Στ΄ ακρόστενο όπου ο Λόγος δεν φτάνει κι ο Άνθρωπος στέκεται ενώπιον του Αληθινού
Δεν είναι όλα όσα σώζονται με λέξεις.
Υπάρχει ένα σημείο στην ανθρώπινη πορεία όπου ο λόγος, όσο εύστοχος κι αν είναι, παύει να επαρκεί. Όχι επειδή εξαντλήθηκαν τα επιχειρήματα, αλλά επειδή η αλήθεια που αναδύεται δεν χωρά πλέον σε ήχους και σχήματα. Εκεί, ο λόγος είναι το τελευταίο ένδυμα της εμπειρίας. Πριν γεννηθεί η λέξη, κάτι ήδη συμβαίνει στο βάθος του ανθρώπου. Μια ρωγμή, μια αναγνώριση, μια σιωπηλή μετατόπιση του είναι. Εκεί, ο άνθρωπος δεν μιλά. Στέκεται!
Και το «στέκεσθαι» είναι η πύλη που «ξανοίγει» στη φανέρωση. Γιατί όσο ο λόγος λειτουργεί, ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να κρύβεται πίσω του. Να εξηγεί, να ερμηνεύει, να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Όταν όμως ο λόγος αποσύρεται, απομένει ο ίδιος, γυμνός από διατυπώσεις, χωρίς το καταφύγιο των λέξεων. Η λέξη φωτίζει, αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί. Δίνει μορφή, αλλά στερεί ίσως του νοήματος. Κι όμως, τότε αρχίζει η αληθινή συνάντηση.
Ο πολιτισμός μας, έμαθε να «μιλά» αδιάκοπα. Να απαντά γρήγορα, να τοποθετείται, να γεμίζει κάθε κενό με φράσεις. Μα, φίλοι μου αγαπητοί, οι πιο καθοριστικές στιγμές της ύπαρξης δεν συνοδεύονται από λόγια. Συνοδεύονται από σιωπή που βαραίνει, από βλέμματα που δεν χρειάζονται εξηγήσεις, από εκείνη την αίσθηση πως κάτι ουσιώδες συμβαίνει πέρα από κάθε περιγραφή.
Ο καθένας μας το γνωρίζει από παιδί. Η αγάπη που βιώνεται βαθιά δεν εκφράζεται εύκολα. Ο πόνος που αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης δεν εξηγείται. Η συγγνώμη που σώζει μια σχέση δεν διατυπώνεται. Θεωρώ πως μετουσιώνεται σε βίωμα. Κι ο θάνατος ακόμα, μπροστά στον οποίο όλοι σιωπούμε, δε νομίζω πως επιδέχεται ρητορική… ακριβώς γιατί εκεί που δεν φτάνει ο λόγος, αρχίζει η περιοχή του αληθινού!
Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το δυσκολότερο μάθημα για τον σύγχρονο άνθρωπο: να αποδεχθεί δηλαδή ότι, επιτέλους, δεν μπορεί να ορίσει τα πάντα. Ότι υπάρχουν στιγμές όπου καλείται όχι να μιλήσει, αλλά να παραμείνει παρών. Να αντέξει τη σιωπή χωρίς να τη σπάσει. Να σταθεί ενώπιον του άλλου χωρίς άμυνες, ενώπιον του εαυτού του χωρίς δικαιολογίες, ενώπιον του Θεού χωρίς προσχήματα. Διότι εκεί, στο άκρο της εκφραστικής μας δυνατότητας, αποκαλύπτεται κάτι παράδοξο: ο λόγος δεν είναι το τέλος της πορείας αλλά το μονοπάτι! Το τέρμα βρίσκεται εκεί όπου η ύπαρξη καλείται να απαντήσει όχι με φωνή, αλλά με στάση ζωής. Γι’ αυτό και οι σοφοί όλων των εποχών έμαθαν να σιωπούν. Όχι επειδή δεν είχαν τι να πουν, αλλά επειδή γνώριζαν πως το ουσιώδες δεν είναι λέξη, αλλά αποκάλυψη!
Κι ίσως τελικά η ωριμότητα του ανθρώπου να μετριέται όχι από την ικανότητά του να μιλά, αλλά από τη δύναμή του να στέκεται ακίνητος όταν ο λόγος παύει να τον προστατεύει.
Αγαπητοί μου, εκεί όπου δεν υπάρχουν πια λέξεις, αρχίζει η αλήθεια. Και τότε ο άνθρωπος καλείται να σταθεί, όχι ως ομιλητής, όχι ως αφηγητής αλλά ως ΜΑΡΤΥΡΑΣ.
Λαογραφική και πολιτισμική αναφορά
Η ελληνική λαϊκή παράδοση γνώριζε ανέκαθεν ότι οι πιο αληθινές στιγμές της ζωής δεν χωρούν εύκολα σε λόγια. Στον θάνατο, στον αποχωρισμό, στη ξενιτιά, στον γάμο ή στην επιστροφή του αγαπημένου, ο άνθρωπος πρώτα σιωπούσε και έπειτα μιλούσε. Η σιωπή δεν ήταν αμηχανία, αλλά σεβασμός μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο από την ανθρώπινη δυνατότητα να το εξηγήσει.
Στα μοιρολόγια, στα νανουρίσματα και στα παλαιά τραγούδια, στη βυζαντινή μελική εμπειρία συχνά η φωνή σπάει, ο στίχος διακόπτεται, η παύση γίνεται μέρος του μέλους. Εκεί όπου ο λόγος δεν επαρκεί, συνεχίζει η εμπειρία. Γι’ αυτό και η λαϊκή σοφία επαναλαμβάνει πως «η σιωπή είναι χρυσός», αναγνωρίζοντας ότι πρώτα ο άνθρωπος οφείλει να κατανοήσει εσωτερικά ό,τι ζει κι έπειτα να το εκφράσει.









