Σε κάθε εκλογικό κύκλο στην Ελλάδα επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο: οι δημοσκοπήσεις κυριαρχούν στα δελτία ειδήσεων, στα πρωτοσέλιδα και στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Πριν ακόμη ανοίξουν οι κάλπες, ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης περιστρέφεται γύρω από ποσοστά, διαφορές και εκτιμήσεις εδρών. Το ερώτημα όμως παραμένει επίκαιρο: οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν τη βούληση των πολιτών ή τελικά τη διαμορφώνουν;
Θεωρητικά, οι δημοσκοπήσεις αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο της δημοκρατίας. Αποτυπώνουν τις τάσεις της κοινής γνώμης, δίνουν στα κόμματα τη δυνατότητα να αφουγκραστούν την κοινωνία και προσφέρουν στους πολίτες μια εικόνα του πολιτικού συσχετισμού. Στην πράξη, όμως, η επιρροή τους έχει ξεπεράσει προ πολλού τον απλό ενημερωτικό τους ρόλο.
Στη σημερινή εποχή της υπερπληροφόρησης, η πολιτική συχνά μετατρέπεται σε αγώνα εντυπώσεων. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το ποιο πρόγραμμα είναι καλύτερο, αλλά ποιος προηγείται κατά δύο ή τρεις μονάδες. Οι δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς το πολιτικό κλίμα· πολλές φορές γίνονται οι ίδιες μέρος του πολιτικού παιχνιδιού.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα. Πόσο αξιόπιστες είναι πραγματικά; Οι εταιρείες δημοσκοπήσεων επικαλούνται επιστημονικές μεθόδους, στατιστικά μοντέλα και στάθμιση δεδομένων. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η στατιστική είναι επιστήμη. Όμως η επιστήμη δεν είναι αλάνθαστη. Ιδιαίτερα όταν καλείται να μετρήσει κάτι τόσο ρευστό όσο η ανθρώπινη συμπεριφορά.
Η ελληνική εμπειρία έχει δείξει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν πέφτουν πάντα μέσα. Υπήρξαν εκλογικές αναμετρήσεις όπου κατέγραψαν με ακρίβεια τις τάσεις και άλλες όπου οι αποκλίσεις προκάλεσαν σοβαρά ερωτήματα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα σκοπιμότητα ή χειραγώγηση. Αποδεικνύει, όμως, ότι οι πολίτες δεν χωρούν εύκολα σε στατιστικά μοντέλα και ότι η κάλπη παραμένει ο μόνος αδιάψευστος κριτής.
Το μεγαλύτερο ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αν οι δημοσκοπήσεις κάνουν λάθος. Είναι αν επηρεάζουν τη δημοκρατική διαδικασία. Και η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ναι, την επηρεάζουν.
Ο ψηφοφόρος δεν λειτουργεί σε πολιτικό κενό. Όταν βομβαρδίζεται καθημερινά με μετρήσεις που εμφανίζουν έναν νικητή και έναν ηττημένο, επηρεάζεται συνειδητά ή ασυνείδητα. Κάποιοι σπεύδουν να στοιχηθούν με τον φερόμενο νικητή. Άλλοι εγκαταλείπουν μικρότερα κόμματα θεωρώντας ότι «η ψήφος τους θα χαθεί». Κάποιοι απογοητεύονται και επιλέγουν την αποχή, πιστεύοντας ότι το αποτέλεσμα έχει ήδη κριθεί.
Έτσι, η δημοσκόπηση παύει να είναι θερμόμετρο της κοινωνίας και κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράγοντα διαμόρφωσης της πολιτικής πραγματικότητας. Ένα εργαλείο μέτρησης μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε εργαλείο επιρροής.
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τις εταιρείες δημοσκοπήσεων. Βαραίνει εξίσου τα μέσα ενημέρωσης και το πολιτικό σύστημα. Όταν οι αναλύσεις περιορίζονται σε ποσοστά και όχι σε πολιτικές προτάσεις, η δημοκρατία φτωχαίνει. Οι εκλογές μετατρέπονται σε αγώνα δημοφιλίας και οι πολίτες σε θεατές ενός ατέρμονου πίνακα μετρήσεων.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, οι δημοσκοπήσεις οφείλουν να υπηρετούν την ενημέρωση και όχι να υποκαθιστούν την πολιτική κρίση των πολιτών. Γιατί στο τέλος της ημέρας, καμία μέτρηση, όσο επιστημονική κι αν είναι, δεν διαθέτει την ισχύ της κάλπης.
Οι δημοσκοπήσεις μπορεί να προβλέπουν τάσεις. Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι στατιστική εξίσωση. Είναι η ελεύθερη βούληση των πολιτών. Και αυτή, ευτυχώς, εξακολουθεί να μετριέται μόνο μία φορά: την ημέρα των εκλογών.








