Συχνά τα καλοκαίρια, απλώνοντας την πετσέτα στην άμμο και στεγνώνοντας στον ήλιο μετά απ’ την βουτιά που έχει προηγηθεί, μ’ αρέσει να χαζεύω τους λουόμενους, ντόπιους και ξένους. Πριν δεκατρία χρόνια λοιπόν, μου τράβηξε την προσοχή μια νέα οικογένεια Σκανδιναβών, όπου τα δύο παιδιά έπαιζαν στην υγρή άμμο με τα βότσαλα. Ο πατέρας από κοντά, τα φρόντιζε και ταυτόχρονα τους έκανε μάθημα. Είχε μαζέψει διάφορα επίπεδα βότσαλα κι ένα κομμάτι λείο ξύλο που είχε ξεβράσει το κύμα. Είχε βάλει ένα μεγάλο μαύρο βότσαλο στο κέντρο, κι από πάνω το ξύλο, που κάθε φορά ισορροπούσε με τα άκρα του φορτωμένα από βότσαλα διαφόρων βαρών.
Λίγο καιρό αργότερα και μετά από ένα σύντομο ταξίδι με το φέριμποτ, έγραψα το διήγημα «Ο Μάρκος και η Άννα», όπου περιγράφεται η σκηνή με τα μικρά παιδιά το Μάρκο και την Άννα, να παίζουν στην παιδική χαρά, κι ο πατέρας του Μάρκου, να τα εποπτεύει στην προσπάθεια τους να κάνουν τραμπάλα.
«Η χαρά η παιδική είχε και μια τραμπάλα. Μάταια ο Μάρκος κι η Άννα προσπαθούσαν να ισορροπήσουν τα κορμιά τους. Ο Μάρκος ήταν πιο βαρύς και η Άννα πιο ανάλαφρη, μπορεί και δυο φορές. Άρα όπως σκεφτόταν ο μπαμπάς του Μάρκου, που εμφανίστηκε και παρακολουθούσε, δύο πράγματα μπορούσαν να συμβούν για να ισορροπήσουν τα παιδιά. Ή να κάτσουν δύο Άννες από τη μια κι ένας Μάρκος από την άλλη, ή να αλλάξει το σημείο στήριξης της δοκού της τραμπάλας και να απέχει ένα μέρος μήκους από το Μάρκο και δύο μέρη από την Άννα. Υπάρχουν παντού ίσες και άνισες ροπές σκεφτόταν. Η ισορροπία ήταν το μέλημά του σε όλα…»
Το όλο διήγημα, εντελώς τυχαία συμμετείχε εκείνο το καλοκαίρι του ’13, στον Παγκρήτιο διαγωνισμό καλοκαιρινού διηγήματος που διοργάνωνε το βιβλιοπωλείο «Ελευθερουδάκης» στο Ηράκλειο, με κριτή το λογοτέχνη Μάνο Κοντολέων. Ανέλπιστα απέσπασε το πρώτο βραβείο, και ως έπαθλο μια επιταγή 250 ευρώ για την αγορά βιβλίων. Βέβαια για την πρωτιά συνετέλεσαν, όπως το σκέφτηκα αργότερα, πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες. Και πρώτα-πρώτα ο τίτλος του διηγήματος, παρμένος από το γνωστό τραγούδι των Κατσιμηχαίων. Ο Μάνος Κοντολέων είχε μια λατρευτή κόρη την Άννα, η οποία είχε έναν εφηβικό έρωτα τον Μάρκο, και άκουγαν και ξανάκουγαν το τραγούδι τότε, λες και ήταν γραμμένο για τον έρωτά τους. Αργότερα γνωρίζοντας τον κ. Κοντολέων διαπίστωσα ότι, κι αυτός εκτός από λογοτέχνης είχε σπουδάσει και Φυσική, οπότε οι ίσες και άνισες ροπές με την τραμπάλα του άρεσαν. Εν κατακλείδι αν αντί του Μάρκου που απογείωσα στον κόκκινο ουρανό του ηλιοβασιλέματος στον επίλογο, απογείωνα την μικρή Άννα, κάνοντας όπως μου σχολίασε την υπέρβαση, θα ήταν σαν να το είχε γράψει αυτός το κείμενο.
Αυτά τα ολίγα καλοκαιρινά, πάμε για τα μπάνια του λαού, όπως έλεγε κι ο αείμνηστος Ανδρέας.
Βιβλιογραφία: Αριστείδης Γ. Αρχοντάκης – «Υπερηχογράφημα» εκδόσεις Έρεισμα 2013, σελ.157.









