ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το 1895, η αντικατάσταση του Μαχμούτ πασά από τον χριστιανό Αλέξανδρο Καραθεοδωρή στη θέση του Γενικού Διοικητή Κρήτης, προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις του μουσουλμανικού στοιχείου στο νησί. Πιεσμένη και από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Υψηλή Πύλη είχε παραχωρήσει νέο «Οργανισμό»
διοίκησης του νησιού, ο οποίος προέβλεπε:
– Διορισμό χριστιανού Διοικητή από τον σουλτάνο
– Διπλάσιες θέσεις υπαλλήλων από αυτές των οθωμανών.
– Σύγκληση Γενικής Συνέλευσης κάθε δύο χρόνια.
– Οργάνωση Κρητικής Χωροφυλακής και
– Παραχώρηση πλήρους οικονομικής και δικαστικής ανεξαρτησίας.
Η πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων για εφαρμογή του νέου πολιτεύματος προκαλεί την αντίδραση του μουσουλμανικού στοιχείου και ταραχές ξεσπούν στις τρείς μεγάλες πόλεις του νησιού τον Ιανουάριο του 1897. Η δε ελληνική κυβέρνηση Δεληγιάννη αποφασίζει επέμβαση στην Κρήτη, αναθέτοντας σε
σώμα 1500 ανδρών με επικεφαλής τον Τιμολέοντα Βάσσο την κατάληψή της. Την προσέγγισή τους όμως εμποδίζουν οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Όταν, τον Φεβρουάριο του 1897 οι Μεγάλες Δυνάμεις προτείνουν το καθεστώς Αυτονομίας ως λύση του Κρητικού ζητήματος, οι χριστιανοί την απορρίπτουν, με συνέπεια τον αποκλεισμό των κρητικών παραλίων από τον ευρωπαϊκό στόλο και, στη συνέχεια, την κατάληψη του νησιού και τη διαίρεσή του σε ζώνες κατοχής: οι Ιταλοί κατέλαβαν τα Χανιά, οι Γερμανοί τη Σούδα, οι Αυστριακοί την Κίσσαμο, οι Ρώσοι το Ρέθυμνο, οι Άγγλοι το Ηράκλειο και οι Γάλλοι τη Σητεία. Στις 18 Ιουλίου 1898 η Γενική Συνέλευση των Κρητών αποφάσισε να δεχτεί το σχέδιο προσωρινής από κοινού διοίκησης του νησιού, από Εκτελεστική Επιτροπή και το Συμβούλιο των Ναυάρχων. Στις 2 Νοεμβρίου 1898 αναχώρησε από την Κρήτη και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης και στις 9
Δεκεμβρίου του ίδιου έτους αποβιβάστηκε στη Σούδα ο πρίγκηπας Γεώργιος.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΡΙΕΤΙΑ 1896-1898
Το 1896 ταραχές και εντάσεις εκδηλώνονται σε όλο τον νομό. Πλήθος φόνοι, πυρπολήσεις, κοπές δέντρων αναφέρονται. Οι μουσουλμάνοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και κλείνονται στα τείχη της πόλης, ενώ οι χριστιανοί της πόλης, λιγότεροι αριθμητικά, ακολουθούν αντιστροφα τον δρόμο
αναζητώντας καταφύγιο στην ύπαιθρο. Η κατάσταση παραμένει έκρυθμη μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, ηρεμεί όμως στη συνέχεια, δίνοντας τη δυνατότητα συγκομιδής της ελιάς. Αρχές Μάρτη του 1897 καταπλέει στο Ρέθυμνο το ρωσικό θωρηκτό «Αυτοκράτωρ Νικόλαος» και αποβιβάζει 300 Ρώσους πεζοναύτες υπό τον συνταγματάρχη Θεόδωρο δε Χιόστακ. Οι Ρώσοι αναλαμβάνουν την ευθύνη της επιτήρησης του διαμερίσματος Ρεθύμνης.
Αρχές Οκτωβρίου του 1898 ο Οθωμανικός στρατός αποχωρεί από το Ρέθυμνο και στις 11 Δεκαμβρίου υψώνεται στο Διοικητήριο η σημαία της Κρητικής Πολιτείας. Μέσα στην επόμενη διετία, μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων αναχωρεί για την Τουρκία. Την διοικητική αρχή του Ρεθύμνου αναλαμβάνει ο συνταγματάρχης Χιόστακ. Αφού μοίρασε αρμοδιότητες στους υφισταμένους του, διόρισε, βάσει των προτάσεων που του έγιναν από τους προύχοντες της πόλης, Δημοτικό Συμβούλιο με δήμαρχο μουσουλμάνο, σεβόμενος την πλειοψηφία των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης.
Το δεκαμελές Δημοτικό Συμβούλιο Ρεθύμνου με επικεφαλής τον Γιουσούφ βέη Αληγιατζιδάκη και πάρεδρο τον Δημήτρη Λεφάκη, διορίζεται με την Ημερήσια Διάταξη αρ. 5 της 27ης. Μέλη του Συμβουλίου είναι οι μουσουλμάνοι Αλή Βαφή Σελιανάκης, Χαϊδέρ Χατζημπεκυράκης, Χατζή Αλής Συναμεκάκης και Χουσεΐν Τσιτσεκάκης και οι χριστιανοί Επαμ. Καλομενόπουλος, Σπυρ. Μιχελιδάκης, Νικ. Καλογέννητος, Πέτρος Ζαχαρίου.
Η σχετική νομοθεσία μεταβάλλεται το 1901, με τον «Δημοτικό Νόμο» 411 της 21ης Αυγούστου, που προέβλεπε την εξακολούθηση διορισμού για τις θέσεις δημάρχου και παρέδρου, αλλά την ανάδειξη αιρετών Συμβούλων
ΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Πρώτος δήμαρχος με λαϊκή ψήφο είχε εκλεγεί το 1882 ο μουσουλμάνος Σαλής Δροσουλάκης, που δημαρχεύει μέχρι και τον Αύγουστο του 1885. Τον Σεπτέμβριο του 1885 εκλέγεται δήμαρχος ο Μουσταφάς Κιλιτσάκης, η θητεία του διαρκεί μέχρι τον Μάρτιο του 1889, οπότε και πάλι εκλέγεται ο
Σαλής Δροσουλάκης που δημαρχεύει μέχρι το 1895. Ακολούθησε ο Γιουσούφ Αληγιατζιδάκης που έμεινε δήμαρχος μέχρι το 1905, με πάρεδρο τον Δημήτρη
Λεφάκη.
Στη συνέχεια, δήμαρχος διορίστηκε ο μεγαλοκτηματίας Σαφτέρ Κλαψαράκης και το 1911 ο Χουσεΐν (Χουσνή) Βακογλάκης – ευγενής, μορφωμένος, με καλή ανατροφή, κατά τις μαρτυρίες πολλών Ρεθεμνιωτών που τον έζησαν ή άκουσαν γι’ αυτόν από τους γονείς τους, έμεινε στη θέση αυτή μέχρι το
1919.

Ὀταν, το 1911, διορίστηκε Δήμαρχος, ο Βακογλάκης ήταν σε ηλικία 32 ετών. Το έτος γέννησής του προκύπτει από αίτησή του της 1ης Αυγούστου 1917 προς το Ιεροδικείο Ρεθύμνης, με την οποία ζητά πιστοποιητικό γέννησης και προτείνει να αποδείξει την ηλικία του με την κατάθεση τριών μαρτύρων,
δηλώνοντας γεννηθείς το 1879. Την παρουσία του Βακογλάκη διασώζει ο Γ. Καλομενόπουλος στο ποίημά του «Παλιά δοξολογία Πρωτοχρονιάς», στο οποίο εκτιμάται ότι η αναπολούμενη Πρωτοχρονιά είναι εκείνη του έτους 1916 ή 1917: «Νὰ κι ὁ Μπακόγλου ὁ Δήμαρχος, μὲ μιὰ ζακέτα κουμπωτή, μὲ τὰ χρυσὰ του τὰ γυαλιὰ καὶ τὸ καινούριο φέσι».
Τον Μάιο του 1919, όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβαζόταν στη Σμύρνη, οι βενιζελικοί του Ρεθύμνου θέλησαν να κάμουν επίσημη δοξολογία, στην οποία ο Βακογλάκης (Μπακόγλου) αρνήθηκε να παραστεί ως Δήμαρχος της πόλης. Μετά το πέρας της δοξολογίας, έγινε μεγάλο συλλαλητήριο στους δρόμους με σύνθημα «Κάτω ο Δήμαρχος», οπότε και υποχρεώθηκε να υποβάλει την παραίτησή του, η οποία μάλλον δεν έγινε δεκτή.

Για τη μεν πανηγυρική εκδήλωση γίνεται λόγος σε άρθρο της εφημ. Κρητικής Επιθεώρησις, φ. 4 Μαΐου 1919, με τίτλο «Ὁ πανηγυρισμὸς εἰς τὴν πόλιν μας», στο δε όνομα του Δημάρχου, το εναντίον του συλλαλητήριο και την παραίτησή του δεν γίνεται καθόλου αναφορά. Το μόνο δημοσίευμα που μαρτυρεί πως το Ρέθυμνο την περίοδο αυτή δεν είχε, κανονικά, δήμαρχο, είναι μια ανακοίνωση της Δημαρχίας για δημοτικό θέμα, η οποία δημοσιεύεται στο φύλλο της 11ης Μαΐου, υπογραφόμενη από τον δημαρχεύοντα Πάρεδρο Μιχάλ Παπαδάκι.
Αναφορά σε αντιπαράθεση του δημάρχου Χουσνή Βακογλάκη με τους χριστιανούς δημοτικούς συμβούλους γίνεται μήνες αργότερα, στο φύλλο της 17ης Ιανουαρίου 1918 της ίδιας εφημερίδας: «Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου, μεταξὺ τῆς πλειονότητος τοῦ Δημοτικοῦ μας Συμβουλίου καὶ δὴ
τῶν Χριστιανῶν Συμβούλων καὶ τοῦ Δημάρχου Χουσνῆ Βακογλάκη ὑφίσταται τελεία διάστασις […] κατόπιν τῆς ἐπιμόνου ἀποφάσεως τῶν πρώτων ὅπως ὁ τελευταῖος οὗτος ἀπομακρυνθῇ τοῦ Δημαρχιακοῦ ἀξιώματος, ὡδήγησεν εἰς τὴν κωλλυσιεργικὴν στάσιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου […] ὑπέβαλαν ἀναφορὰν καὶ ἐκθέτουν τοὺς λόγους δι’ οὕς ἀρνοῦνται νὰ συνεργασθῶσι μετὰ τοῦ νῦν Δημάρχου […] ἡ ἀπάντησις τοῦ Νομάρχου ἦτο ὅπως, εἰ δυνατόν, τὰ διεστῶτα μέρη ἀκολουθήσουν τὴν ὁδόν τῆς συνδιαλλαγῆς […]».

Στο φύλλο της 15ης Φεβρουαρίου 1918 εντοπίζεται για πρώτη φορά δημοσίευμα περί παραίτησης του Βακογλάκη: «Ἡ παραίτησις τοῦ κ. Δημάρχου. Ὅλως αἰφνιδίως ἐγνώσθη χθὲς ὅτι ὁ Δήμαρχος Ρεθύμνου κ. Χ. Βακογλάκης, ὑπέβαλεν παραίτησιν πρὸς τὸν κ. Νομάρχην. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην δὲν γνωρίζομεν ὁποίαν ἀπάντησιν θὰ δώση ἡ κυβέρνησις […]».
Λίγες ημέρες αργότερα, η εφημερίδα, βασιζόμενη σε έγγραφο της τότε κυβέρνησης Βενιζέλου, προβαίνει στο ακόλουθο δημοσίευμα: «Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς παραιτήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ Δημάρχου μας, πληροφορούμεθα ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔθηκεν ὡς βάσιν πρὸς διευθέτησιν τῶν πραγμάτων τὴν ὑπάρχουσαν ἀναλογίαν εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς πόλεὼς μας μεταξὺ τοῦ Χριστιανικοῦ καὶ τοῦ Ὀθωμανικοῦ στοιχείου. Κατόπιν τούτου, ἐζητήθη τηλεγραφικῶς ὁ ἀριθμὸς τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως συμφώνως πρὸς τὴν ἀνωτέρω ἀπόφασιν, ἡ δὲ δοθεῖσα ἀπάντησις ἐντεῦθεν φέρει τὸ μὲν Χριστιανικὸν στοιχεῖον ἀριθμοῦν 6.125 ἄτομα, τὸ δὲ Ὀθωμανικὸν 3.473. Οὕτω δύναται νὰ θεωρηθῇ βέβαιον ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ νῦν Δημάρχου διὰ Χριστιανοῦ εἶναι τελείως ἐξησφαλισμένη».
Ο Γιάννης Ευθύβουλου Τσουδερός, στο βιβλίο του Αφιέρωμα στην ιστορία της Κρήτης και ειδικότερα του Ρεθύμνου, 1536 -1924, ασχολείται και με το θέμα της παραίτησης Βακογλάκη, δεν καταλήγει όμως σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με το αν αυτή είχε γίνει δεκτή ή όχι, αφού δεν κατάφερε να
εντοπίσει κάποιο σχετικό τεκμήριο. Μεταφέρει όμως την ακόλουθη προφορική μαρτυρία, την οποία είχε λάβει από υπερήλικα πλέον συμπολίτη, ο οποίος ανέφερε: «…θυμούμαι πάρα πολύ καλά γιατί ήμουνα δεκάξη χρονών και συμμαθητής του γιού του, τη δοξολογία και το συλλαλητήριο εναντίον του, και τη συζήτηση που έγινε στο σπίτι μας το μεσημέρι για τον Βακογλάκη και λέω πως δεν πρέπει να έγινε δεκτή η παραίτησή του. Και να σου πω τη γνώμη μου, κάποιοι γύρευαν αφορμή να τονε διώξουν, γιατ’ ήτανε κύριος σε όλα του και δεν είχε ποτέ πειράξει κανένα».
Στις 5/4/1918 στην ίδια εφημερίδα διαβάζουμε: «εἰς τὴν κενὴν θέσιν τοῦ Δημαρχιακοῦ Παρέδρου διορίσθη, Διοικητικῇ ἀποφάσει, ὁ κ. Μιχ. Παπαδάκης, Γραμματεὺς μέχρι σήμερον παρὰ τῷ αὐτῷ Δήμῳ μας. Τὰ συγχαρητήριὰ μας». Και πάλι καμιά αναφορά για το αν η παραίτηση Βακογλάκη είχε γίνει
δεκτή.
ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΔΗΜΑΡΧΟΙ
Ο Μιχαήλ Νικολάου Παπαδάκης (1847-1922), καταγόμενος από τα Ακούμια Αγίου Βασιλείου, από οικογένεια που έχει δώσει αγωνιστές των απελευθερωτικών αγώνων, κληρικούς, επιστήμονες, είχε σπουδάσει φιλόλογος, είχε λάβει μέρος στις επαναστάσεις 1866-69 και 1878 και εκλεγεί πληρεξούσιος στην Κρητική Βουλή. Γραμματέας και κατόπιν Πάρεδρος του Δήμου Ρεθέμνου μετά την πρώτη παραίτηση του Βακογλάκη, μάλλον προοριζόταν από τους Βενιζελικούς για τη θέση του πρώτου χριστιανού Δημάρχου Ρεθύμνου, όπως και πράγματι έγινε. Παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον
Ιανουάριο του 1921, οπότε απελύθη από τη Βασιλική κυβέρνηση που διόρισε στη συνέχεια τον μεγαλοκτηματία Παντελή Μάρκου Πετυχάκη (βλ. εφημ. Κρητική Επιθεώρησις, φ. 6 Φεβρουαρίου 1921).
Την 1η Δεκεμβρίου 1922 η νέα βενιζελική κυβέρνηση διόρισε Δήμαρχο τον δικηγόρο Μενέλαο Παπαδάκη, γιο του Μιχαήλ που είχε ωστόσο αποβιώσει. Ο Μενέλαος Παπαδάκης (στον οποίο ανήκε η ιδέα παραχώρησης 20 στρ. από την έκταση των παλαιών μουσουλμανικών νεκροταφείων στην Γεωπονική Υπηρεσία για δημιουργία αγροκηπίου και Δημοτικού Κήπου, βλ. εφημ. Κρητική Επιθεώρησις, φ. 14/12/1924) διατήρησε το δημαρχιακό αξίωμα έως το φθινόπωρο του 1925, οπότε διενεργήθηκαν επιτέλους δημοτικές και κοινοτικές εκλογές σε όλη την Ελλάδα. Στο Ρέθυμνο, οι μεν βενιζελικοί υποστήριξαν τον δικηγόρο Τίτο Στυλ. Πετυχάκη, οι δε βασιλικοί τον γιατρό Θεμιστοκλή Μοάτσο. Στις εκλογές υπερίσχυσε ο πρώτος, ο οποίος και παρέμεινε δήμαρχος μέχρι την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς, στις 30/5/1941. Κατά μαρτυρία πολλών Ρεθεμνιωτών, οι Γερμανοί κάλεσαν πρώτα τον Ι. Ζαχαρίου για δήμαρχο ή νομάρχη, εκείνος όμως δεν δέχτηκε. Στη θέση αυτή τοποθέτησαν τελικά τον Εμμ. Γοβατζιδάκη (αδελφό του παλαιού βενιζελικού βουλευτή Ιωάννη Γοβατζιδάκη) και σ᾽εκείνη του νομάρχη τον Στυλ. Μαρκιανό.
ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ: ΑΪΣΕ ΕΡΓΚΙΡ, ΔΙΣΕΓΓΟΝΗ ΤΟΥ ΧΟΥΣΝΗ ΒΑΚΟΓΛΑΚΗ
Κατά το πρόσφατο ταξίδι μου στη Σμύρνη, επιδίωξα να συναντήσω την Αϊσέ Εργκίρ, κόρη του συγγραφέα του βιβλίου Γκιριτλή Μουσταφά, Ερόλ Εργκίρ, εγγονού του Χουσνή Βακογλάκη. Στη συνάντησή μας, η Αϊσέ κρατούσε φωτογραφίες και έγγραφα της οικογένειας, ορισμένα από τα οποία παρουσιάζονται στο σημερινό δημοσίευμα. Μεταξύ άλλων, μου μίλησε για τη φιλία του προπάππου της με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος είχε κάνει μάλιστα το προξενιό της γειτόνισσάς του στα Χανιά, Ιφέτ Κουγιουμτζού (Καβούρ), με τον Χουσνή Βακογλάκη.

Ο Βενιζέλος όχι μόνο είχε στηρίξει τον Βακογλάκη τα χρόνια που εκείνος ήταν δήμαρχος στο Ρέθυμνο αλλά και ανέλαβε την έκδοση διαβατηρίου για την οικογένειά του και του είχε προτείνει να τη στείλει στη Κωνσταντινούπολη όταν τα πράγματα είχαν δυσκολέψει. Το γεγονός, που δεν είναι πολύ γνωστό,
μαρτυρεί σχετικό έγγραφο, αντίγραφο του οποίου μου παρέδωσε η Αϊσέ και το οποίο αναφέρει, στα ελληνικά κα στα γαλλικά, τα εξής:
Παρακαλοῦμεν πάντας τοὺς Ἀξιωματικοὺς τοῦ Βασιλείου τῆς Ἐλλάδος, πολιτικούς τε καὶ στρατιωτικούς, καὶ τοὺς τῶν φίλων Δυνάμεων νὰ ἀφήσωσιν ἐλευθέραν τὴν δίοδον εἰς τὴν Ιφέτ, σύζυγον Χουσνῆ Βακογλάκη καὶ τὰ τέκνα της, Νεζακιέτ, Τζουζιντέ καὶ Νιαζή, ἀπερχομένους εἰς Κωνσταντινούπολιν διὰ
οικογενειακὰς ὑποθέσεις, χωρὶς νὰ ἐμποδισθῇ ἤ ἐνοχληθῇ παρ’ οὐδενός, νὰ χορηγηθῇ μάλιστα ἐν ἀνάγκη πρὸς αὐτοὺς πᾶσα εὐκολία καὶ ὑπεράσπισις.
Ἐπί τούτῳ ἐξεδόθη τὸ παρὸν ὑπογεγραμμένον παρ’ ἡμῶν Ἐν Ρεθύμνῳ τῇ 20 Σεπτεμβρίου 1919 Κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Γεν. Διοικητοῦ Κρήτης, Ὁ Νομάρχης Γ.Δ. Σφακιανάκης.

Η Αϊσέ μου μίλησε ακόμη για τη συνάντησή της με τον γνωστό Βρεττανό ιστορικό Bruce Clark, και για την παρουσίαση που είχε κάνει για την οικογένειά της στη Βρεττανική Σχολή των Αθηνών. Η ίδια είχε επισκεφτεί το Ρέθυμνο και είχε φωτογραφηθεί κάτω από το πορτραίτο του προπάππου της στο Δημαρχείο, ενώ και οι γονείς της είχαν έρθει στο Ρέθυμνο τον Νοέμβριο του 1999. Σχετικό άρθρο μάλιστα, που υπογράφει ο Ν. Ζουλάκης, έχει δημοσιευθεί στην εφημ. Ρεθεμνιώτικα Νέα, φ. 17 Νοεμβρίου 1999) με τίτλο «Εντυπωσιασμένος από τη φιλοξενία και τη φιλική ατμόσφαιρα δηλώνει ο εγγονός του τελευταίου Τούρκου δημάρχου του Ρεθύμνου».

ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΧΟΥΣΝΗ ΒΑΚΟΓΛΑΚΗ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ
Βιβλίο που σώζεται στο Αρχείο του Λιμενικού Ταμείου Ρεθύμνης περιλαμβάνει τα πρακτικά της Λιμενικής Επιτροπής του Δήμου Ρεθύμνης το 1914. Σ’ αυτά, ο δήμαρχος Χουσνή Βακογλάκης αναφέρεται ως πρόεδρος της Λιμενικής Επιτροπής, και μέλη της οι: Μιχ. Παπαμιχελάκης, Στέργιος Μανουράς, Στυλ. Κωστογιάννης και Χουσνή Σελημεφεντάκης, και προσωρινός γραμματέας ο Κ. Νησιανάκης. Ο Βακογλάκης είχε εκλεγεί και μέλος στο Συμβούλιο του Γυμναστικού Συλλόγου Ρεθύμνης, στις 10/9/1900, με διετή θητεία, μαζί με τους: Εμμ. Γενεράλι, πρόεδρο, Τίτο Ζακάκη, γεν. Γραμματέα, Εμμ. Τσιριμονάκη, ειδικό γραμματέα, Ε. Καλομενόπουλο, ταμία και Άγγ. Ανδρουλιδάκη, Διευθυντή του Γυμναστηρίου (βλ. σχ. δημοσίευμα Γιάννη Παπιομύτογλου).









