Το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ της Βάνιας Τέρνερ περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την προσπάθεια των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης να δικαιωθούν μέσα στις δικαστικές αίθουσες
Δυο με οκτώ παιδιά στα 100 αποκαλύπτουν την εμπειρία τους, τρία στα τέσσερα ανακαλούν τους αρχικούς ισχυρισμούς, ένα στα πέντε θα υποστεί κάποιας μορφής σεξουαλικής κακοποίησης
Το Σπίτι του Πολιτισμού την περασμένη Τρίτη αποτέλεσε ιδιαίτερο τόπο συνάντησης και συζήτησης με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ της Βάνιας Τέρνερ, «Τack». Η εκδήλωση ήταν μια πρωτοβουλία της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης και εκεί παραβρέθηκε η σκηνοθέτιδα Βάνια Τέρνερ, η καθηγήτρια Eγκληματολογικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Όλγα Θεμελή αλλά και διαδικτυακώς η δημοσιογράφος Νιόβη Αναζίκου. Την εκδήλωση συντόνισε η Υβόν – Αλεξία Κοσμά, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας και πρόεδρος της Επιτροπής Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Το ντοκιμαντέρ, ακολουθεί την ιστορία της Αμαλίας, μιας νεαρής πρωταθλήτριας ιστιοπλοΐας, η οποία ορμώμενη από τη δημόσια καταγγελία της Ολυμπιονίκη Ιστιοπλοΐας Σοφίας Μπεκατώρου για τον βιασμό της από παράγοντα της Ομοσπονδίας, καταθέτει τη δική της εμπειρία σεξουαλικής κακοποίησης από τον προπονητή της όταν ήταν 11 χρονών, γεγονός που την οδηγεί στο να βρει το θάρρος να τον καταγγείλει και να κινήσει τις νομικές διαδικασίες εναντίον του. Το ντοκιμαντέρ αποτυπώνει την εξαντλητική διαδικασία στην οποία υποβάλλονται τα θύματα, τα οποία προκειμένου να αποδείξουν στο δικαστήριο την αλήθεια καλούνται ξανά και ξανά να αναβιώσουν το τραύμα έχοντας συνάμα απέναντί τους, όπως σημειώνει η σκηνοθέτιδα και οι συνομιλήτριές της, ανεκπαίδευτους εισαγγελείς και νομικούς αλλά και διαδικασίες που παραβιάζουν αρχές και πρωτόκολλα.
Το κοινό έγινε μάρτυρας μιας σκοτεινής και ταυτόχρονα συγκλονιστικής πραγματικότητας και με το πέρας της προβολής είχε την ευκαιρία να συζητήσει με την κ. Θεμελή και τη σκηνοθέτιδα για το ζήτημα της ανυπαρξίας νομικού πολιτισμού και τα σοβαρά κενά της δικαιοσύνης σε ό,τι αφορά στην προστασία των παιδιών ως θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και βιασμών, που πολλές φορές έχουν και ως αποτέλεσμα ακόμα και τη δικαίωση των κατηγορούμενων.
Η κ. Θεμελή στα «Ρ.Ν.» δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η σημερινή προβολή είναι ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ, βραβευμένο, πολύ ιδιαίτερο. Λέγεται «Tack» και αυτό τα λέει όλα. Στη γλώσσα της ιστιοπλοΐας σημαίνει «αλλαγή πλεύσης». Αλλαγή πλεύσης για να σωθούμε, για να μην τσακιστούμε στα βράχια, για να πάρουμε τη ζωή μας λίγο αλλιώς. Αφορά δύο πρωταθλήτριες ιστιοπλοΐας – μάλιστα η μια είναι δις ολυμπιονίκης -και την απόφασή τους να αποκαλύψουν τη σεξουαλική τους κακοποίηση. Αυτό θέλει πάρα πολύ θάρρος, θέλει πάρα πολύ κουράγιο γιατί κάθε φορά που κάποιος προσπαθεί να αποκαλύψει συνθλίβεται σε συμπληγάδες πέτρες. Οι μηχανισμοί είναι πάρα πολύ δύσκολοι. Και αυτά τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας είναι τα μοναδικά που το θύμα συχνά μετατρέπεται και αλλάζει ρόλο και γίνεται θύτης. Δεν θα λυθεί το πρόβλημα με αυστηροποίηση ποινών ούτε με πολυνομία. Θέλει πραγματικά «αλλαγή πλεύσης», έναν άλλο νομικό πολιτισμό, θέλει μια κοινωνία αλληλεγγύης, μια άλλη σχολική κοινότητα και αυτό πρέπει να γίνει γρήγορα γιατί αφορά τα δικαιώματα, την ανηλικότητα το ιερότερο αγαθό από όλα, αφορά τη δημοκρατία την ίδια. Ξέρετε τι μας λένε τα πιο πολλά παιδιά όταν αποκαλύπτουν την εμπειρία τους; Αν ήξερα τι θα περάσω δεν θα μιλούσα ποτέ. Στις 100 περιπτώσεις κακοποιημένων παιδιών θα μιλήσουν τα δύο με οκτώ. Είναι πάρα πολύ λίγο. Είναι αφανές έγκλημα. Αλλαγή πλεύσης, λοιπόν, για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να εφαρμόσουμε τις αρχές μιας δικαιοπολιτείας».
Το αποτέλεσμα της δίκης και η δευτερογενής θυματοποίηση
Στη συζήτηση που ακολούθησε θίχτηκε έντονα το ζήτημα της δευτερογενούς θυματοποίησης των παιδιών στις υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού τους. Ο αρνητικός και συχνά μειωτικός τρόπος αντιμετώπισης των θυμάτων από δικαστές, συνήγορους και εισαγγελείς, δημιουργεί στα θύματα το αίσθημα της ματαίωσης και αμφισβήτησης των διαδικασιών της δικαιοσύνης πράγμα που αποτελεί και τον λόγο για τη μη αποκάλυψη των εν λόγω εγκλημάτων. Από την άλλη, η εμφανής έλλειψη εκπαίδευσης των δικαστών πάνω σε ζητήματα ψυχολογίας του θύματος κ.ά. καθορίζει σημαντικά, όπως και στην περίπτωση της Αμαλίας, το αποτέλεσμα. Εδώ συγκεκριμένα, για παράδειγμα, το δικαστήριο αποφάνθηκε πως το θύμα στις καταθέσεις του «μπέρδευε τους τόπους και τους χρόνους», ενώ ο κατηγορούμενος από την αρχή έως το τέλος είχε ένα συγκεκριμένο αφήγημα, οπότε και αθωώθηκε για την κατηγορία του βιασμού διότι απαιτείται να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα σε αυτές τις περιπτώσεις μέσω αποδείξεων, όπως εξήγησε η κ. Τέρνερ, η οποία σημείωσε αναλυτικά: «Ο σκοπός του ντοκιμαντέρ ήταν να μπορέσει κάποιος που δεν έχει βρεθεί ποτέ σε δίκη να καταλάβει τι περνάει ένας άνθρωπος που παίρνει την πολύ δύσκολη απόφαση να διεκδικήσει δικαιοσύνη. Και δυστυχώς δεν υπάρχει προστασία για τα θύματα. Δεν υπάρχει εκπαίδευση των δικαστών και των συνηγόρων. Δεν υπάρχει κανένας φορέας μέσα στη δικαστική αίθουσα που να περιορίζει τους ανθρώπους που ξεπερνούν τα όρια, όπως η συνήγορος του κατηγορουμένου. Ή τους εισαγγελείς που κάνουν αδιανόητες ερωτήσεις και κάνουν κακό στην ίδια την αποδεικτική διαδικασία. Όταν λες ότι αφού το θύμα μπερδεύει τους χρόνους και τους τόπους, ενώ ο κατηγορούμενος εμφανίζεται από την αρχή μέχρι το τέλος με μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία, είναι σαν να μην ξέρεις πως λειτουργεί το τραύμα και να μην το λαμβάνεις καθόλου υπόψη σου. Όταν ένας άνθρωπος μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία, γίνεται μια συνολική προσπάθεια να αποδομηθεί, να εξευτελιστεί. Είναι μια προσπάθεια διαπόμπευσης, όπως και στην περίπτωση της Αμαλίας, και γίνεται σε όλα τα θύματα και τελικά καταλαβαίνουμε γιατί δεν μπαίνει κανείς στη διαδικασία να καταγγείλει. Είναι πολύ άσχημο γιατί η βία συνεχίζεται εντός των δικαστηρίων σε διαφορετική μορφή και το χειρότερο από όλα είναι ότι εξαρτάται κάθε φορά από το ποιος είναι πρόεδρος στην έδρα. Αν υπάρχει δηλαδή κάποιος που ακούει, που είναι καλός, που καταλαβαίνει, που θα προστατεύσει το θύμα».
«Τρία στα τέσσερα παιδιά ανακαλούν τους αρχικούς ισχυρισμούς τους»
Όπως εξήγησε στο κοινό η κ. Θεμελή, τα θύματα βιασμών, βάση της νομοθεσία του 2017, «θα πρέπει να καταθέτουν μια μόνο φορά, σε έναν εξειδικευμένο χώρο, σε έναν ειδικά εκπαιδευμένο επιστήμονα. Οι καταθέσεις πρέπει να βιντεοσκοπούνται έτσι ώστε να μην χρειάζεται να μιλάνε 500 φορές σε διαφορετικούς ανθρώπους και τόπους». Αυτό είναι πολύ σημαντικό για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων, όπως ανέφερε η ίδια, είναι ότι η μνήμη δεν συνιστά αρχείο από το οποίο ανασύρεις τα περιστατικά και τα παραθέτεις έπειτα με απόλυτη ακρίβεια. Ιδίως για θύματα τραυματισμένα ψυχικά αυτό είναι έως και αδύνατο, ενώ όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Όσες πιο πολλές φορές ερωτηθείς, όσοι πιο πολλοί εμπλακούν στις διαδικασίες χωρίς γνώση των πρωτοκόλλων, τόσο πιο πιθανή η μόλυνση της μνήμης».
Όλα αυτά, όπως ανέφερε η κ. Θεμελή συχνά στο πεδίο της δικαστικής διαμάχης καταπατούνται, ενώ όπως τόνισε, επίσης, μεταξύ άλλων, η πάταξη των εν λόγω εγκλημάτων αλλά και η ενθάρρυνση των θυμάτων να μιλήσουν, δεν πρόκειται να επέλθουν από την αυστηροποίηση ή των πολλαπλασιασμό των νόμων: «Τα παιδιά είναι τα κατεξοχήν αναξιόπιστα θύματα. Τα μισά παιδιά δεν γίνονται πιστευτά από τους ίδιους τους γονείς τους. Τα μισά δεν καταλαβαίνουν τι ερωτώνται, δεν καταλαβαίνουν τις ερωτήσεις που γίνονται. Η επαναθυματοποίηση, ο επανατραυματισμός είναι αυτός που οδηγεί τα 3/4 των παιδιών στην ανάκληση των αρχικών τους ισχυρισμών. Ανακαλούν. Έχουμε μπροστά μας «βουνά». Εδώ στη χώρα μας υποχωρούν οι βασικές εγγυοδοτικές λειτουργίες για κράτος δικαίου. Τι είναι αυτές οι αρχές; Ταχύτατη απονομή δικαιοσύνης. Μυστικότητα στις διαδικασίες. Όσο η υπόθεση είναι στην προδικασία, προανάκριση και ανάκριση δεν διαρρέει τίποτα. Διαρρέουν όλα. Βασικός μάρτυρας Κιβωτού καταθέτει Τετάρτη 11:30-17:30, στις 18:00 είναι όλα σε μια εκπομπή. Στη χώρα που θεωρεί ότι η άκρατη πολυνομία και η αυστηροποίηση των ποινών θα δώσει λύση μην περιμένουμε να γίνει το «Tack» ποτέ. Έχουμε πολύ αυστηρές ποινές ήδη. Έχουμε πάρα πολλούς νόμους. Υπογράφουμε τα πάντα, δεν εφαρμόζουμε τίποτα. Οι ποινές μας, επίσης, είναι πάρα πολύ αυστηρές. Δεν αλλάζουν τα πράγματα έτσι. Ο ποινικός μας κώδικα, τα τελευταία χρόνια, αναθεωρήθηκε πέντε φορές, αυτό δημιουργεί τρομακτική ανασφάλεια δικαίου. Και πιστεύει κανείς ότι το θύμα αν ανοίξει τον ποινικό κώδικα θα πει «α πολύ ωραία ο βιασμός τώρα τιμωρείται 25 χρόνια όχι με 20, θα πάω να το αποκαλύψω». Γιατί αυτή είναι η λέξη εδώ: αποκάλυψη. Ή ο δράστης θα τον ανοίξει και θα πει «α δεν το ξανακάνω». Τι θέλει το θύμα; Ασφάλεια».
«1 στα 5 παιδιά θα υποστούν κάποιας μορφής σεξουαλικής παραβίασης»
Το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών αποτελεί μεγάλη παθογένεια για την κοινωνία σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς σύμφωνα με την κ. Θεμελή: «1 στα 5 παιδιά, σε αυτή τη διαδρομή της ενηλικίωσής τους διεθνώς, θα υποστούν κάποιας μορφής σεξουαλικής παραβίασης. Δηλαδή αν είμαστε εδώ 50, σημαίνει οι 10 από εμάς. Αυτό είναι βέβαιο. Και αυτά είναι τα φανερά ευρήματα. Αν συνυπολογίσουμε και το αφανές του εγκλήματος, θα είναι 1 στους 3», ενώ συνέχισε υπογραμμίζοντας και μια θλιβερή πραγματικότητα: «Στις 100 περιπτώσεις οι 95 γνώριζαν τον δράστη. Έχει τελειώσει αυτό που ζούσαμε στη δική μου γενιά «Μην πάρεις καραμέλα από άγνωστο. Μην μπεις σε ξένο αυτοκίνητο». Είναι πάντα ο δικός σου άνθρωπος. Αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι ο πατέρας, ο πατριός σου, ο συγγενής σου, ο προπονητής σου. Ο αθλητισμός είναι τεράστια πληγή».
Από την άλλη, η κ. Θεμελή ανέδειξε ποια παιδιά ειδικότερα βρίσκονται πιο ευάλωτα απέναντι σε αυτού τους είδους κακοποίησης και μάλιστα υπογράμμισε την ανυπαρξία εξειδικευμένου προσωπικού στις επάλξεις της δικαιοσύνης όταν τελικά αυτές οι υποθέσεις έρχονται στα χέρια της: «Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, τα παιδιά με ειδικές ανάγκες που κακοποιούνται σεξουαλικά από 7 ως 15 φορές περισσότερο από τα υπόλοιπα, τα παιδιά σε ιδρύματα και παιδιά που είναι σε καταυλισμούς προσφύγων: αυτά τα παιδιά είναι στο έλεός τους», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Θεμελή και συνέχισε λέγοντας: «Έρχονται παιδιά από καταυλισμούς. Δεν υπάρχει διερμηνέας. Ή αν έχουμε παιδί με ζήτημα κώφωσης, δεν υπάρχει πάλι διερμηνέας».
Από την άλλη, μεγάλη «πληγή» τελικά για τις υποθέσεις ειδικά των βιασμών αποτελεί το αίτημα της απόδειξης. Όπως σημείωσαν και η επιστήμονας κ. Όλγα Θεμελή, αλλά και η δημιουργός του ντοκιμαντέρ, η απόδειξη είναι πάρα πολύ δύσκολη σε αυτές τις περιπτώσεις καθώς δεν υπάρχουν χειροπιαστά στοιχεία, και συχνά η έλλειψη αντίληψης και εκπαίδευσης από πλευράς δικαστών οδηγεί στη λανθασμένη ερμηνεία της συμπεριφοράς των παιδιών, πράγμα που καθορίζει την τελική απόφαση.
Η κ. Θεμελή σημειώνει: «Αν έρθουν να καταγγείλουν μια πράξη τα παιδιά, δεν έχουμε ευρήματα αποδεικτικά. Υπάρχει το δίκαιο της απόδειξης. Όλα αποδεικνύονται. Αν δεν αποδείξουν, χάνουν. Δεν ασκείται πολλές φορές καν ποινική δίωξη για να μη φέρουν τα παιδιά μέχρι το δικαστήριο και εκεί τα ευτελίσουμε πλήρως. Η μόνη απόδειξη είναι ο λόγος ενός παιδιού. Εάν μπορώ να κάνω ποιοτική ανάλυση του λόγου του βάση κριτηρίων. Δεν είναι εύκολο. Είμαστε, για παράδειγμα, στην εισαγγελία Αθηνών και ένα παιδί γελάει και λένε άρα για να γελάει δεν έχει συμβεί τίποτα. Μόνο αν κλάψεις είσαι πιστευτός».
Μάλιστα, στην περίπτωση των βιασμών, υπάρχει το παράδοξο, όπως σημειώνουν και οι δύο, ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει βία τότε συνεπάγεται η συναίνεση του θύματος άρα και το αδίκημα δεν υφίσταται. Τα θύματα καλούνται τότε να αποδείξουν τη βία και την απειλή για να δικαιωθούν, ενώ οι κατηγορούμενοι από την πλευρά τους, όπως παρατηρεί η κ. Τέρνερ – όπως και στην περίπτωση της Αμαλίας – όταν κατηγορούνται για βιασμό «ξαφνικά όλοι δηλώνουν ερωτευμένοι, ότι ήταν σε σχέση και εκεί δημιουργείται ένα παραθυράκι πολύ περίεργο γιατί από τη μία σου λέει δεν μας ενδιαφέρει αν το ανήλικο έχει συναίνεση και από την άλλη ξαφνικά συζητάμε αν ήταν ερωτευμένοι, γιατί; Γιατί αν ήταν ερωτευμένοι τότε δεν μπορεί ο κατηγορούμενος να χρησιμοποίησε βία και απειλή στην πράξη. Άρα εκεί υπάρχει μια αντίφαση. Δεν γίνεται να μιλάμε για συναίνεση με ένα 11χρονο, ένα 12χρονο, ένα 13χρονο, ένα 6χρονο στο τέλος της μέρας».