(Γραφοτεχνική Κρήτης Α.Ε.Ε., Ρέθυμνο 2025, 28Χ21, σ/ς 422)
Δεν θα πρωτοτυπήσω, βέβαια, επαναλαμβάνοντας την πικρή αλήθεια: Ότι ο άνθρωπος πεθαίνει δυο φορές: Μία φορά – πρωτόδικα, θα έλεγα – όταν μετοικεί από αυτόν τον κόσμο, και άλλη μία – τελεσίδικα, θα έλεγα – όταν παραδίδεται στη λήθη.
Από τη γενικότητα αυτή ας περάσουμε παραγωγικά στην ειδική περίπτωση του αείμνηστου δικηγόρου Χάρη Α. Καλαϊτζάκη και του συγγραφικού αποτυπώματός του, ως ενός ιδανικού τρόπου αποτροπής της προαναφερόμενης τελεσιδικίας.
Αναφέρομαι στο τελευταίο του βιβλίο «Ιστορικός Περίπατος στην οδό Aρκαδίου και στην Προκυμαία του Ρεθύμνου».
* * *
Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον τοπολάτρη – αλλά όχι τοπικιστή – Ρεθυμνιώτη συγγραφέα να μας ξεναγήσει αδρομερώς στο βιβλίο του: «Είναι η δεύτερη συγγραφική προσπάθειά μου, μετά «Τα δικά μας καφενεία». (…) Βασικό κίνητρο, βέβαια, η επιθυμία μου να βάλω ένα λιθαράκι στον έντυπο εγκλωβισμό ιστορικών στιγμών του Ρεθύμνου, χρήσιμο για τις επερχόμενες γενιές.(…) Κατέληξα στην οδό Αρκαδίου, έναν δρόμο που, αν και δεν είναι η κύρια οδική αρτηρία της πόλης, σηματοδοτεί σχεδόν όλη την πορεία της στη μακραίωνη ιστορική διαδρομή της. Έναν δρόμο που οι ιστορικές καταβολές του, εκτεινόμενες στο παρελθόν, oρίζονται από την Ενετοκρατία και εντεύθεν. Έναν δρόμο που η χρονική διαδρομή του είναι αυτή η ίδια η διαδρομή του τόπου μας (…) Η έρευνά λοιπόν ξεκινά (…) με την ονοματοθεσία του συγκεκριμένου δρόμου, μέσα στη χρονική αναδρομή της ιστορίας του τόπου μας, παράλληλα με την εξέταση της δημιουργίας του δρόμου αυτού, συνεχίζεται με μια συνοπτική κατά χρονικές περιόδους δραματοποιημένη και δεμένη με τον δρόμο αυτό ιστορία της πόλης μας (Ενετοκρατία, Τουρκοκρατία, Αυτονομία-Ρωσική Παρουσία, Μεσοπόλεμος, Γερμανοκατοχή, Νεότερη ιστορία) (Α΄Μέρος) και ολοκληρώνεται με την ειδικότερη εξέταση της θέσης κάθε κτίσματος και την κατά το δυνατόν αναλυτική ιστορική διαδρομή του, με τους ανθρώπους που έζησαν σε αυτό, τις ασχολίες τους και οποιαδήποτε ειδική αναφορά μάς έγινε γνωστή για στιγμές και γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μιας σειράς συμπολιτών μας στη χρονική πορεία της». (Β΄Μέρος: «Ανθρωπογεωγραφία του δρόμου»).
* * *
Oι ευμεγέθεις και όχι ευάριθμες σελίδες του δεν διαβάζονται – σύμφωνα με τα κλισέ- απνευστί ή μονορούφι, καθώς μας προσφέρει τη δυνατότητα μιας αναγνωστικής εμπειρίας που παραβάλλεται με τη γνωστική εμπειρία ενός συνειδητοποιημένου -και όχι κοπαδοποιημένου ξεναγούμενου – από ένα μεθοδικό, επαρκέστατο, επιδραστικό, ακριβολόγο, χαρισματικό «ξεναγό».
Το βιβλίο μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε τη οδό Αρκαδίου και την «Προκυμαία» μέσα από τα δικά του μάτια, τη δική του οπτική, που δεν περιορίζεται μόνο σε ό,τι φαίνεται αλλά και σε ότι δε φαίνεται, δίνοντας στα κτίσματα χρονικό βάθος αλλά και διαγενεαλογική φωνή, καθώς τα κτήρια στο πέρασμα του χρόνου δεν «αλλάζουν χέρια» μόνο αλλά και… στόματα.
Συμβάλλει στην ουσιαστική κατανόηση από τον αναγνώστη του συγκεκριμένου χωροχρόνου και των τρόπων ζωής των ανθρώπων μέσα σ’ αυτόν, σε σύγκριση οριζόντιας αλλά και κάθετης κατεύθυνσης, που «πιάνει» και το παρόν μας.
Ο συγγραφέας συνδυάζει την υλικότητα με το πνεύμα, την ακριβή περιγραφή με τη μεγάλη ιστορία και τη μικροϊστορία, το καθημερινό και κοινό με το εντυπωσιακό, τη σοβαρότητα με το χιούμορ, τη νοσταλγία με την αίσθηση αισιοδοξίας για τη συνέχεια των πραγμάτων με ή χωρίς εμάς…
Το έργο του αποτελεί μια πράξη αντίστασης απέναντι στη φθορά. Και όχι μόνο των κτισμάτων άλλα και των προσώπων και των ιδεών. Ταυτόχρονα αποτελεί ύμνο στη ζωή και στη δημιουργία, μια και γι’ αυτόν η φθορά δεν είναι το τέλος, αλλά μέρος της εξελικτικής αλλαγής προς το καλύτερο με όραμα την τελείωση. Παράλληλα αποτελεί στιγματισμό τη ματαιότητας της υπερσυγκέντρωσης υλικών αγαθών σε βάρος της ανώτερης ποιότητας ζωής, καθώς τελικά…«Όλοι δύο μέτρα παίρνουν γη».
Λες και βρίσκει σε κάποιο κρυψώνα το διαχρονικό κλειδί κάθε κτηρίου -κατοικίας ή μαγαζιού- και… ξεκλειδώνει προϋπάρχοντα, «πρόσωπα και πράγματα», πυροδοτώ-ντας παράλληλα τους μνημονικούς μηχανισμούς των αναγνωστών, που κάποια (πολ-λά η λίγα ανάλογα με την ηλικία τους) τα επαναφέρουν «καθαρά» και «ζωντανά» από το ομιχλώδες υποσυνείδητο στο ενσυνείδητό τους. Ακόμη και να ανακαλέσουν συνειρμικά στη μνήμη τους προσωπικά τους παιδικά, εφηβικά ή νεανικά τους βιώματα.
Ο ιστορικός ερευνητής, με γλώσσα μεικτή, ενίοτε λογοτεχνική και ενίοτε …«συμβολαιογραφική» ή «αρχιτεκτονική» οικοδόμησε το βιβλίο με υλικά από κάθε διαθέσιμη πηγή -γραπτή ή προφορική και μάλιστα από αυτόπτες μάρτυρες- και ελεγμένα μέσα από ενδελεχή διασταύρωση. Χρησιμοποιεί και διαλεκτικά ή ιδιωματικά λεκτικά στοιχεία όπου χρειάζεται. Διανθίζει τα γραφόμενά του με αποσπάσματα Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων, συχνότερα τοπικών, αλλά και με χιουμοριστικές σκηνές ή μικροϊστοριούλες, που κάνουν την «ξενάγησή» του πιο ευχάριστη. Επικουρεί τα περιγραφόμενά του με πλήθος εικόνων συνοδευόμενων από πολύ κατατοπιστικές λεζάντες…
Αποτελεί μια αξεπέραστη βάση δεδομένων που παρέχει εναύσματα για… αναβάσεις, ακόμη και υπερβάσεις των προθέσεων του συγγραφέα, όπως το θέμα των ξενικών επιγραφών, που, με αφορμή την καθιέρωση της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας, ανάμεσα στο πλήθος των πινακίδων της Οδού Αρκαδίου αναζήτησα με μια βόλτα πρόσφατα και εντόπισα στα ελληνικά μόνο δύο με στοιχεία καταστηματάρχη, δύο με το είδος του μαγαζιού και τέσσερις με διευκρίνιση του ξενόγλωσσου είδους.-Ποσοστά εμφανώς διαφοροποιημένα υπέρ της ξενογλωσσίας από αυτά που εξάγει κανείς από την ανάγνωση του βιβλίου. Και αυτό, λόγω της συχνής αλλαγής ενοικιαστή ή χρήσης, ανάλογα με τη ζήτηση της τουριστικής αγοράς. (Για διάφορα επιμέρους θέματα που τροφοδοτούνται από το βιβλίο θα επανέλθω με δημοσίευμά μου κάποια άλλη φορά).
* * *
Γενικά το βιβλίο είναι σημαντικότατο και ως σημαίνον και ως σημαινόμενο. Και, αν και ο σεμνός συγγραφέας δηλώνει προλογικά ότι «η επιθυμία του ήταν να βάλει ένα λιθαράκι στον έντυπο εγκλωβισμό ιστορικών στιγμών του Ρεθύμνου, χρήσιμο για τις επερχόμενες γενιές», τελικά έβαλε έναν… ογκόλιθο!
Για να συνδεθώ, όμως, με την αρχή μου, θα έλεγα ότι όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο του Χάρη Καλαϊτζάκη, μπορεί να περιπατεί στην άδεια Αρκαδίου και «Προκυμαία» και ν’ «ακούει» ψιθύρους ή φωνές και να «βλέπει» μορφές και σκηνές από άλλες εποχές… Και του είναι δύσκολο να μην φέρνει στο νου του το συγγραφέα που ιστόρησε αυτόν τον παλίμψηστο πολιτιστικό και ανθρωπογεωγραφικό χάρτη, να μη συμπεριπατεί και να μη συνδιαλέγεται ή ακόμη να μη φιλοσοφεί μαζί του!… Ίσως κάποιες στιγμές να τον «βλέπει» με το βιβλίο του… οδυσσειακή σχεδία να προσαράζει στην αμμουδιά και να εμφανίζεται δίπλα του στην αλέα με τους φοίνικες, θροΐζοντάς του την αγάπη του για το Ρέθυμνο… Το Ρέθυμνο, που το ύπουλο δήγμα του επισπεύδοντος Χάρου δεν επέτρεψε στο Χάρη να δώσει κι άλλα συγγραφικά -και όχι μόνο- δείγματα της αγάπης του προς αυτό…
Ας μας χαροποιεί, τουλάχιστον, η σκέψη ότι το βιβλίο αυτό δεν σηματοδοτεί μόνο το λυκόφως της γήινης ζωής του αλλά και το λυκαυγές της άδυτης πνευματικής του, αφού πρόκειται για ένα «κτήμα ες αεί», για να χρησιμοποιήσω τη Θουκυδίδεια έκφραση!…








