Του ΓΙΩΡΓΗ ΕΜΜ. ΜΑΥΡΟΤΣΟΥΠΑΚΗ
«Τώ καιρώ εκείνω» είναι η φράση η γνωστή από τις ευαγγελικές περικοπές, που παραπέμπει με αφηγηματική αοριστία σε ένα παρελθοντικό γεγονός, για να εξάρει τη σημαντικότητά του και να το προβάλει διδακτικά. Σε μια μεταφραστική εκδοχή θα μπορούσε να αποδοθεί με το γνωστό «μια φορά κι έναν καιρό», παραπέμποντας τότε στη χρονική και τοπική απροσδιοριστία των παραμυθιών, στον κόσμο του φανταστικού και του ακαθόριστου. Το παραμύθι, όπως γνωρίζομε, πολλές φορές λειτουργούσε είτε ερμηνευτικά φαινομένων και γεγονότων είτε καταπραϋντικά και διδακτικά ή και αναπολητικά – νοσταλγικά μιας εποχής που πέρασε.
Το νεοεκδοθέν – 2025, εκδόσεις «Πυξίδα» – βιβλίο του Χάρη Στρατιδάκη με τον ομώνυμο τίτλο δεν είναι, βέβαια, παραμύθι όσον αφορά το περιεχόμενο. Όπως ενημερωτικά προσδιορίζει ο υπότιτλος «Η ζωή σε μια επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1960», όσα εκθέτονται σε αυτό υπήρξαν πραγματικότητα απτή και ζωντανή μιας εποχής και ενός τόπου. Όμως, ως προς το συγγραφικό κίνητρο αλλά και την αναγνωστική πρόσληψη, κάποιες από τις «λειτουργίες» του παραμυθιού μπορούν να ισχύσουν και εδώ, ειδικά ο κριτικός σχολιασμός και η αναπόληση.
Είναι ένα βιβλίο στο οποίο το ατομικό συνδιαλέγεται με το συλλογικό, με το κοινωνικό στην ευρεία διάστασή του, όπου τα παιδικά βιώματα του συγγραφέα, μνήμες ζωντανές, παραστατικές και αναλυτικές στην απόδοσή τους, αναπλάθουν την πραγματικότητα (περιβαλλοντική, κοινωνική) της πόλης του Ρεθύμνου και των οικισμών της υπαίθρου εκείνης της περιόδου. Το κείμενο δεν υποστηρίζεται από οπτικό υλικό (φωτογραφίες, κ.λπ.), επειδή από μόνο του είναι εξαιρετικά «εικονοποιητικό». Ανακαλεί εικόνες από δραστηριότητες και χρήσεις που σήμερα φαντάζουν απόμακρες ή και γραφικές για τους νεότερους, που αποδίδουν τη διαφορετικότητα των καιρών, τις τεράστιες αλλαγές στους τρόπους και στα ήθη ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα.
Η νοερή αυτή ανασύσταση δεν έχει ως βασικό τον συγκινησιακό στόχο, που μάλλον είναι δευτερεύουσα συγγραφική επιδίωξη. Με το βιβλίο επιχειρείται η κριτική επισκόπηση εκείνης της εποχής, ένα έμμεσο αντιπαραβολικό αντίκρισμα του τότε με το τώρα, μιας και η δεκαετία του 1960 ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα από πολλές απόψεις περίοδος, ενώ η έκθεση των γεγονότων και των εν γένει συνθηκών γίνεται από τον Χάρη Στρατιδάκη με κριτική διάθεση, αυστηρή κάποτε, αλλά και με χιούμορ. Ως προς τη θεματολογία γράφει στην Εισαγωγή: «…θέματα του βιβλίου είναι η οικονομική ιστορία της πόλης, η βιομηχανική της ιστορία, η θρησκευτική και πολιτική της κατάσταση, η καλλιτεχνική της ιστορία και η αντίστοιχη τουριστική, πολύ σημαντική για το Ρέθυμνο» αλλά και «…το βιβλίο αναφέρεται περισσότερο στους ανθρώπους της καθημερινότητας και της μετριότητας… σ’ αυτούς που γεννήθηκαν στο Ρέθυμνο, δούλεψαν σ’ αυτό, παντρεύτηκαν και «παίδιωσαν», γεμίζοντας τα σπίτια και τους δρόμους του με ζωή… σ’ εκείνους που ανάμεσα στ’ άλλα ήρθαν σ’ επαφή ο ένας με τον άλλο, με καλό σκοπό ή και με υστεροβουλία, που όμως εντέλει πήραν και παρέδωσαν με τον βίο τους πολιτισμό».
Ξεκινά εισαγωγικά με μια γενική εποπτεία της εποχής από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι το 1970, με μια σύντομη περιδιάβαση στο ελληνικό και στο ευρύτερο ιστορικό τοπίο, για να καταλήξει στο μικρό τότε Ρέθυμνο, εστιάζοντας σε καθοριστικά γεγονότα και περιστάσεις, με έναν τρόπο που συμπιέζει τον χρόνο συγγραφικά αλλά και ταυτόχρονα τον διαστέλλει μνημονικά.
Η αρχική γενική αναφορά κάνει λόγο για την πληθυσμιακή στασιμότητα του Ρεθύμνου, την οικονομική δυσπραγία που υπήρχε, για τα επικίνδυνα απομεινάρια της Κατοχής (νάρκες, πυρομαχικά) και τις συνέπειες που προκαλούσαν, για το μετεμφυλιακό κλίμα που επικρατούσε, για το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής και για τα πρώτα αναπτυξιακά βήματα με τον τουρισμό και την αρχή της οικονομικής και της κοινωνικής ανάπτυξης. Ήταν ένα μεταβατικό στάδιο στο οποίο τα «αστικά» χαρακτηριστικά επιβάλλονται σιγά σιγά, παράλληλα με «μοντερνισμούς» που προηγούνταν των αναγκών. Είναι οι πρώτες «σταγόνες ιστορίας» που ενσωματώνονται στην αφήγηση αναφορικά με τις τοπικές συνθήκες.
Σε επόμενο κεφάλαιο γίνεται τοπογραφική οριοθέτηση της πόλης, μέσω της οποίας ανασύρονται από τη λήθη παλαιά τοπωνύμια και ανασυστήνεται ο οικιστικός ιστός του παρελθόντος. Επισημαίνονται το έλλειμμα στην προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών και τα προβλήματα τα σχετικά με την ύδρευση,, την αποκομιδή των απορριμμάτων και τον εξηλεκτρισμό, ειδικά στην ύπαιθρο.
Ακολουθεί η ενότητα που αναφέρεται στη «γέννηση και στην κατοικία»,που έχει κυρίως λαογραφικό περιεχόμενο. Εκθέτει συνήθειες, ήθη και έθιμα, μνημονεύοντας τις τότε βιοτικές συνθήκες μέσα από απλά περιστατικά της εργασιακής απασχόλησης και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Περιγράφονται εικόνες από την καθημερινότητα του σπιτιού, τότε που η επάρκεια ήταν το ζητούμενο και όχι η περίσσεια, έτσι ώστε οι οικολογικές χρήσεις της καθημερινότητας να είναι αυτονόητες λόγω της ανέχειας και της οικονομικής δυσπραγίας, ανάγκη και συνήθεια μη επιβαλλόμενη. Τονίζονται οι αλλαγές που επέφερε η «εξέλιξη» στον τρόπο ζωής και υποσημαίνεται η επίδρασή τους σε νοοτροπίες και πρακτικές του σήμερα, που η «ευκολία» και το κάθε είδους «δικαίωμα» θεωρούνται αυτονόητα. Η περιγραφή των διαδικασιών κατασκευής, των δομικών χαρακτηριστικών, των χρήσεων και των λειτουργιών της κατοικίας αποτελεί μια κοινωνική, εθιμική και ηθογραφική αναπαράσταση, γοητευτική στην αναπόληση, αλλά και με επισήμανση του σωματικού μόχθου που ήταν αναγκαίος τότε για τη διαβίωση. Ήταν η τελευταία περίοδος του μακρόχρονου παρελθόντος, κατά το οποίο για τις καθημερινές αλλά και για τις κάθε είδους εργασιακές ανάγκες απαιτούνταν μόχθος, ενώ ταυτόχρονα προέκυπταν συνήθειες που λειτουργούσαν κοινωνικοποιητικά και στερέωναν τις ανθρώπινες σχέσεις. Κάποιες φορές η συνδεόμενη με αυτά τελετουργία εξελισσόταν σε εθιμικό γνώρισμα και αποτυπωνόταν ως πολιτιστική παρακαταθήκη.
Το λαογραφικό στοιχείο στο βιβλίο δεν παραθέτεται περιγραφικά ή «ουδέτερα», αλλά έχει όνομα, τόπο, καταγωγή, και δράση κάποτε, έτσι ώστε, εκτός από την πολιτιστική αξία του, να έχει και αφηγηματικό ενδιαφέρον.
Στα επόμενα κεφάλαια ιδιαίτερα αναλυτική είναι η καταγραφή η σχετική με την κοινωνική ζωή της πόλης σε όλες της τις εκφάνσεις. Γίνεται λόγος για τις ειδικότερες περιπτώσεις, όπως οι ποικίλων μορφών ψυχαγωγικές «αποδράσεις» (βεγγέρες, καφενεία, μικρές εκδρομές, κινηματογράφοι, Γιορτή του κρασιού, γήπεδο, κλπ), οι οικογενειακές τελετές (γάμοι, βαφτίσια, κλπ), η συμμετοχή στη θρησκευτική τελετουργία της Κυριακής και των μεγάλων των εορτών, η επιστολική, τηλεφωνική και τηλεγραφική επικοινωνία, οι τρόποι και τα μέσα μετακίνησης, ως τις γενικότερες, με αναφορές στην περίθαλψη και στους τοπικούς θεράποντες της υγείας, στην κοινωνική πρόνοια (Ορφανοτροφείο, Παιδική Στέγη).
Σε έκταση είναι επίσης ο λόγος για βασικές βιοτικές ανάγκες, όπως η διατροφή και η ένδυση. Αναφέρονται συνήθειες διατροφικές, τρόποι συντήρησης προϊόντων, καταστήματα και επαγγελματίες και υπενθυμίζονται συναλλακτικές πρακτικές από την «οικονομία της καθημερινότητας», τότε που προείχε η ικανοποίηση των «απαραίτητων» και το καταναλωτικό μέτρο, χωρίς τον σημερινό διαφημιστικό «κατακλυσμό».
Η παιδική ηλικία και ό,τι είχε σχέση με αυτήν παρουσιάζεται αναλυτικά, με τις ασχολίες, τα παιγνίδια, τις υποχρεώσεις, το πλέγμα των δράσεων που προϋπέθετε ενεργητικότητα, δημιουργικότητα και ευρηματικότητα, μακριά από τη σημερινή καθηλωτική προσήλωση στη συχνά προβληματική εκπομπή της οθόνης. Για την επόμενη φάση της ενήβωσης και της νεότητας η αναφορά είναι στα πάρτι, στα νάϊτ κλαμπ, στα μπιλιάρδα, στα «λευκώματα», στα ποδοσφαιράκια, στην «καμπάνα» παντελόνι και στη «μίνι» φούστα, στα «καμάκια», στις τάσεις αποσκίρτησης της νεολαίας από τα κατεστημένα ήθη.
Οι οικονομικές δραστηριότητες συνδέονται με τις κοινωνικές σε πολλά σημεία του βιβλίου, καθώς, όπως είναι φυσικό, η οικονομική ανάπτυξη επηρεάζει την κοινωνική εξέλιξη. Η αρχή του αναπτυξιακού «ξυπνήματος» που γίνεται τότε με τον τουρισμό, την ίδρυση του Πανεπιστημίου και την οικοδομική «άνθιση» που ακολούθησε, κινητοποιούν νέες επαγγελματικές δραστηριότητες, επιδρώντας θετικά και στις παλιές. Ο Χάρης Στρατιδάκης, σε μια καίριας σημασίας μνημόνευση, αναφέρεται στις οικονομικές δραστηριότητες της πόλης κατανεμημένες ανά περιοχή, με καταστήματα, γραφεία, επιχειρήσεις και ονόματα επαγγελματιών, δίδοντας παράλληλα και μια εικόνα της κοινωνικής της σύστασης, ενώ ο λόγος για επαγγέλματα που σήμερα δεν υπάρχουν είναι ένα είδος «μνημόσυνου» σε έναν κόσμο που έφυγε οριστικά, έχει όμως ιστορική και λαογραφική αξία.
Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής. Τα σχολεία των δυο βαθμίδων και οι άλλες εκπαιδευτικές διέξοδοι (Οικοκυρική Σχολή, Τεχνική Σχολή, Ξενόγλωσση, Φροντιστηριακή, Επαγγελματική Εκπαίδευση, κλπ), με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στην υπενθύμιση της τόσο διαφορετικής από τώρα σχολικής ζωής, τότε που η τυπικότητα, η αυστηρότητα των κανονισμών, οι απαγορεύσεις, κλπ. ήταν κύριο χαρακτηριστικό.
Στον πολιτιστικό και στον πνευματικό χώρο ξεχώριζαν οι δράσεις της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, του Λυκείου Ελληνίδων, της ΧΕΝ και της ΙΛΕΡ, του Ωδείου και της Φιλαρμονικής.
Σε άλλο σημείο γίνεται λόγος για το πολιτικό κλίμα που επικρατούσε εκείνη την περίοδο τοπικά και πανελλαδικά. Ήταν η εποχή που το «δεξιός» και το «αριστερός» στα φρονήματα ήταν καθοριστικό για την πορεία της ζωής, με τους πρώτους να είναι σε θέση ισχύος και τους δεύτερους υπό διωγμόν. Αναφέρονται ονομαστικά οι διατελέσαντες Δήμαρχοι και Νομάρχες Ρεθύμνου, καθώς και τα πολιτικά πρόσωπα που είχαν ενεργό ρόλο (βουλευτές και πολιτευτές). Στην ενότητα αυτή, αλλά και σε άλλες, η παρεμβολή αφηγηματικών στιγμιότυπων με εύθυμο ή σκωπτικό χαρακτήρα «δραματοποιεί» την αφήγηση ή την περιγραφή, αποδίδοντας με γλαφυρότητα περιστατικά και χαρακτήρες.
Παρακάτω, ο συγγραφέας κινούμενος από άμεσες προσωπικές του εμπειρίες αναφέρεται στη ζωή του τότε χωριού, στις κάθε είδους δραστηριότητες και εκδηλώσεις, που αντιπαραθέτονται από τη μια με εκείνες της πόλης και από την άλλη με τη σύγχρονη πραγματικότητα της εγκατάλειψης της υπαίθρου ή της «αστικοποίησής της ως προς τον τρόπο ζωής και τα ήθη.
Έχει ιδιαίτερη σημασία η ανάδειξη των συνθηκών διαβίωσης στο τότε χωριό, καθώς περιγράφονται καταστάσεις και πρακτικές άμεσης επικοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον, που προέκυπταν από τις ανάγκες της καθημερινής ζωής και προϋπέθεταν την κοινωνική αλληλεπίδραση, την αυτενέργεια και τη «συνέργεια» ανθρώπου και φύσης. Είναι δεδομένο και γνωστό ότι μέσα από τις συνήθειες και τις δράσεις για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών προέκυψαν τα ήθη και τα έθιμα, όλο αυτό το υλικό που συνιστά την πολιτιστική ιδιοτυπία του τόπου μας – και του κάθε τόπου, ανάλογα – το πολιτισμικό απόθεμα στο οποίο συχνά αναφερόμαστε και που κάποτε κάτι από αυτό αποζητούμε.
Γενικά, η κατά διαστήματα προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα στα γραφόμενα – χωρίς να υπάρχει αυτοβιογραφική πρόθεση-προσδίδει μια άλλη διάσταση, τη βιωματική, στην κοινωνική έκθεση και στη λαογραφική περιγραφή, μετατρέποντάς τις σε αφήγηση, η οποία επιπροσθέτως «χρωματίζεται» με το συναίσθημα. Τα στοιχεία που αναφέρονται ανακαλούν εκείνη την εποχή με τα θετικά και τα αρνητικά της, ενεργοποιώντας τη μνήμη και την κριτική αποτίμηση. Το υλικό του βιβλίου λειτουργεί σαν ένα εκτεταμένο χωροχρονικό σκηνικό της αναφερόμενης δεκαετίας, προσφερόμενο στον επίδοξο πεζογράφο (διηγηματογράφο ή μυθιστοριογράφο) που θα δοκίμαζε την έμπνευσή του πάνω σε αυτό.
Συνολικά και ανακεφαλαιωτικά, στο βιβλίο αναβιώνει το Ρέθυμνο της δεκαετίας του ’60 με την περιήγηση σε πραγματολογικά, κοινωνικά, ηθογραφικά, οικονομικά και πολιτιστικά δεδομένα, και ακόμη μέσα από την επώνυμη μνημόνευση προσώπων που δραστηριοποιήθηκαν σε κάθε τομέα. Είναι η μνήμη μιας σημαντικής εποχής, μιας δεκαετίας τομών, λόγω των κομβικών γεγονότων, ανατροπών και εξελίξεων που συνέβησαν στην παγκόσμια σφαίρα, η απήχηση των οποίων, περισσότερο ή λιγότερο, επηρέασε την Ελλάδα και το Ρέθυμνο. Μιας εποχής που ξεκίνησε ως περίοδος αναζητήσεων και πολιτιστικής άνθησης για τον τόπο μας και κατέληξε σε περίοδο σκοτεινή, καταπίεσης, στασιμότητας ή οπισθοδρόμησης. Η αναφορά στην τοπική ιδιαιτερότητα του τότε Ρεθύμνου δεν έχει απλά καταγραφικό ή αναπολητικό στόχο, αλλά προσφέρεται και για ιστορική και κοινωνιολογική κριτική αξιολόγηση.
Πρόκειται για μια ακόμη σημαντική πνευματική κατάθεση του Χάρη Στρατιδάκη, προσφορά ουσιαστική, πλούσια σε υλικό έρευνας και μνήμης για το Ρέθυμνο, πολλαπλά αξιοποιήσιμη.









