Δεν είμαι αρμόδιος, ούτε θέλω να σχολιάσω, άμεσα, τις θέσεις του δημάρχου, κ. Δούκα στο άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών (24/08/2026). Στο άρθρο αυτό συνδέει τον διεθνώς αναγνωρισμένο κοινωνιολόγο, Μαξ Βέμπερ με την «υπερσυγκέντρωση πλούτου, μέσω μη παραγωγικών, άγρια κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, με τη συναίνεση ή/και τη συνεργασία της πολιτικής». Όπως διευκρινίζει: «Πρόκειται για μια νέα, ακραία μορφή του πολιτικού καπιταλισμού που εισήγαγε ο Γερμανός Max Weber, και αφορά στην απόκτηση υπερπλούτου όχι μέσω της πραγματικής παραγωγής, αλλά μέσω της πολιτική ισχύος, της εκμετάλλευσης δημόσιων αξιωμάτων, των κρατικών χορηγιών και των πολεμικών επιχειρήσεων».
Στην πραγματικότητα, ο Μαξ Βέμπερ επεδίωξε και εργάστηκε για εντελώς διαφορετικούς στόχους από αυτούς που νομίζει ο κ. Δούκας. Σύμφωνα με τις ιστορικές και οικονομικές έρευνες του, η δίψα για κέρδος υπήρχε παντού και πάντα, πολύ πριν από τον δυτικό καπιταλισμό. Ο τελευταίος βασίζεται στον έννομο και νόμιμο ορθολογικό υπολογισμό κόστους – οφέλους και με την εκπόνηση των τριών τύπων νόμιμης κυριαρχίας υπαγορεύει τους όρους ή τις προϋποθέσεις για τη νόμιμη τιθάσευση και ορθολογική διευθέτηση της παράλογης και ληστρικής δίψας για κέρδος. Αυτό μπορεί να επιτυγχάνεται όχι από καλή θέληση ή ως χάρη, αλλά με αγώνες και κατοχυρώνεται μόνο με έννομες – θεσμικές ρυθμίσεις και ασφαλιστικά δικαιώματα υπέρ των εργαζομένων. Βασική προϋπόθεση για όλα αυτά είναι η οργάνωση των εργαζομένων στα Συνδικάτα για να διαπραγματεύονται με τις επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια ήταν εναντίον των λεγόμενων κίτρινων συνδικάτων, τα οποία ήσαν εξαρτημένα από τους καπιταλιστές εργοδότες. Οι εμπειρικές έρευνες του Μαξ Βέμπερ ειδικά για τους αγρεργάτες και τους εργάτες στη βιομηχανία επιβεβαιώνουν το ενδιαφέρον του για το ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια οφείλει να είναι για όλους εφικτή. Στην ομιλία του το 1919, Η πολιτική ως επάγγελμα βλέπει, ουσιαστικά, την πολιτική να κινείται ανάμεσα στην κομματική, πολιτική καριέρα και την εθνική – κοινωνική της αποστολή και αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις για να επικρατήσει η δεύτερη τάση.
Στο πλαίσιο της ανάλυσής του προειδοποιούσε με ρεαλισμό και διορατικότητα πως, στην πορεία που θα ακολουθήσει ένα σοσιαλιστικό κράτος, οι διάδοχοι των σημερινών, γνήσιων αγωνιστών θα μεταβληθούν και θα αντικατασταθούν, αναπόφευκτα, από στυγνούς γραφειοκράτες. Ας υποθέσουμε, γράφει, πως θα μπορούσε να καταργηθεί ο καπιταλισμός – κάτι που δεν είναι τόσο εύκολο όσο ονειρεύονται ορισμένοι: Τότε, όχι μόνο δεν θα εξαφανιζόταν το ατσάλινο κέλυφος που πιέζει τη βιομηχανική εργασία, αλλά, πολύ περισσότερο, η πρώην ευέλικτη και καινοτόμος διεύθυνση των κρατικοποιημένων ή κατά κάποιο τρόπο κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων θα εκφυλιζόταν σε μιαν άτεγκτη γραφειοκρατική ιεραρχία. Οι μορφές των υπαλλήλων και των εργατών στην κρατική διοίκηση των ορυχείων και των σιδηροδρόμων θα λειτουργούσαν τότε με διαφορετικό τρόπο από ό,τι συμβαίνει στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Ωστόσο οι σχέσεις αυτές θα ήσαν λιγότερο ελεύθερες, αφού κάθε αγώνας για επιρροή εναντίον μιας κρατικής γραφειοκρατίας στερείται προοπτικών επιτυχίας: Αφού σε θέματα αρχών δεν θα υπάρχει κάποια διαφορετική εξουσία προς την οποία θα μπορούσαν να απευθυνθούν – κάτι που είναι εφικτό στο πλαίσιο της ιδιωτικής οικονομίας. Με βάση τη διάκριση αυτή ανάμεσα στα δυο συστήματα, ο Βέμπερ συμπεραίνει: «Αν λοιπόν θα ήταν δυνατό να εξουδετερωθεί ο ιδιωτικός καπιταλισμός, τότε η κρατική γραφειοκρατία θα κυριαρχούσε εντελώς μόνη της. Οι ιδιωτικές και δημόσιες γραφειοκρατίες, που λειτουργούν τώρα δίπλα – δίπλα η μια με την άλλη και βρίσκονται συγχρόνως σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, θα συνενώνονταν τότε σε μια μονολιθική ιεραρχία, όπως συνέβη περίπου στην αρχαία Αίγυπτο, μόνο σε μιαν, ασύγκριτα, ορθολογικότερη και γι αυτό πιο ακατάλυτη μορφή». Οι υπολογισμοί και οι προβλέψεις αυτές του Βέμπερ επαληθεύτηκαν πλήρως. Απλώς, σήμερα δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στην αρχαία Αίγυπτο, αλλά στα αυταρχικά συστήματα που έχουν επιβληθεί και αναπαράγονται, σταθερά, στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η πραγματικότητα αυτή δεν αμαυρώνει τις γνήσιες προσδοκίες όσων πίστεψαν και αγωνίστηκαν, τότε, για μια σοσιαλιστική ουτοπία.
Από την άλλη, ήδη το βιβλιαράκι του Ολλανδού γιατρού, Bernard Mandeville, Η παραβολή των μελισσών στην οποία αναφέρονται οι Κ. Μαρξ και Μ. Βέμπερ, περιγράφει ωμά τα πρώτα βήματα του καπιταλισμού στο Λονδίνο του 18ου αιώνα, ωστόσο χωρίς καμιά νοσταλγία για τις προσωποπαγείς και λίαν επαχθείς σχέσεις που κυριαρχούσαν παλαιότερα και όπου οι απλοί άνθρωποι «έπρεπε να τρώνε βελανίδια για να επιζήσουν». Η λύση λοιπόν βρίσκεται μάλλον στο Κέντρο, όχι στα άκρα. Προς το σκοπό αυτό είχε ο Βέμπερ εκπονήσει τους τρεις τύπους (σενάρια) κυριαρχίας οι οποίοι μπορεί να αλληλοελέγχονται και εξισορροπούνται μεταξύ τους για την επίτευξη πολιτικών συμβιβασμών και όχι για μηδενιστικές λύσεις όπου ορισμένοι τα παίρνουν όλα και οι άλλοι τίποτα.
* Ο Στέλιος Χιωτάκης είναι ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης













