Πριν καταγραφούν οι διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων κατά τον Μεσαίωνα, θα πρέπει να αναφερθεί ποια ήταν η περίοδος Μεσαίωνα στην Ευρώπη.
Μεσαίωνας ονομάζεται η χρονική περίοδος της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, που διαδέχεται την περίοδο της Αρχαιότητας και τελειώνει με τη περίοδο της Αναγέννησης. Η διάρκεια της ήταν περίπου 1000 χρόνια, από την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους (476μ.Χ) και το θάνατο του Ιουστινιανού Α (565μ.Χ), του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, ως και την εποχή της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης (1453μ.Χ) και την ανακάλυψη της Αμερικής (1492μ.Χ) από τον Κολόμβο.
Κατά την Ρωμαϊκή εποχή και μετά δεν παρουσιάσθηκε καμία καινούργια και ουσιαστική επιρροή στην Ευρώπη που να έχει σχέση με τη μαγειρική. Οι διαχρονικές επιδρομές στις βόρειες περιοχές επέφεραν πολύ λίγες καινοτομίες στον κλάδο της μαγειρικής. Πιστοί φύλακες της παράδοσης της Ρωμαϊκής τέχνης της μαγειρικής, όπως και άλλων θησαυρών της παράδοσης, κατά τον Μεσαίωνα, αποδείχθηκαν τα μοναστήρια. Οι μοναχοί δεν διέσωσαν μόνον χειρόγραφα, αλλά και συνταγές μαγειρικής, τις οποίες φρόντιζαν να καλλιεργήσουν πλουσιοπάροχα.
Οι Ιταλοί με το εμπόριο τους απόκτησαν μεγάλα πλούτη και βελτίωσαν την κουζίνα τους. Κατά αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκε η πρώτη πραγματική τέχνη της μαγειρικής ενός δυτικού κράτους.
Η διατροφή των ανθρώπων κατά τον Μεσαίωνα μπορεί να ήταν πιο φτωχή σε ποικιλία από τη σημερινή, αλλά ήταν πιο υγιεινή, διότι δεν υπήρχαν κατά την καλλιέργεια των διαφόρων τροφίμων φυτοφάρμακα, λιπάσματα και φυσικά, κατάλοιπα από αυτά, ήταν δε πλούσια σε βιταμίνες και θρεπτικά συστατικά.
Όμως διαφοροποιείτο των φτωχών από αυτή των πλουσίων, κατά αυτή την εποχή και συγκεκριμένα:
α) Των φτωχών ήταν φτωχή σε κορεσμένα λίπη, όμως πλούσια σε λαχανικά, όσπρια κυρίως φασόλια, λίγο κρέας πτηνών και πουλερικών δικής τους παραγωγής, άρτος και χυλός, λίγα γαλακτοκομικά ενώ εργάζονταν σκληρά στο ύπαιθρο.
β) Των πλουσίων περιφρονούσαν τα λαχανικά και προτιμούσαν για το καθημερινό τους τραπέζι μεγάλες ποσότητες κρέατος (βοδινό, αρνί, χοιρινό) και ψαριών, τα περισσότερα των οποίων ήταν παστά, καθώς το αλάτι αναλάμβανε τη συντήρησή τους στον χρόνο. Άφθονα εξωτικά μπαχαρικά (πιπέρι, κανέλλα, σαφράν). Μετά από αυτά συνέχιζαν τα λουκούλλεια γεύματα με είδη ζαχαροπλαστικής, κατά δε τη διάρκεια αυτών των γευμάτων κατανάλωναν πανάκριβα κρασιά και μπίρες.
Το τραπέζι όλων περιλάμβανε οπωσδήποτε ψωμί, ως μια αποδοτική και προσιτή πηγή θερμίδων, ιδιαίτερα για τον αγρότη που περνούσε 12 ώρες στο χωράφι.
Το ψωμί ήταν τόσο σημαντικό για τη διατροφή γενικότερα, που λέγεται οι φουρνάρηδες σχημάτισαν μια από τις πρώτες επαγγελματικές ενώσεις συντεχνίας, που τα μέλη των πλήρωναν τέλη με αντάλλαγμα την ασφάλιση και τη προστασία τους. Βασικές πρώτες ύλες για τον άρτο, ήταν η σίκαλη, το κριθάρι και η βρώμη, ως τα κύρια αγαθά των καλλιεργειών τους.
Ο ρόλος της θρησκείας
Η Χριστιανική Εκκλησία απαγόρευε για εκατό πενήντα (150) μέρες τον χρόνο (τεσσαρακοστή και παρασκευές), την κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών, για λόγους νηστείας.
Πηγές
-Al Overvieu
– Wikipedia












