Η Ευθύνη της Λέξης
Όταν το ειπωμένο ζητά να σταθεί ενώπιον του Αληθινού
Η λέξη, πριν ακουστεί, είναι δυνατότητα.
Μετά την εκφορά της, γίνεται γεγονός.
Και κάθε γεγονός, όσο λεπτό κι αν μοιάζει, εισέρχεται στο πεδίο της ευθύνης.
Ο άνθρωπος γεννά τον λόγο μέσα από τη σιωπή, μα δεν τον επιστρέφει ποτέ σε αυτήν.
Μόλις ειπωθεί, η λέξη αποσπάται από την εσωτερική της μήτρα κι αρχίζει να υπάρχει ανεξάρτητα από εκείνον που τη συνέλαβε. Όχι ως ήχος, αλλά ως παρουσία.
Η λέξη, λοιπόν, έχει ιδιότητα οντολογική, δεν είναι αθώα. Δεν κατοικεί πια μόνο στον άνθρωπο που τη συνέλαβε. Εκτίθεται, περπατά, αγγίζει, τραυματίζει ή θεραπεύει.
Δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον αναδιατάσσει.
Χαράζει όρια, θεμελιώνει σχέσεις, αποδίδει αξία ή ακόμα την αφαιρεί. Παύει να είναι εσωτερικό γεγονός και γίνεται πράξη. Γι αυτό κι αφότου επικοινωνεί τον εαυτό της, τίποτε πια δεν παραμένει όπως πριν. Γίνεται δύναμη που κινείται ανάμεσα στους ανθρώπους, σαν ρεύμα που δεν ελέγχεται πια από τον δημιουργό του.
Κι όμως, οι περισσότεροι από εμάς μιλάμε δίχως να συναισθανόμαστε τον απόηχο της πράξης, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Σαν ο λόγος να είναι αέρας που διαλύεται. Σαν η φράση να μην αφήνει ίχνος. Μα η αλήθεια δεν λειτουργεί ως άλλοθι. Γιατί κάθε λέξη εγγράφεται κάπου – αν όχι στη μνήμη, τότε στο ήθος, ακριβώς γιατί κουβαλά και την ευθύνη της πρόσληψής της.
Φίλοι μου, υπάρχουν λέξεις που δεν ξεχνιούνται ποτέ, όχι γιατί ειπώθηκαν με ένταση αλλά γιατί ειπώθηκαν ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε.
Και υπάρχουν λόγια που στοιχειώνουν, όχι επειδή ήταν σκληρά, αλλά επειδή ειπώθηκαν χωρίς εσωτερική άδεια.
Η ευθύνη της λέξης αρχίζει από εκεί που τελειώνει η αυθορμησία.
Εκεί όπου ο άνθρωπος καλείται να αναρωτηθεί: «Έχω το δικαίωμα να πω αυτό που μπορώ να πω;»
Διότι, τελικά, δεν είναι όλα όσα μπορούμε να αρθρώσουμε και όσα οφείλουμε να αρθρώσουμε.
Υπάρχει μια τάξη του λόγου που δεν είναι γραμματική, αλλά πνευματική.
Ένα μέτρο που δεν μετριέται με επιχειρήματα. Μετριέται με σιωπή που έχει δοκιμαστεί. Γι αυτό ο λόγος που αξίζει δεν είναι ο ευφυής. Είναι ο λόγος που έχει περάσει από άσκηση, ο ώριμος λόγος. Που έχει σταθεί απέναντι στο ενδεχόμενο να μη γεννηθεί, γι αυτό δεν βιάζεται.
Που έχει δεχθεί την πιθανότητα να παραμείνει άφωνος για να μη γίνει ψευδής. Γιατί η λέξη, όταν ειπωθεί χωρίς εσωτερική αλήθεια, δεν είναι απλώς κενή, είναι διαβρωτική.
Φθείρει τον δεσμό.
Αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη. Κάνει τον κόσμο λιγότερο κατοικήσιμο.
Και τότε καταλαβαίνουμε κάτι ουσιώδες: Ότι η ευθύνη της λέξης δεν αφορά μόνο τον άλλον, αλλά επιστρέφει στον ίδιο τον άνθρωπο που μιλά.
Κάθε λόγος που εκφέρεται χωρίς αλήθεια αφαιρεί κάτι από την εσωτερική μας συνοχή. Υπάρχει, ωστόσο και η άλλη δυνατότητα: Να αφουγκραστεί κανείς τη λέξη που ειπώθηκε μετά από μακρά ακρόαση, μετά από σιωπή που έμαθε να διακρίνει.
Μετά από έναν διάλογο με κείνο το άρρητο κέντρο όπου ο άνθρωπος δεν δικαιολογείται, αλλά στέκεται. Αυτή η λέξη, λοιπόν, δεν κραυγάζει. Δεν επιβάλλεται. Αναγνωρίζεται!
Φέρει μέσα της κάτι από εκείνο το ανώτερο μέτρο που δεν ανήκει στον κόσμο της χρήσης αλλά στον κόσμο του νοήματος. Και τότε συμβαίνει το παράδοξο: Η λέξη δεν βαραίνει, αλλά ελευθερώνει. Δεν δεσμεύει, αλλά ανοίγει.
Δεν ορίζει. Μονάχα φωτίζει.
Ίσως γι’ αυτό η λέξη είναι το πιο επικίνδυνο και το πιο ιερό συνάμα ανθρώπινο εγχείρημα.
Γιατί μέσα της ο άνθρωπος δοκιμάζει αν μπορεί να σταθεί ο ίδιος αληθινός όχι μόνο απέναντι στους άλλους, αλλά κυρίως απέναντι σε Εκείνον, τον τρίτο ακροατή, τον αθέατο, τον άφωνο αλλά παρόντα που γνωρίζει αν η λέξη ειπώθηκε ως προσφορά ή ως ανάγκη αυτοδικαίωσης.
Η ευθύνη της λέξης είναι, τελικά, η ευθύνη να μην προδώσουμε το βάθος από το οποίο γεννήθηκε. Είναι η ευθύνη της ύπαρξης απέναντι σε εκείνο το άρρητο βλέμμα που διαπερνά τα πάντα.
Κι αν η σιωπή είναι ο τόπος όπου ωριμάζει το νόημα, η λέξη είναι ο τόπος όπου κρίνει εκείνον που την εκφράζει και γίνεται μαρτυρία.







