Παρουσιάζεται στην Αθήνα το νέο βιβλίο των ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου Κρήτης, Νίκου Παπαδάκη και Γεωργίας Δημάρη με τίτλο ««Η Θερμοκρασία της Αλήθειας»
Εν αναμονή της σύστασης των δύο νέων προσωρινών δομών φιλοξενίας μεταναστών στην Κρήτη εντός του 2026 μετά από εισήγηση του υπουργείου Μετανάστευσης, αλλά κυρίως του αποσαφηνισμού της χωροθέτησης και λειτουργίας τους, η μεταναστευτική πολιτική επανέρχεται στο προσκήνιο, Σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, από το τέλος του 2024, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2025 στην Ελλάδα οι αφίξεις μεταναστών άγγιξαν το 1,4 εκατομμύριο, την ώρα που στην Κρήτη, από τον Ιανουάριο του 2025 μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους, παρατηρήθηκε μεσοσταθμικά μία αύξηση 78% σε μηνιαία βάση, με κορυφή τον Ιούλιο. Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν το προηγούμενο καλοκαίρι, με την Κρήτη να αποτελεί κύρια πηγή εισόδου των μεταναστευτικών ρευμάτων, δημιούργησαν πρωτοφανείς και έντονες πιέσεις, σε μία περιοχή, παντελώς απροετοίμαστη για την υποδοχή, αλλά κυρίως τη φιλοξενία και τη διαχείριση των μεταναστών. Η ανησυχία μήπως αυτές οι σκηνές επαναληφθούν εκ νέου την προσεχή καλοκαιρινή περίοδο, όταν και η καλοκαιρία ευνοεί την διάσχιση της Μεσογείου, είναι υπαρκτή και οφείλεται στην απουσία ορθολογικής και συνεκτικής μεταναστευτικής πολιτικής σε Ελλάδα και Ευρώπη. Οι ad hoc παρεμβάσεις στη διαχείριση του μεταναστευτικού και η μετατροπή της χώρας και του νησιού, από πύλες εισόδου και υποδοχής, σε κέντρα μακροπρόθεσμου εγκλωβισμού των μεταναστών είναι πρακτικές που οφείλουν να μετατοπιστούν, από ένα μετέωρο τοπίο εφαρμογής ετεροχρονισμένων και εν τέλει αποτυχημένων μέτρων, σε στοχευμένες αποφάσεις με ξεκάθαρο προσανατολισμό. Το πρώτο βήμα για την επίτευξη αυτού, είναι αρχικά η απόδοση στο πολιτικό πρόσημο των αποφάσεων από το κεντρικό κράτος, της ανάγκης για μια προσέγγιση που ενσωματώνει τόσο την εθνική όσο και την ατομική ασφάλεια, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπλέον, εξίσου αναγκαία είναι η αναγνώριση των αναπτυξιακών προοπτικών της μετανάστευσης, όχι μόνο μέσω διμερών συμφωνιών, σε ένα περιβάλλον αντιμέτωπο με το μεγάλο πρόβλημα του δημογραφικού και σε μία αναγνωρισμένα, πάσχουσα και στερούμενη των αναγκαίων εργατικών χεριών, αγορά εργασίας. Η μετακλητή εργασία, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από όσα ανέφερε μεταξύ άλλων στα «Ρ.Ν.» ο Γιώργος Πελεκανάκης, διευθυντής της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Διευθυντών Ξενοδοχείων, βρίσκεται πλέον στην σε άμεση προτεραιότητα για την Κρήτη και τον τουρισμό, τον έναν από τους δύο μεγάλους πυλώνες της τοπικής οικονομίας. Το πρόβλημα με τις χιλιάδες κενές θέσεις εργαζομένων στην Κρήτη αντιμετωπίζεται πλέον και επίσημα με διμερείς συμφωνίες με τις Φιλιππίνες, οι οποίες διαθέτουν χιλιάδες εργατικά χέρια που θα στελεχώσουν τις ξενοδοχειακές μονάδες του νησιού.
Ζητήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης και ευαλωτότητας, διακυβέρνησης συνόρων, διεθνών σχέσεων και ευρωπαϊκής πολιτικής στο μεταναστευτικό περιλαμβάνονται όλα στο νέο βιβλίο με τίτλο «Η Θερμοκρασία της Αλήθειας», δύο ακαδημαϊκών του Πανεπιστημίου Κρήτης, του Νίκου Παπαδάκη και της Γεωργίας Δημάρης. Το βιβλίο παρουσιάζεται τον Απρίλιο στην Αθήνα και αναλύει την εξέλιξη της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής από το 2015, μέχρι τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2025. Πρόκειται για ένα εκτενές ερευνητικό έργο, που αξιοποιεί εργαλεία, όπως η σύγχρονη πολιτική θεωρία για την πολυπολιτισμικότητα, η ηθική του φιλελευθερισμού και οι θεωρίες ασφαλειοποίησης, από τη σχολή της Κοπεγχάγης. Το βιβλίο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη νέα προσέγγιση όσον αφορά την ασφαλειοποίηση, από τη Ρίτα Φλόιντ, για μία δίκαιη ασφαλειοποίηση, ενώ συμπεριλαμβάνει και στοιχεία από την πολιτική κοινωνιολογία της σχολής του Παρισιού. Με το πέρας της καταγραφής, το βιβλίο καταθέτει ερευνητικά εδραιωμένες προτάσεις άσκησης μεταναστευτικής πολιτικής, με σαφή τεκμηρίωση από την ανάλυση των εξελίξεων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
«Δεν έχουμε καν ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική»
Μετασχηματισμένη, διαρκώς μεταβαλλόμενη, συναρτημένη με τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο και κυρίως ανύπαρκτη είναι η ελληνική μεταναστευτική πολιτική τα τελευταία δέκα χρόνια, σύμφωνα με όσα ανέφερε μεταξύ άλλων μιλώντας στα «Ρ.Ν.», ο καθηγητής του πανεπιστημίου Κρήτης Νίκος Παπαδάκης. Η απουσία ενός καθορισμένου σχεδίου για τη μετανάστευση είναι κάτι που εντοπίστηκε αρχικά το 2015, μετά τον εμφύλιο στη Συρία και τις αυξημένες ροές προς την Ελλάδα, αλλά διακρίνεται και μέσα από μετασχηματιστικούς κόμβους σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Σύμφωνα με τον κ. Παπαδάκη, από το σύστημα των κέντρων υποδοχής – hot spots, μέχρι την ανενεργή ρήτρα κατανομής και στη συνέχεια των κλειστών συνόρων στη Βαλκανική οδό από τα κράτη του Βίσεγκραντ οδήγησαν σε μία συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία, για τη διαχείριση των ροών, καθιστώντας την Τουρκία ρυθμιστή των ροών. Αυτό ουσιαστικά οδήγησε σε μη τήρηση και εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από πλευράς Τουρκίας, καθώς και στην οριστική μετατροπή της Ελλάδας σε μία χώρα υποδοχής και εγκλωβισμού των μεταναστών, εξαιτίας και του κανονισμού του Δουβλίνου μέχρι και σήμερα. Η πανδημία, καθώς και το επικαιροποιημένο σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο του 2024, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες έχουν επηρεάσει άμεσα την ελληνική στάση και μεταναστευτική πολιτική.
«Η ελληνική μεταναστευτική πολιτική τείνει σε ad hoc αποκρίσεις στις προκλήσεις της μεταναστευτικής και προσφυγικής κρίσης, με αποτέλεσμα να μην έχουμε μία μακροπρόθεσμη πολιτική ή έστω μία στοιχειώδης συναίνεση σε εθνικό επίπεδο για το τι είδους μεταναστευτική πολιτική θέλουμε, δηλαδή πώς μπορούμε να συνδυάσουμε τις εύλογες μέριμνες για την εθνική ασφάλεια, αλλά και να επενδύσουμε πόρους σε μακροπρόθεσμες στρατηγικές ένταξης και σε μία ουσιαστική διεθνή συνεργασία», ανέφερε ο κ. Παπαδάκης μεταξύ άλλων συμπληρώνοντας ότι η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού από την Τουρκία οδήγησε αναπόφευκτα σε ad hoc αποκρίσεις από την Ελλάδα. «Αυτό συνδέεται και με την αλλαγή των μεταναστευτικών ροών, μέσω Λιβύης πλέον προς την Κρήτη. Αυτή την αλλαγή δεν μπορούμε να τη δούμε αποσυναρτημένη, από τις γεωπολιτικές και ενεργειακές επιδιώξεις της Τουρκίας», σημείωσε, ξεκαθαρίζοντας ότι η η Τουρκία ασκεί πλέον ισχυρή επιρροή και στις δύο αντιμαχόμενες κυβερνήσεις της Λιβύης και κυρίως στην κυβέρνηση Χαφτάρ, από όπου προέρχονται κυρίως οι ροές. «Βλέπουμε λοιπόν την αδυναμία της Ε.Ε. να διαμορφώσει μία συνεκτική, δίκαιη, με όρους κατανομής ανάμεσα και στα κράτη μέλη μεταναστευτική πολιτική, η οποία να συνδυάζει ασφάλεια και όχι μονομερή προσέγγιση στην ασφαλειοποίηση, μαζί με τη δυνατότητα κοινωνικής ενσωμάτωσης και ένταξης. Συνολικά δεν έχουμε καν ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική», κατέληξε ο κ. Παπαδάκης. Συνεπώς, η ανάγκη άμεσης αναθεώρησης του κανονισμού του Δουβλίνου, η πλήρης εφαρμογή του νέου συμφώνου του 2024 και η ενεργοποίηση της ρήτρας κατανομής, μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. Είναι βασικές προϋποθέσεις για την θεσμοθέτηση μίας στοιχειώδους μεταναστευτικής πολιτικής.
Επένδυση με αναπτυξιακούς όρους στη μετανάστευση
Σε κάθε περίπτωση, η μετανάστευση δεν έχει να κάνει μόνο με την υποδοχή, τη φιλοξενία και την ασφάλεια, αλλά σχετίζεται πλέον με την αξιοποίηση και την κατεύθυνση προς την αγορά εργασίας. Η αναπτυξιακή προοπτική της μετανάστευσης στην Ελλάδα απαιτεί μία συνεκτική μεταναστευτική πολιτική, στη βάση των αναγκών και των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού. «Αυτό που χρειαζόμαστε και σε επίπεδο Ευρώπης και σε επίπεδο Ελλάδας είναι μία ορθολογική συνεκτική μεταναστευτική πολιτική, που να εδράζεται μεταξύ άλλων σε αυτό που λέμε skills-based, δηλαδή μεταναστευτική πολιτική στη βάση αναγκών σε δεξιότητες, επαγγέλματα και ανάγκες», ανέφερε ο κ. Παπαδάκης. Εξάλλου, όπως τόνισε, είναι γνωστό από τον Περιφερειακό Μηχανισμό Ανάγνωσης των Αναγκών της Αγοράς Εργασίας της Περιφέρειας Κρήτης, ότι υπάρχουν «πολύ σημαντικές ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, σε σειρά επαγγελμάτων, πρωτίστως στον πρωτογενή και τον τουριστικό τομέα». Σύμφωνα με τον κ. Παπαδάκη, «εξελικτικά, μία τέτοια προσέγγιση, δηλαδή skills based μπορεί να συμβάλλει περαιτέρω στην ανάπτυξη και σε άλλους τομείς της οικονομίας, με δεδομένο ότι έχουμε και μεγάλους διεθνείς μετασχηματισμούς στους όρους παραγωγής, μετασχηματίζονται οι οικονομίες και η αγορά εργασίας, άρα είναι πολύ σημαντικό να επενδυθεί με αναπτυξιακούς όρους και να ενδυναμωθεί μία τέτοια προσέγγιση», ανέφερε.
Μάλιστα, ο νόμος σχετικά με τη νόμιμη μετανάστευση προκρίνει μία τέτοια προσέγγιση που διευκολύνει τόσο τη χρονική διάρκεια της άδειας παραμονής του μετανάστη, καθώς και γραφειοκρατικές διευκολύνσεις. «Φαίνεται και από τον καινούργιο νόμο ότι προσπαθεί η Ελλάδα να προχωρήσει σε κάτι τέτοιο, στην πραγματικότητα είναι μία συνέχεια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας πιλοτικά που είχε γίνει την πρόσφατη περίοδο που ήταν υπουργός ο Καιρίδης. Σε κάθε περίπτωση όντως υπάρχουν ανάγκες, όντως έχουμε τη δυνατότητα πλέον να μετράμε τις ανάγκες και πολλώ δε στην Κρήτη που έχει από τους πρώτους Περιφερειακούς Μηχανισμούς. Έχουμε καταγεγραμμένες επακριβώς τις ανάγκες στους κύριους τομείς οικονομικής δραστηριότητας», επεσήμανε ο κ. Παπαδάκης και τέλος στάθηκε στο μεγάλο πρόβλημα του δημογραφικού. «Η αναπτυξιακή προσέγγιση στο μεταναστευτικό, όταν γίνει βεβαίως ορθολογικά, με ρύθμιση, αλλά και με συναίνεση και διαβούλευση και με τις αυτοδιοικητικές αρχές, που ξέρουν πολύ καλά τι χρειάζεται κάθε τόπος και κάθε περιφέρεια, αλλά και με τους κοινωνικούς εταίρους, μπορεί να οδηγήσει σε ένα βιώσιμο, συνεκτικό και ενσωματωτικό, αλλά και αναπτυξιακό μοντέλο προσέγγισης στην μεταναστευτική πολιτική».













