Περιγράφουν στα «Ρ.Ν.» τον καθημερινό «γολγοθά» για να μπορέσουν να καλύψουν ανάγκες και υποχρεώσεις της οικογένειάς τους
Μονόδρομος φαίνεται πως είναι για πάρα πολλούς ανθρώπους στις μέρες μας να εργάζονται σε δύο ή και παραπάνω δουλειές προκειμένου να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Είτε μιλάμε για πολύτεκνους γονείς, είτε για ζευγάρια που περιμένουν το πρώτο τους παιδί, είτε για ανθρώπους που ζουν στα αστικά κέντρα είτε στο χωριό, σε κάθε περίπτωση όλοι μοιάζουν να τρέχουν πίσω από τις υποχρεώσεις, με μισθούς που μένουν στάσιμοι και την ακρίβεια που δεν λέει να πατήσει φρένο. Συχνά ακόμα και με δύο δουλειές πολλοί όπως εξομολογούνται στα «Ρ.Ν.» δυσκολεύονται ακόμα και έτσι να τα βγάλουν πέρα, ενώ όλοι τονίζουν ότι αν δεν είχαν τη δεύτερη δουλειά δεν θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις επιπλέον οικονομικές υποχρεώσεις που προκύπτουν καθημερινά όπως κάποια ζημιά στο αυτοκίνητο, κοινωνικές υποχρεώσεις, επείγουσες επισκέψεις σε γιατρούς κ.ά. Οι εκπτώσεις που γίνονται στη διασκέδαση και σε άλλες «πολυτέλειες» όπως λένε είναι όλο και συχνότερες, ενώ όλοι επισημαίνουν χαρακτηριστικά ότι η δεύτερη δουλειά δεν είναι «για να γίνουμε πλούσιοι», αλλά «για να μπορέσουμε πραγματικά να ανταπεξέλθουμε στις υποχρεώσεις που έχουμε απέναντι στην οικογένεια και τα παιδιά μας».
Όλες οι οικογένειες, ανεξάρτητα τις συνθήκες της κάθε μίας, βιώνουν στο τέλος της μέρας την ίδια πραγματικότητα: «ματωμένα» μπάτζετ, αποξενωμένες σχέσεις, υποχρεώσεις που δεν περιμένουν ούτε υπολογίζουν αντοχές και κούραση. Μόνος κερδισμένος συχνά σε αυτό το τοπίο η επιβίωση.
«Πράγματι ολοένα και περισσότεροι πολίτες κάνουν δύο δουλειές, κάποιοι κάνουν και τρεις, για να μπορέσουν ανταπεξέλθουν στα οικονομικά του νοικοκυριού τους. Σε επίπεδο Ρεθύμνου – αλλά θεωρώ και στην υπόλοιπη Ελλάδα λίγο έως πολύ είναι το ίδιο- για να μπορέσει μια οικογένεια να ανταπεξέλθει και να ζήσει αξιοπρεπώς – και δεν μιλάμε για να κάνει αποταμίευση, μιλάμε για να καλύψει τα πάγια έξοδα του μήνα – θα πρέπει ή να δουλεύει κάποιος σε δύο δουλειές, ή να είναι σε υπερωριακή απασχόληση, αλλιώς δεν «βγαίνει». Πόσο μάλλον όταν έχει να πληρώσει ενοίκιο, ρεύμα, το τηλέφωνό του, το νερό του. Και το Ρέθυμνο είναι από τις ακριβότερες πόλεις όσον αφορά τον λογαριασμό του νερού με ό,τι αυτό συνεπάγεται», περιγράφει χαρακτηριστικά ο Κώστας Νικολιδάκης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ρεθύμνου.
Συντηρώντας δύο σπίτια
Η Νικολία Π. είναι μια μητέρα τριών παιδιών. Και εκείνη και ο άντρας της εργάζονται σε δύο δουλειές προκειμένου να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Το πρώτο τους παιδί μάλιστα είναι φοιτητής σε επαρχιακή πόλη, εκτός Κρήτης, πράγμα που σημαίνει ότι καλούνται να συντηρήσουν με τον άντρα της τόσο το δικό τους σπίτι, όσο και το φοιτητικό του γιού τους και επιπλέον τα υπόλοιπα καθημερινά έξοδα. Το μηνιαίο «μπάτζετ», όπως εξηγεί, σε αυτό το πλαίσιο είναι περίπου 4.000€. Αν δεν έκαναν και οι δύο, όπως λέει, από δύο δουλειές τότε δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να καλύψουν ούτε τις βασικές ανάγκες. «Σαν πενταμελή οικογένεια έχουμε μηνιαία έξοδα 4.000 €. Και ο άντρας μου κάνει δύο δουλειές για να βγάζουμε τα παραπάνω χρήματα που χρειαζόμαστε. Για το σούπερ μάρκετ χρειάζονται περίπου 700€ χώρια το νερό, τα τηλέφωνα, η ΔΕΗ. Μετά είναι τα φροντιστήρια και οι δραστηριότητες των δύο μικρών μας παιδιών. Και σίγουρα απαιτούνται χρήματα για την επιπλέον φορολογία, ενώ πρέπει να υπολογίσεις να έχεις και κάτι για υποχρεώσεις όπως κοινωνικές και ζημιές που μπορεί να πάθεις, οι επιπλέον γιατροί που μπορεί να χρειαστείς. Για τον μεγάλο μας γιο που σπουδάζει εκτός Κρήτης, χρειαζόμαστε περίπου 900 ευρώ. Το ενοίκιό του, το ρεύμα του, τα προσωπικά του έξοδα. Και το ωραίο σε όλο αυτό είναι ότι επειδή έχεις δύο δουλειές το κράτος πλέον σε θεωρεί πλούσιο και σε φορολογεί παραπάνω, οπότε το παιδί σου που είναι φοιτητής δεν δικαιούται παροχές όπως δωρεάν σίτιση ή εστία. Με αποτέλεσμα να θέλει το παιδί περισσότερα χρήματα για να φάει. Είτε από την εστία, 3 ευρώ καθημερινά, ή να ψωνίσει από το σούπερ μάρκετ για να μαγειρέψει μόνο του», περιγράφει η Νικολία.
Όπως εξηγεί η ίδια, οι δύο δουλειές που κάνουν και εκείνη και ο σύζυγός της είναι αποκλειστικά για να μπορούν να καλύψουν τα έξοδά τους και αυτό, όπως λέει, με πολλούς περιορισμούς και οικονομία. Και μάλιστα, όπως επισημαίνει, τα επιπλέον έξοδα που προκύπτουν δεν είναι ο κανόνας για μια οικογένεια, είναι καθημερινότητα και αν δεν είχαν τις δύο δουλειές δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν. Όπως παρατηρεί, τα περισσότερα ζευγάρια, στις μέρες αναγκάζονται να κάνουν δύο δουλειές. Το κόστος βέβαια, όπως περιγράφει, μεγάλο: γονείς συχνά απόντες που δεν μπορούν όμως να κάνουν αλλιώς και παιδιά που καταλαβαίνουν την πίεση βιώνοντας μεγάλη μοναξιά.
«Τον κόπο δεν αξίζει διότι χάνεις πάρα πολλές ώρες από τα παιδιά σου. Να έκανες λέει οικογένεια και παιδιά για να τα χαρείς. Και να τα παιδιά τα περισσότερα και αυτοτραυματίζονται και να τα περισσότερα και νιώθουν μοναξιά, απόρριψη, βάρος. Γιατί βλέπουν τους γονείς πως τρέχουν όλη μέρα και αυτό μεταφέρεται θέλοντας και μη. Δεν μπορεί να είναι όλα ρόδινα. Να επιστρέφεις από βάρδια σπίτι, να έχεις να πας στην άλλη δουλειά και να πας χαμογελαστός στο σπίτι. Και τα παιδιά νιώθουν μεγάλη μοναξιά. Σε προσωπικό επίπεδο νιώθεις μια μηχανή, που πρέπει να δουλέψει, να παράξει, χωρίς να έχεις κάποιο προσωπικό όφελος. Νιώθεις χαρά βέβαια που μπορείς και ανταπεξέρχεσαι σε όλα αυτά γιατί φαντάσου να μην μπορούσες. Αλλά προσωπικό όφελος δεν υπάρχει, εκτός την ικανοποίηση του τύπου «ουφ τα κατάφερα και αυτόν τον μήνα». Νιώθεις απλά αποξένωση και από τα παιδιά σου, και από τον άντρα σου. Και από την κούραση δεν υπάρχουν σχέσεις προσωπικές. Δηλαδή μετά από τόση κούραση τι κουβέντες να ανταλλάξεις; Και πάλι καλά να λέμε».
Δύσκολα ακόμα και χωρίς ενοίκιο
Από την άλλη, η Βίκυ Μ., ζει σε χωριό του Μυλοποτάμου μαζί με τον σύζυγό της. Τα δύο της παιδιά έχουν φύγει από το σπίτι και έχουν αυτονομηθεί. Αν και θα σκεφτόταν κανείς ότι χωρίς ενοίκιο και χωρίς τα έξοδα των παιδιών, τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα, εκείνη τονίζει πως υπάρχει μεγάλη επισφάλεια ακόμα και έτσι. Αυτό γιατί ως αγροτική οικογένεια το εισόδημα δεν είναι καθόλου σταθερό κάθε μήνα, οπότε και εκείνη και ο άντρας της αναγκάζονται να κάνουν δύο δουλειές για να ανταπεξέλθουν και να μπορούν να ανταποκριθούν στις έκτακτες ανάγκες που είναι πια καθημερινότητα. «Μια οικογένεια που ζει στην επαρχία, παρόλο που μπορεί να μην πληρώνει ενοίκιο, παρόλο που μπορεί κάποια προϊόντα να τα παράγει η ίδια και να μην χρειάζεται να τα αγοράζει, συνεχίζει να δυσκολεύεται. Χωρίς να λέμε ότι κάνουμε μια ζωή πολυτελή, ζούμε μια ζωή με αξιοπρέπεια, παρόλα αυτά δυστυχώς πάλι υπάρχει ανάγκη να κάνουμε δύο δουλειές διότι έχουν αυξηθεί τα έξοδα, οι λογαριασμοί, το σούπερ μάρκετ, και αυτό μας δημιουργεί την ανάγκη για επιπλέον εισόδημα. Δεν το κάνουμε για να κάνουμε πολυτελή ζωή, αλλά για να ανταπεξέλθουμε στην καθημερινότητα. Το μηνιαίο μπάτζετ είναι γύρω στα 600€ στο σούπερ μάρκετ, συν οι πάγιοι λογαριασμοί που είναι άλλα 600€. Χρειαζόμαστε για να ζήσουμε επομένως αξιοπρεπώς στην επαρχία και με προϊόντα που εμείς οι ίδιοι παράγουμε, 1.500€. Και με τις δύο δουλειές, βιοποριζόμαστε καλά. Όμως αν υποθετικά πούμε ότι ο ένας σταματάει να κάνει τη δεύτερη δουλειά, δεν θα μπορούμε να καλύψουμε τους λογαριασμούς. Αυτό που «χαλάει» τον προϋπολογισμό είναι τα έξοδα τα οποία δεν μπορείς να υπολογίσεις αλλά χρειάζεται να έχεις χρήματα για να ανταπεξέλθεις τύπου το αυτοκίνητο μπορεί να χαλάσει, ένας γιατρός που μπορεί να χρειαστεί άμεσα για μια ιατρική εξέταση, κάποια συσκευή χάλασε πρέπει να αντικατασταθεί και οι κοινωνικές υποχρεώσεις τύπου γάμοι και βαφτίσεις που ειδικά το καλοκαίρι μεγάλο μέρος των χρημάτων πάνε εκεί», περιγράφει χαρακτηριστικά η ίδια.
Αυτό που η Βίκυ τονίζει είναι ότι πέρα από το αποτύπωμα του πληθωρισμού στον οικογενειακό προϋπολογισμό, παράλληλα «σκληρή», όπως λέει, έχει γίνει και η φορολογία, η οποία έχει επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα μηνιαία έξοδα, την ώρα που οι μισθοί μένουν στάσιμοι εδώ και χρόνια. «Οι μισθοί έχουν μείνει σε επίπεδα προ δεκαετίας και εμείς καλούμαστε να ζήσουμε με δυσθεώρητες αυξήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες. Το κομμάτι της φορολογίας έχει γίνει πιο σκληρό επίσης. Πραγματικά δεν θυμάμαι ποτέ να χρωστάω εφορία και τώρα όχι μόνο χρωστάω και δεν μπορώ να την εξοφλήσω με τη μία, αλλά έχω κάνει και δόσεις. Οπότε στις οικονομικές υποχρεώσεις μηνιαίως είναι και μια εφορία που ποτέ δεν είχα. Και το εισόδημα είναι ίδιο. Αυτό έχει γονατίσει όλα τα ελληνικά νοικοκυριά».
Η ίδια τέλος επισημαίνει ότι παρόλο που τα παιδιά της έχουν ανεξαρτητοποιηθεί και βιοπορίζονται μόνα τους, υπάρχουν φορές που συμβάλλουν σημαντικά σε αυτό και εκείνη και ο σύζυγός της. «Και τα παιδιά μας έχουν μπει στην ελληνική πραγματικότητα και πληρώνονται με λίγα χρήματα, ενώ οι υποχρεώσεις τους είναι αυξημένες οπότε καμία φορά μπορεί να μην τους φτάνει το εισόδημά τους και χρειάζονται κάποια βοήθεια. Οπότε είμαστε σε ετοιμότητα αν χρειαστούν κάτι τα παιδιά να τα βοηθήσουμε».













