Πόσες και πόσες ανθρώπινες στιγμές παραμονές της Μεγάλης Γιορτής δεν αποτυπώθηκαν στα τοπικά χρονικά. Όπως η περιπέτεια του Μωυσής Βαρούχ που ήταν ο «Σκρούτζ» του Ρεθύμνου.
Κάποια Χριστούγεννα στην ανατολή του περασμένου αιώνα, μετά τη Θεία Λειτουργία, μαζεύτηκαν οι Ρεθεμνιώτες να δουν ένα δράμα που παρουσίασε ομάδα νέων με τίτλο «Η αναίρεσις των εν Βηθλεέμ νηπίων».
Στον ρόλο του Ηρώδη, ήταν ένας νέος από ξεπεσμένη πλούσια οικογένεια, για την καταστροφή της οποίας δεν ήταν άμοιρος ευθυνών ο Βαρούχ.
Έτσι, από μια ενδόμυχη επιθυμία εκδίκησης, ο νεαρός ερμήνευσε τον ρόλο του μιμούμενος τη φωνή και τις κινήσεις του Βαρούχ, στον οποίο είχε περιέλθει η περιουσία της οικογένειας του νέου μετά από κατάσχεση. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος εκτόνωσης αναμφίβολα.
Από υπερβάλλοντα ζήλο μάλιστα, άρχισε να βάζει και δικά του λόγια στο κείμενο βρίζοντας τον νεογέννητο Χριστό -τι Ηρώδης θα ήταν άλλωστε – με αποτέλεσμα να ξεσηκώσει το κοινό εναντίον του Βαρούχ, που έξαλλο κατευθύνθηκε στο σπίτι του ανεπιθύμητου τσιγκούνη.
Εκείνη την ώρα ο Εβραίος με την οικογένειά του καθόταν στο τραπέζι για φαγητό.
Ο όχλος απ’ έξω άρχισε να φωνάζει, να τον βρίζει και να του ζητά επίμονα να βαπτιστεί.
Εκείνος για να προστατεύσει την οικογένειά, από καμιά ανεπιθύμητη έφοδο με απρόβλεπτες συνέπειες, πήρε κουράγιο και βγήκε ν’ αντιμετωπίσει μόνος του το έξαλλο πλήθος.
«Μα τι σας έκανα βρε παιδιά;», φώναζε. «Εγώ έσφαξα τα παιδιά; Μήπως ζούσα τότε;».
Μάταια ικέτευε να τον λυπηθούν. Αν δεν βαφτιζόταν χριστιανός «την είχε βάψει». Φαίνεται πως δεν είχε βρει άλλο τρόπο το μανιασμένο πλήθος, για να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Τι να κάνει; Προκειμένου να λυντσαριστεί αποφάσισε να τους κάνει το χατίρι. Σάμπως τι είχε να χάσει;
Μόλις όμως ανακοίνωσε την απόφασή του, νέα αφορμή για γκρίνια δόθηκε ανάμεσα σε ορθόδοξους και καθολικούς, αυτή τη φορά για το όνομα. Τι όνομα θα έπρεπε να του δώσουν;
Έπεσαν πολλές προτάσεις αλλά κανένας δεν ήταν ευχαριστημένος.
Και μπροστά στον κίνδυνο νέας ταραχής ο Εβραίος, που «έβλεπε το χάρο με τα μάτια του» πρότεινε να συναντηθεί μόνος στο σπίτι με δυο ιερείς, έναν από κάθε δόγμα και να συναποφασίσουν για το όνομα.

Σε αναδημοσίευση της ιστορίας αρκετά χρόνια αργότερα στην εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση» (9 Ιανουαρίου 1972) από το περιοδικό «Οικογένεια – 29/12/1929» και πάλι χωρίς υπογραφή, αναφέρονται και μερικές πιπεράτες λεπτομέρειες, ως προς τα επακολουθήσαντα στον δρόμο μέχρι να δοθεί τέλος στο ζήτημα. Επειδή φαίνονται όμως λίγο «τραβηγμένα» για τα ήθη της εποχής, είπαμε να τα παραλείψουμε και να πάμε παρακάτω.
Άλλωστε στο «Πολιτιστικό Ρέθυμνο» έχουμε πλήρη αναφορά του βίου και της πολιτείας του Βαρούχ που πήρε από τη ζωή ό,τι του άξιζε. Κι όποιος ενδιαφέρεται δεν έχει παρά να το αναζητήσει στα αφιερώματα της εφημερίδας.
Κάποια άλλη ανθρώπινη στιγμή μας περιγράφει ο Μιχαήλ Μύρωνος Παπαδάκης: «Ήταν Χριστούγεννα του 1915 που εκείνη τη χρονιά έπεφταν ημέρα Παρασκευή. Το γεγονός όμως της ημέρας ήταν ότι θα προσέγγιζε στο λιμάνι το πλοίο «Αντιγόνη» με φορτίο σταριού. Κι ήταν χαρά μεγάλη γιατί και κάποιοι λιμενεργάτες θα έβγαζαν επιτέλους μεροκάματο και θα είχε ο κόσμος με κάτι να χαζέψει. Να δει ποιος φεύγει ποιος έρχεται. Να έχει να κουβεντιάζει κοντολογίς στη βεγγέρα.
Από νωρίς το πρωί οι βαρκάρηδες ετοιμάστηκαν για το ξεφόρτωμα όταν θα ερχόταν η ώρα και μετά μοιράστηκαν στα καφενεία, αφού δεν είχαν που αλλού να πάνε μέχρι να φανεί το πλοίο και να πιάσουν δουλειά.
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καν υποδομή για τη διαδικασία αυτή. Ήταν όμως καλοί θαλασσομάχοι οι εργάτες του λιμανιού και σαν χαρακτήρες ένας κι ένας. Οι περισσότεροι βέβαια είχαν κι ένα παρατσούκλι που τους ταίριαζε γάντι αν έδινες προσοχή στα σουσούμια τους. Οι πιο γνωστοί ήταν η Μουρμούρα, η Τουρτούρα, η Σκαμπίλα, ο Πίτσουλας, ο Χουρσίτης, ο Ντερβίσης, ο Αλέκος, ο Χούσος, το Χασανάκι και η Ρουχάλα. Οι μόνοι που δεν σήκωναν παρατσούκλι ήταν ο Χουρσίτης, ο Χούρσος και ο Αλέκος. Αυτοί απαιτούσαν να ακούγονται με το όνομά τους. Και αλίμονο σε όποιον θα έκανε απόπειρα να τους σπάσει τη «μαγκιά».
Ο Ντερβίσης, (Νίκος Καλαϊτζιδάκης) δεν είχε κανένα λόγο να διαφωνεί με το παρατσούκλι που του κόλλησαν. Όπως και να γινόταν ήταν ο άρχοντας του λιμανιού. Και η παρέα τον σεβόταν θέλοντας και μη. Όσο για το Χασανάκι δεν πολυσκοτιζόταν για το πώς τον φώναζε καθένας. Αυτός είχε να το λέει για τις σχέσεις του με τα μεγάλα ονόματα της πόλης όπως ήταν ο Σεφτέρ μπέης Κλαψαράκης, ο Αλή Βαφή Σελιανάκης, ο Αλή εφέντης Βακογλάκης που ήταν και δήμαρχος, ο Τριφύλλης και άλλοι.
Αυτόν τον έκανε ο Ντερβίσης και φούσκωνε σαν γάλος όταν τον έβλεπε να κατεβαίνει στο λιμάνι. Τον προκαλούσε να αναφερθεί στις συναντήσεις του και βλέποντας η γαλαρία το καμάρι του Τούρκου που τον καταδέχονταν τέτοιες προσωπικότητες έπιανε τα πλευρά από τα γέλια.
Η Ρουχάλα έκανε και καφενείο που ήθελε κουράγιο να το πλησιάσεις. Σαν θέλανε μάλιστα οι Ρεθεμνιώτες να παραδειγματίσουν μιλώντας για κάτι ιδιαίτερα βρώμικο έλεγαν «Σαν της Ρουχάλας τον καφενέ».
Ήταν όμως όλοι τους σπουδαίοι θαλασσινοί. Και όπως μας πληροφορεί ο Μιχαήλ Μύρωνος Παπαδάκις, που κράτησε τη μνήμη τους με τη χαρισματική γραφίδα του, με μια ηρωική τους πράξη είχαν πάρει μεγάλο βραβείο.
«Η βιοπάλη όμως τους κρατούσε πάντα ομήρους κι αυτοί είχαν μόνο σαν παρηγοριά να θυμούνται αυτά τα μεγαλεία. Έτσι και κείνα τα Χριστούγεννα του 1915 περιμένοντας να έρθει το πλοίο να ξεφορτώσουν άρχισαν να κουβεντιάζουν για τα παλιά στα καφενεία που είχαν μοιραστεί. Μερικοί πήγαν στου Χουσνή Καπετάνιο τον καφενέ, άλλοι στου γέρο Λάριου κι άλλοι στο μαγέρικο του Παυλή να ρίξουνε πράμα στο στομάχι τους.
Ο Δερβίσης, ο Χουρσίτης το Χουσάκι και ο Πίτσουλας μονομεριάσανε στου Κόκκινου του Μανόλη, πίσω από το σημερινό Τελωνείο που ήταν ένας Κήπος. Περνούσαν ζάχαρη εκεί ακούγοντας τον φοβερό εκείνο Μινχάουζεν του Ρεθύμνου να τους απαριθμεί τερατολογίες. Και κυλούσε έτσι η ώρα μια χαρά πίνοντας και το ρούμι τους. Στους άλλους τους τούρκικους καφενέδες τέτοια ποτά δεν σέρβιραν. Ο Κόκκινος πρωτοπορούσε και σ’ αυτό.
Κάποια στιγμή φάνηκε το βαπόρι που ερχόταν από τα Χανιά. Αμέσως όλοι σηκώθηκαν και έτρεξαν να ετοιμαστούν. Η δουλειά αυτή δεν σήκωνε χασομέρι αν ήθελαν να δουν χρήμα στην τσέπη τους. Πρώτα βγήκε η βάρκα και από κοντά οι μαούνες πλησίαζαν στο πλοίο.
Και τότε συνέβη το ανεξήγητο. Εκεί που η θάλασσα ήταν ήσυχη ξαφνικά σηκώθηκε φοβερή θαλασσοταραχή. Ο καπετάνιος του πλοίου βλέποντας τα τεράστια κύματα, άλλαξε προορισμό για να σώσει πλήρωμα και καράβι. Μείναμε οι βαρκάρηδες στα ανοικτά έρμαιο στα κύματα που λυσσομανούσαν.
Οι θαλασσόλυκοι του λιμανιού δεν κιότεψαν. Μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια. Με ψυχραιμία πάλευαν με τα κύματα που άλλοτε τους σήκωναν σε θεόρατα ύψη και άλλοτε τους κατάπιναν για αρκετή ώρα. Τελικά τα κατάφεραν. Γύρισαν όλοι στο λιμάνι εκτός από τον Πίτσουλα και το Χουρσίτη. Η βάρκα τους είχε πάει να βοηθήσει μια μαούνα να μπει στο λιμάνι. Κι όταν γύρισε να πιάσει υπήνεμο λιμάνι ένα κύμα την πέταξε ανοικτά και κυριολεκτικά την κατάπιε η θάλασσα. Όταν φάνηκε κάποια στιγμή δεν είχε τιμόνι ούτε κουπιά. Και οι άνδρες της είχαν πιαστεί από τους πάγκους και πάλευαν με τα κύματα.
Όλοι κοιτούσαν με πιασμένη την ανάσα αλλά και πώς να βοηθήσουν. Ένα καραβάκι η «Χρυσαλλίς» επιχείρησε να κάνει μια προσπάθεια, αλλά το πέταξε η θάλασσα σαν καρουδότσουφλο ψηλά και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω.
Η βάρκα του Πίτσουλα ξαναφάνηκε κοντά στο φανάρι αλλά μια φοβερή δίνη την εξαφάνισε πάλι και όταν την είδαν να εμφανίζεται ξανά δεν είχε πια κανένα από το τσούρμο της.
Σαν να ‘ταν ευλογημένοι από τον Θεό δυο κατάφεραν να σωθούν μετά από σκληρή πάλη με τα κύματα και αφού είχαν φτάσει πια κοντά στο τέλος. Ήταν ο Χουσάκης και ο Ρεβίθης. Ο Χουρσίτης και ο Πίτσουλας όλο και απομακρύνονταν, ενώ πάλευαν απεγνωσμένα να σωθούν. Τα κύματα δεν τους άφηναν να πάρουν ούτε ανάσα. Και τους έσπρωχναν όλο στ’ ανοικτά. Κάποια στιγμή οι δυνάμεις τους φάνηκε πως τους εγκατέλειψαν. Χάθηκαν από τα μάτια των έντρομων συναδέλφων τους που παρακολουθούσαν και εύχονταν.
Κάποια στιγμή κάτι σκούρο φάνηκε. Ήταν το σακάκι του Πίτσουλα. Σε λίγο τράβηξαν και το δικό του βασανισμένο κορμί. Έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τον συνεφέρουν. Ήταν όμως νεκρός.
Πέρασαν μέρες μέχρι να πάρουν όλοι μια απάντηση για την τύχη του Χουρσίτη. Ένα πρωινό η θάλασσα ξέβρασε το πτώμα του κάπου στα Περιβόλια και το άφησε εκεί στις ανθισμένες ασφενδυλιές.
Το πήρε η έρμη μάνα και το έθαψε χωρίς να μπορεί να πιστέψει πως αυτό το ταλαιπωρημένο κουφάρι ήταν ο λεβέντης της. Και ποτέ δεν ξεπέρασε τον θάνατο του παιδιού της. Είχαν πια συνηθίσει οι Ρεθεμνιώτες, να τη βλέπουν να περιτριγυρίζει τις τρώγλες της Φορτέτζας, να αγναντεύει από ψηλά τη θάλασσα και να την καταριέται χαράζοντας με τα νύχια της το πρόσωπό της. Μέχρι που ο θρήνος της έγινε γέλιο ατέλειωτο. Η τρέλα ήρθε να λυτρώσει την έρημη μάνα που την έβλεπαν να τρέχει πάνω στους βράχους της Φορτέτζας αδιαφορώντας για τις πληγές που γέμιζαν τα γυμνά της πόδια. Μια τραγική φιγούρα που κανένας δεν πρόσεχε πια κι ούτε ενδιαφερόταν να της προσφέρει λίγη παρηγοριά».
Το περιστατικό αυτό χαράχτηκε στη μνήμη του Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκη και αρκετές φορές το θύμισε με χρονογράφημά του στον τοπικό τύπο. Έτσι μάθαμε για τα θλιμμένα Χριστούγεννα του 1915 και για τον άδικο χαμό του Χουρσίτη που ήταν το μοναδικό στήριγμα για τη δυστυχισμένη τη μάνα του.

Εικόνα απίστευτης αθλιότητας
Εκείνος που περνούσε από το Δημαρχείο Ρεθύμνου, παραμονή Χριστουγέννων του 1929, δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήταν βέβαια γνωστό ότι η φτώχεια έδειχνε την πιο σκληρή της όψη από την απελευθέρωση και πέρα, αλλά η κατάσταση ξεπερνούσε κάθε όριο φαντασίας.
Μητέρες με πεινασμένα παιδιά στην αγκαλιά, που τουρτούριζαν από το κρύο, ανάπηροι, γέροι και ορφανά παιδιά δημιουργούσαν μια σύνθεση τόσο ξένη με το γιορτινό πνεύμα των ημερών.
Ήταν ένας όχλος προσωποποιημένης δυστυχίας, που είχε συγκεντρωθεί στο δημαρχείο μετά τη φήμη ότι θα έδιναν βοηθήματα. Και πράγματι.
Ο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Τιμόθεος είχε κάνει έκκληση για μια ενεργή συμπαράσταση στους πάσχοντες συνανθρώπους και ο Σύλλογος Κυριών με το Λύκειο Ελληνίδων πήραν το ζήτημα πολύ στα σοβαρά.

Ο εκδότης της εφημερίδας «Δημοκρατία» Νίκος Ανδρουλιδάκης θα δημοσιεύσει λίγες μέρες αργότερα την «επίθεση» που δέχτηκε από δυο κυρίες των ευγενώς αμιλλωμένων σωματείων, οι οποίες απαιτούσαν αποκατάσταση της αλήθειας για το ποιος φορέας είχε συγκεντρώσει περισσότερα χρήματα. Η επιθυμία να προσφέρει κάθε σωματείο περισσότερα και να σκορπίσει χαμόγελα ευτυχίας στους αναξιοπαθούντες έφθανε στο σημείο μεγάλης κόντρας που κομψά βέβαια αλλά αρκετά δεικτικά σχολίαζε ο τοπικός τύπος. Τι άλλο να σχολίαζε σε μια επίσης πτωχή σε γεγονότα επικαιρότητα η κάθε εφημερίδα;
Σημασία έχει ότι ο έρανος σημείωσε μεγάλη επιτυχία γιατί μέσα σ’ ένα πρωινό οι κυρίες συγκέντρωσαν αρκετά χρήματα, αφού κανένας δεν αρνήθηκε να βοηθήσει έστω κι από το υστέρημά του. Μόλις άνοιξαν τα κουτιά μετρήθηκε το σημαντικό ποσόν για την εποχή των 12.200 δρχ.
Στη γενική αυτή προσπάθεια αντιμετώπισης της φτώχειας ο δήμος Ρεθύμνου είχε προσφέρει 9.500 δρχ., το Εφεδρικό Ταμείο δρχ. 3.000, το Μοναστηριακόν δρχ. 3.000 επίσης και ο Σύλλογος Κυριών 2.000.
Για την ιστορία θα αναφέρουμε τα ονόματα των κυριών που ξεπερνώντας τις αναστολές της εποχής βγήκαν στον δρόμο κι άπλωσαν χέρι επαιτείας για να χορτάσουν δυστυχισμένα πλάσματα.
Ήταν Λέλα Κούνουπα, Γεωργία Ζακάκη, Γαλάτεια Δέρα, Ιωάννα Ν. Παπαδάκη, Γεωργία Χαμαράκη, Δομενίκη Ανδρεάδου, Γεωργία Βλαστού, Μαρία Δερμιτζάκη, Αναστασία Δρανδάκη, Πηνελόπη Μιχελακάκη, Τελέσιλα Αναγνωστοπούλου, Σεβαστούλα Παντζάρη, Λέλα Σκευάκη, Ευφημία Στραπατσάκη, Δανάη Καφφάτου, Αργυρώ Δερμιτζάκη, Ιουλία Χονδρού, Αγλαία Σαββάκη, Άννα Λιλιτάκη, Αθηνά Μυλωνάκη και Λάουρα Σωτήρχου.
Συμμετείχαν όμως και νεαρές δεσποινίδες όπως οι: Ιφιγένεια Κιουρτσιδάκη, Θάλεια Δαφνομήλη, Ιφιγένεια Γαβαλά, Ευαγγελία Δροσάκη, Χρυσούλα Δάβη, Φανή Καλογρίδου, Ελευθερία Αντ. Λαμπάκη, Ειρήνη Περβολαράκη, Ευαγγελία Παπαδάκη, Γεωργία Τσάκωνα, Μαρία Γερμανάκη, Ελένη Ραφαηλίδου, Χαρίκλεια Πλυμάκη, Μαρία Ψυχουντάκη, Γεωργία Πισκοπάκη, Ευαγγελία Χαλκιαδάκη και Στέλλα Κουτρουμπά.

Μετά τη σχετική ειδοποίηση από τον τελάλη μαζεύτηκαν του Ρεθύμνου οι ταπεινοί στο δημαρχείο περιμένοντας. Αδιαφορούσαν για το κρύο, αφού σε λίγο και για φαγητό θα είχαν να αγοράσουν ίσως και για λίγο κάρβουνο ν’ ανάψουν μαγκάλι.
Με το που άνοιξε το κουτί πέσαν όλοι πάνω να προλάβουν. Ευτυχώς που οι αρμόδιοι υπάλληλοι είχαν προβλέψει να ενισχύσουν την «άμονα» γιατί λίγο έλειψε να αναποδογυρίσει η κάσα με τα χρήματα.
Ευτυχώς η επιτροπή είχε προβλέψει και για τους δυστυχείς που δεν μπορούσαν να πάνε στο δημαρχείο για το βοήθημα. Με απόλυτη διακριτικότητα τους επισκέφθηκαν στο σπίτι τους οι άγγελοι καλοσύνης και τους έδωσαν το μερτικό τους για να περάσουν γιορτές.
Το αποτέλεσμα ικανοποίησε ιδιαίτερα τον Επίσκοπο που κάνει δημόσιο ευχαριστήριο, μετά πολλών επαίνων, σε όσους συνεισέφεραν στον έρανο και το βλέπουμε δημοσιευμένο στην πρώτη σελίδα της Δημοκρατίας και μάλιστα στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1930.
Η κατάσταση που επικρατεί γενικά στην πόλη απεικονίζεται και στα «ψιλά» της εφημερίδας που περιγράφει με μελανά χρώματα πόσο πτωχή ήταν η κίνηση παραμονή Πρωτοχρονιάς. Με μεγάλη δυσκολία ψώνισε ο κόσμος και μάλιστα λιγότερα και από τα απαραίτητα. Η δε συνήθεια των μποναμάδων μετά βίας τηρήθηκε από εκείνους που είχαν κάποια δυνατότητα.
Η ανέχεια όμως έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει.
Μπορεί κάποιοι να έκαναν υπομονή περιμένοντας καλύτερες μέρες αλλά οι κάτοικοι της ενδοχώρας «ακόνισαν» τη διάθεσή τους για επανάσταση. Κι η φτώχεια ήταν εχθρός. Θα την αντιμετώπιζαν δυναμικά. Άλλωστε δεν έμεναν άλλα περιθώρια. Μετά από πέντε χρόνων αφορία, ακόμα και οι εύποροι αγρότες άρχισαν να βιώνουν τη στέρηση. Και πάλαι ποτέ άρχοντες υποχρεώθηκαν να αγοράζουν λάδι με το σταγονόμετρο.
Ποιοι σήκωσαν το λάβαρο της επανάστασης; Μα ποιοι άλλοι; Ο Λαός του δήμου Αρκαδίου. Μαθημένοι στην άνεση, αφού διέθεταν τόσο σημαντικές περιουσίες οι Αδελοπηγιανοί δεν άντεχαν αυτή την πίεση.
Προχώρησαν σε συλλαλητήριο που έγινε στην Πηγή 26 Δεκεμβρίου Κεντρικός ομιλητής ήταν ο πρόεδρος της Κοινότητας Πηγής Γεώργιος Παπαδερός, που αναφέρθηκε στους λόγους που προκάλεσαν το συλλαλητήριο για τη λήψη μέτρων. Όπως τόνισε βασική αφορμή της τραγικής κατάστασης όλων ήταν εκτός από την ανύπαρκτη παραγωγή, και η χαμηλή τιμή του ελαιολάδου που δεν απέφερε τελικά στον παραγωγό ούτε τα έξοδά του. Τα χρέη συσσωρεύτηκαν, οι φόροι το ίδιο και δεν φαινόταν πουθενά διέξοδος στο τρομερό αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί.
Απαιτούσαν λοιπόν άμεση λειτουργία Αγροτικής Τράπεζας.

Το συλλαλητήριο δεν πέρασε απαρατήρητο. Λίγες μέρες αργότερα ο πρόεδρος της Πηγής έλαβε τηλεγράφημα από τον πρόεδρο της Κυβέρνησης Ελευθέριο Βενιζέλο που τον πληροφορούσε για:
Άμεση λειτουργία Αγροτραπέζης.
Κατάργηση επί διετία του φόρου αγροτικής παραγωγής.
Ελάττωση φόρου ελαίου κατά 25% από 1ης Απριλίου.
Συνέχεια του τηλεγραφήματος ο Βενιζέλος ενημέρωνε ότι είχε επιτραπεί η ελεύθερη πώληση λαδιού με οξύτητα για ένα χρόνο και ότι μελετούσαν την απαγόρευση εισαγωγής σπορελαίων αν και η φορολογία ήταν τέτοια που να μην ανταγωνίζεται σπορέλαιο και ελαιόλαδο.
Επίσης είχε ψηφιστεί χρεοστάσιο αγροτών για ένα έτος, ήταν προς μελέτη η λήψη μέτρων για την προστασία των πολυτέκνων, είχε διαταχθεί επανίδρυση ανεξαρτήτου τάγματος πεζικού στο Ρέθυμνο ενώ επρόκειτο να μελετηθεί το θέμα κατάργησης του Ταμείου ελαιοπρονοίας και να ληφθούν μέτρα για την αγροτική ασφάλεια.
Βέβαια δεν βελτιώθηκε η ποιότητα ζωής αλλά στην αναβροχιά καλό ήταν και το χαλάζι.
Χρόνια Πολλά!










