ότι: «Δεν μας παίρνει καθόλου να έχουμε περισσότερα κενά από πέρυσι. Πρόκειται για διοικητική κατάρρευση και θα έχουμε πάρα πολλά προβλήματα με μαθητές που θα τελειώνουν νωρίτερα το σχολείο, δεν θα μπορούν να τους παραλάβουν οι γονείς τους, ειδικά μαθητές μικρότερων ηλικιών, οπότε τίθενται και ζητήματα επικινδυνότητας, όχι μόνο γνωστικών κενών. Πρόκειται για μία συνολική κατάρρευση και απαξίωση της δημόσιας εκπαίδευσης».
«Θέλουμε λύσεις αξιοπρέπειας πρώτα για τους μαθητές και τις οικογένειές τους»
Αντίστοιχα, ο πρόεδρος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ρεθύμνου, Γιάννης Μαρινάτος, ανέφερε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.»: «Από τη μία το θετικό της υπόθεσης είναι ότι αφορά συναδέλφους που θα αποκτήσουν σταθερή εργασιακή σχέση, ωστόσο ο αριθμός των διορισμών απέχει σημαντικά από τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης. Χιλιάδες οργανικά κενά εξακολουθούν να υπάρχουν και βλέπουμε αυτήν την πολυετή εξάρτηση του εκπαιδευτικού συστήματος από τις ελαστικές θέσεις εργασίας, από αναπληρωτές συναδέλφους και από αυξημένες εκπαιδευτικές ανάγκες. Οι συγκεκριμένοι διορισμοί δεν επαρκούν ούτε στο ελάχιστον. Αυτό αφορά εξίσου και την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια. Η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο κάλυψης, όλων των πραγματικών οργανικών κενών, με μαζικούς μόνιμους διορισμούς σε όλες τις ειδικότητες και σε όλες τις δομές εκπαίδευσης. Μόνο έτσι μπορούμε να διασφαλίσουμε την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων». Εκτός των μειωμένων προσλήψεων σε μόνιμο προσωπικό, ερωτηματικό παραμένει η πρόσληψη αναπληρωτών για του χρόνου. «Τείνει να γίνει κανονικότητα το να έχουμε πολυπληθή τμήματα στις σχολικές μονάδες, να έχουμε βίαιες μετακινήσεις μαθητών από σχολική μονάδα σε σχολική μονάδα, όπως επίσης και σχολεία να υποβαθμίζονται και να υποβιβάζονται. Δεν έχουμε ανάγκη από αποσπασματικές λύσεις, αλλά από μία ουσιαστική πολιτική που θα ενισχύει το δημόσιο σχολείο, αρχικά με το αναγκαίο μόνιμο προσωπικό. Θέλουμε λύσεις αξιοπρέπειας πρώτα για τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με κανέναν άλλον τρόπο, πέραν του να αποφασίσει το υπουργείο Παιδείας να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις», κατέληξε ο κ. Μαρινάτος.









