Μια κοινωνία που δείχνει να προοδεύει αλλά κουβαλάει μέσα της ακόμα βαθιά συντηρητικά αντανακλαστικά είναι η εικόνα που μεταφέρουν οι επαγγελματίες του Κέντρου Συμβουλευτικής Γυναικών Ρεθύμνου, μια δομή που λειτουργεί στον δήμο από το 2013, χρηματοδοτούμενη από την ΕΕ και από εθνικούς πόρους, διαδραματίζοντας κομβικό ρόλο στην τοπική κοινωνία σε ό,τι αφορά στην πρόληψη της βίας κατά των γυναικών αλλά και στη στήριξη και ενδυνάμωση εκείνων που υπόκεινται διακρίσεις και κακοποιητικές συμπεριφορές. Το Κέντρο για το 2026 μέχρι στιγμής όπως μας μεταφέρει η Αλεξάνδρα Μουστάκα, σύμβουλος υποδοχής στο Συμβουλευτικό Κέντρο Γυναικών Ρεθύμνου, έχει διαχειριστεί 35 περιστατικά βίας (σωματικής, λεκτικής, ψυχολογικής) καθώς και τέσσερα περιστατικά όπου γυναίκες έχουν υποστεί κάποια κοινωνική διάκριση ή ρατσισμό, «καθώς εδώ εξυπηρετούμε και γυναίκες οι οποίες μπορεί να είναι άνεργες, προσφύγισσες, μετανάστριες, ΑμεΑ και μπορεί να έχουν υποστεί κάποια διάκριση και για αυτό να χρειάζονται μια υποστήριξη», σχολιάζει χαρακτηριστικά η ίδια.
Ωστόσο τα πραγματικά νούμερα της βίας και των διακρίσεων δεν μπορούν να είναι ποτέ γνωστά καθώς πολλά είναι εκείνα τα περιστατικά τα οποία δεν βγαίνουν έξω από την πόρτα ενός σπιτιού, που δεν καταγγέλλονται, που δεν αναγνωρίζονται καν από μια γυναίκα και το ευρύτερο περιβάλλον της ως κακοποίηση. Η βία είναι από τα πιο πολύπλοκα και σκοτεινά ζητήματα μιας κοινωνίας και ειδικά όταν αυτή προέρχεται από ένα οικογενειακό πρόσωπο, ένα άνθρωπο (υποτίθεται) εμπιστοσύνης, τότε ο κύκλος της μπορεί να κρατήσει χρόνια με τη γυναίκα που βρίσκεται κάτω από αυτό το καθεστώς να βρίσκει τη δύναμη να αποδράσει έπειτα από εξαντλητική εσωτερική σύγκρουση, ματαίωση και αμφισβήτηση. Παράλληλα, συχνά η ανοχή είναι μεγάλη, με τους τρίτους να κάνουν πολλές φορές τα στραβά μάτια ή να «απαλύνουν» τις κακοποιητικές συμπεριφορές με δικαιολογίες και φράσεις του τύπου «έτσι είναι», «είσαι υπερβολική», «μην γίνεται δραματική». Για αυτόν τον λόγο όπως εξηγούν οι επαγγελματίες του Κέντρου δεν είναι καθόλου εύκολο μια γυναίκα να βρει το θάρρος να μιλήσει και να ζητήσει βοήθεια. Παρόλα αυτά για εκείνες που το βρίσκουν, ο πρωταρχικός σκοπός του Κέντρου είναι να τις βοηθήσει μέσα από συνεδρίες με ψυχολόγο, κοινωνική λειτουργό και κοινωνιολόγο, να συνειδητοποιήσουν τι είναι αυτό που έχουν περάσει και να πάρουν στα χέρια τους τα εργαλεία που θα τις βοηθήσουν να σταθούν στα πόδια τους, αλλά όχι απαραίτητα να τους επουλώσουν τα μακροχρόνια τραύματα, όπως επισημαίνει η ψυχολόγος του Κέντρου, Ελένη Περάκη «Ο στόχος είναι σε πρώτη φάση η γυναίκα να μπορέσει να κατανοήσει τι συμβαίνει. Να αποδεχθεί τη βία. Γιατί πολλές γυναίκες δεν αναγνωρίζουν καν ότι βιώνουν βία ή τον βαθμό της κακοποίησης. Οπότε εμείς εδώ δεν έχουμε απαραίτητα στόχο να μπει η ωφελούμενη στη διαδικασία να χωρίσει. Αυτό γιατί ακόμα και αν χωρίσει μπορεί να επαναληφθεί η βία, δηλαδή να ξαναμπεί σε κακοποιητική σχέση. Έτσι εμάς μας ενδιαφέρει σε πρώτη φάση να δημιουργηθεί από εμάς μια πλαισίωση. Να λάβει η ωφελούμενη ψυχολογική συμβουλευτική και κοινωνική στήριξη και σταδιακά να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της. Κανονικά ο κύκλος των συνεδριών που προσφέρουμε είναι 12 συνεδρίες συμβουλευτικής ψυχολογικής στήριξης και 12 συνεδρίες εργασιακής και κοινωνικής στήριξης. Το διάστημα αυτό ωστόσο είναι πολύ βραχύ. Δεν μπορούμε να στοχεύουμε όταν η κακοποίηση είναι μακροχρόνια ότι σε 12 συνεδρίες θα λυθεί το πρόβλημα».
Εργασιακή ένταξη, νομική καθοδήγηση, φυγή
Τα συνηθέστερα περιστατικά που φτάνουν στο Συμβουλευτικό Κέντρο Γυναικών Ρεθύμνου όπως αναφέρει η κ. Μουστάκα είναι γυναίκες που θέλουν να φύγουν από έναν κακοποιητικό γάμο αλλά και γυναίκες που έχουν χωρίσει, ωστόσο ο πρώην σύντροφος συνεχίζει να τις παρενοχλεί. Στις περιπτώσεις όπου τα πράγματα ξεφεύγουν σε τέτοιο βαθμό που να χρειάζεται μια γυναίκα άμεση προστασία τότε το Συμβουλευτικό Κέντρο σε συνεργασία με το Γραφείο Ενδοοικογενειακής Βίας Ρεθύμνου της Ελληνικής Αστυνομίας, παρέχει άμεσα μια θέση στους ξενώνες φιλοξενίας που διαθέτει το Πανελλαδικό Δίκτυο Δομών της Γενικής Γραμματείας Ισότητας (στην Κρήτη υπάρχουν δύο τέτοιοι, ένας στο Ηράκλειο και ένας στα Χανιά). «Μια γυναίκα που κινδυνεύει άμεσα θα απευθυνθεί στην αστυνομία από εκεί και πέρα ο ρόλος ο δικός μας είναι υποστηρικτικός και μπορούμε να βοηθήσουμε στο κομμάτι που αυτή η γυναίκα χρειάζεται άμεσα να φύγει από την κατοικία της. Έχουμε τη δυνατότητα ως Συμβουλευτικό Κέντρο να κάνουμε παραπομπή σε κάποιο ξενώνα του Δικτύου, βρίσκοντας άμεσα μια θέση σε εκείνη αλλά και τα παιδιά της εφόσον χρειάζεται», εξηγεί η σύμβουλος υποδοχής του Κέντρου.
Την ίδια ώρα, το Κέντρο πέρα από την ψυχολογική στήριξη, παρέχει στις ωφελούμενες και εργασιακή συμβουλευτική και καθοδήγηση ως προς τα επιδόματα και τις παροχές που δικαιούται – άλλος ένας πολύ σημαντικός άξονας, καθώς όπως εξηγεί η κ. Μουστάκα μια μεγάλη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες που θέλουν να φύγουν από έναν κακοποιητικό γάμο είναι ότι δεν είναι αυτόνομες οικονομικά ή δεν έχουν το οικογενειακό – φιλικό πλαίσιο για να τις στηρίξει σε αυτό το κομμάτι. «Έχουμε στο Κέντρο μια κοινωνική λειτουργό η οποία αναλαμβάνει την κοινωνική στήριξη της ωφελούμενης, να ψάξουν πως αυτή μπορεί να υποστηριχθεί με κάποιο επίδομα ή οτιδήποτε άλλο χρειάζεται, να εξασφαλίσει μια θέση στα παιδιά της σε κάποια κοινωνική δομή ώστε να μπορεί εκείνη να εργαστεί. Έχουμε επίσης μια κοινωνιολόγο η οποία βοηθάει την ωφελούμενη στην εργασιακή στήριξη σε δύο επίπεδα: και σε επίπεδο του να βρουν τι είναι καλύτερο για τη γυναίκα, τι της αρέσει να κάνει, τι δεξιότητες έχει. Και πρακτικά μετά να τη βοηθήσει να συμπληρώσει κάποια αίτηση, να φτιάξουν ένα βιογραφικό κ.λπ.».
Η νομική καθοδήγηση που είναι και μια από τις πιο σημαντικές πτυχές για μια γυναίκα που θέλει να ξεφύγει από έναν γάμο για παράδειγμα, είναι επίσης κάτι που παρέχει το Κέντρο μέσω νομικού του Πανελλαδικού Δικτύου Δομών της Γενικής Γραμματείας Ισότητας, όπου με τηλεφωνική επικοινωνία οι γυναίκες μπορούν να λάβουν τις πρώτες νομικές συμβουλές, να μάθουν τα δικαιώματά τους και να καταλάβουν τι πρέπει να κάνουν και πως να διαχειριστούν νομικά την υπόθεσή τους.
Παράλληλα, σύμφωνα με την κ. Μουστάκα για τις γυναίκες που δεν έχουν καθόλου την οικονομική δυνατότητα να «σηκώσουν» τη φυγή τους, το Κέντρο πάλι είναι δίπλα τους βοηθώντας τες να κάνουν αίτηση για δωρεάν νομική υποστήριξη αλλά και να ενημερωθούν για τις παροχές που δικαιούνται (επιδόματα κ.λπ.).
«Το Ρέθυμνο είναι μια αρκετά συντηρητική κοινωνία»
Το Ρέθυμνο για την ψυχολόγο του Κέντρου, Ελένη Περάκη, παραμένει όπως και στο σύνολό της η χώρα, μια συντηρητική κοινωνία. Μπορεί να καταγγέλλεται πλέον ευκολότερα η κακοποίηση, ή να μιλάμε πιο ανοιχτά για αυτά τα ζητήματα, ωστόσο η βία παραμένει, οι πατριαρχικές συμπεριφορές – μικρές και μεγάλες – επιβιώνουν και πολλές γυναίκες συνεχίζουν να ζουν με το στίγμα είτε μιλούν είτε όχι. «Θεωρώ ότι το Ρέθυμνο είναι μια αρκετά συντηρητική κοινωνία ακόμα. Θα θέλαμε ιδανικά να πούμε ότι έχουμε προχωρήσει, δεν θεωρώ όμως ότι έχουν γίνει πολλά βήματα. Δεν έχει να κάνει απαραίτητα με την Κρήτη, γενικά έχει να κάνει με την πατριαρχία στην Ελλάδα. Αυτό που βλέπω είναι ότι αυξάνεται η βία, αυξάνονται οι γυναικοκτονίες, κάθε μέρα όλοι στην καθημερινότητά μας ακούμε συνέχεια για τέτοια περιστατικά», αναφέρει η κ. Περάκη μεταξύ άλλων.
Ωστόσο η ίδια ενθαρρύνει τις γυναίκες να κάνουν την προσπάθεια να ζητήσουν βοήθεια από το Κέντρο καθώς αυτό είναι το πρώτο και καθοριστικό βήμα: Να ζητήσουν βοήθεια. Μάλιστα, το Κέντρο παρέχει και τηλεφωνική εξυπηρέτηση για εκείνες που δεν έχουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε αυτό από κοντά, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα να μιλήσουν ακόμα και ανώνυμα. «Μια γυναίκα που θέλει να βρει το θάρρος και να ζητήσει βοήθεια, μπορούμε να της πούμε ότι είναι πολύ σημαντικό να κάνει τουλάχιστον μια προσπάθεια. Δεν είναι απαραίτητο να έχει στο μυαλό της ότι εφόσον ζητήσει βοήθεια πρέπει απαραίτητα και να χωρίσει. Γιατί αυτό ενδεχομένως τις τρομοκρατεί γιατί είναι κάτι τελείως καινούργιο. Απλά να κάνουν μια προσπάθεια να το δοκιμάσουν γιατί μπορεί να τους ταιριάζει. Επίσης αν αισθάνονται ντροπή μπορούν να απευθυνθούν σε εμάς τηλεφωνικά και ανώνυμα τηλεφωνικά. Και επίσης να ξέρουν ότι σίγουρα η ζωή δεν είναι αυτό που βιώνουν».













