Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα υφαντικής που λειτούργησε στα Ανώγεια για ένα διάστημα περίπου ενός χρόνου άνοιξε νέες διόδους ανάπτυξης αξιοποιώντας μια τέχνη πάνω στην οποία κάποτε ανοικοδομήθηκε ένα ολόκληρο χωριό και τώρα μπορεί να φανεί ξανά ωφέλιμη ιδωμένη αυτή τη φορά με τη σύγχρονη ματιά
Σημαντικές προοπτικές και ευκαιρίες για την τόνωση της τοπικής οικονομίας των Ανωγείων και της ευρύτερης περιοχής, αναδείχθηκαν κατά τον απολογισμό της λειτουργίας της Δομής Υφαντικής Ανωγείων του υπουργείου Πολιτισμού υπό την εποπτεία του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, που λειτούργησε για ένα περίπου χρόνο και ο κύκλος μαθημάτων ολοκληρώθηκε πριν λίγο καιρό, οπότε και οι σπουδαστές παρουσίασαν τα τελικά τους «πρότζεκτ» σε έκθεση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Όπως μας εξηγούν βασικοί εμπλεκόμενοι του πιλοτικού αυτού εγχειρήματος που απασχόλησε την κοινωνία των Ανωγείων και όχι μόνο για όσο διήρκησαν τα μαθήματα, η φύση του προγράμματος σπουδών, η διάθεση των σπουδαστών και η στήριξη που έλαβε η Δομή από τη δημοτική αρχή των Ανωγείων και την τοπική κοινωνία, έδωσαν την αίσθηση πως τελικά αυτή η «Σχολή» δεν λειτούργησε ως μια νοσταλγική ματιά για μια παραδοσιακή τέχνη που χάνεται αλλά ως ένα εγχείρημα που μπορεί να βοηθήσει στην ανασύσταση της τοπικής οικονομίας – όπως κάποτε έκανε μετά το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων- αξιοποιώντας τον αργαλειό -που ειδικά στα Ανώγεια σχεδόν κάθε σπίτι έχει από έναν- ιδωμένο όμως από μια σύγχρονη και μοντέρνα οπτική. Μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Γεώργιος Παναγιάρης, καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και ένας εκ των επιστημονικά υπεύθυνων της Δομής (μαζί με την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Δ. Αττικής, Άννα Καρατζάνη), εξήγησε πως μάλιστα είναι δυνατό να δημιουργηθεί μια ολόκληρη «αλυσίδα αξίας» που θα ξεκινάει από την κτηνοτροφία, το επάγγελμα των περισσότερων στην περιοχή, θα αξιοποιεί τα «παράγωγά» της και θα φτάνει στην υφαντική. «Είναι μια ευκαιρία η υφαντική ώστε να ανασυσταθεί η τοπική οικονομία και όχι μόνο να ανασυσταθεί με αφορμή την υφαντική αλλά και τη δημιουργία πια μιας αλυσίδας αξίας. Υπάρχει η προοπτική αξιοποίησης του μαλλιού που προέρχεται από το κούρεμα και πιθανόν και άλλων προϊόντων που παράγονται στο πλαίσιο της κτηνοτροφίας. Είναι ένα «οικοσύστημα» που ουσιαστικά εμπλουτίζεται και αν πραγματικά βοηθήσουν και οι συγκυρίες και οι άνθρωποι, και για τους δεύτερους είμαι πιο αισιόδοξος, θα μπορούσε αυτό το πράγμα να ανθίσει».

«Αρέσει μου»
Τα μαθήματα της Δομής που περιλάμβαναν τη διδακτική όλων των διαδικασιών επεξεργασίας του νήματος, τεχνικές και τεχνοτροπίες στον αργαλειό μέχρι βαφική αλλά και διδασκαλία μάρκετινγκ, ιστορία της τέχνης, σεμινάρια κοστολόγησης προϊόντων κ.ά., προσέφεραν στους 12 σπουδαστές της Δομής ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών, θεωρίας και πράξης. Άλλοι σπουδαστές όντας επαγγελματίες ήδη στον χώρο πήραν μαζί τους τις νέες γνώσεις και δεξιότητες για να τις εφαρμόσουν στη δουλειά τους, άλλοι άνοιξαν επιχειρήσεις σχετικές κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους και άλλοι απλώς κράτησαν τις νέες γνώσεις για να βγάλουν από τη σκόνη τον αργαλειό της γιαγιάς και να κάνουν προσωπική εξάσκηση έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού κάποια μελλοντική επαγγελματική ενασχόληση. Σε κάθε περίπτωση η κ. Ζωή Παπαδάκη, εκπαιδεύτρια στη Δομή Υφαντικής Ανωγείων, μιλώντας στα «Ρ.Ν.» εξηγεί ότι η συνολική εμπειρία των μαθημάτων ανοίγει προοπτικές ανάπτυξης για την περιοχή και ιδίως για νέους ανθρώπους βασισμένες στις παλιές εμπειρίες, τότε που οι γυναίκες των Ανωγείων μετά τον πόλεμο χρησιμοποίησαν την υφαντική για την ανοικοδόμηση του χωριού, τη στήριξη των οικογενειών τους και τις σπουδές των παιδιών τους. «Σε μια περιοχή όπως τα Ανώγεια, της οποίας μεταπολεμικά η οικονομία της βασίστηκε στην υφαντική των γυναικών, το εγχείρημα της Δομής Υφαντικής σημαίνει ότι ίσως είναι μια καινούργια περίοδος που ξεκινά στην οποία κάτι που είχε εφαρμοστεί στο παρελθόν τώρα μπορεί να ξαναφανεί ωφέλιμο για την τοπική κοινωνία με καινούργιο και σύγχρονο τρόπο. Θα δοθεί κίνητρο σε νέους ανθρώπους να ασχοληθούν με κάτι που είναι μέσα στο σπίτι τους ιδωμένο με άλλη ματιά».
Ο κ. Παναγιάρης από την πλευρά του μάλιστα σχολιάζει την παράδοση που έχει η περιοχή στην υφαντική και υπάρχει αναμφίβολα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη, ως τη «φεμινιστική ιστορία» των γυναικών του τόπου. «Στα Ανώγεια κατά τη διάρκεια του προγράμματος μεταξύ άλλων πήραμε και μια πρωτοβουλία, και φωνάξαμε παλιές υφάντρες και μας καταθέσανε την προσωπική τους αφήγηση. Κάποια στιγμή στράφηκε η κουβέντα στο παρελθόν, τη ζωή τους, και το πιο συγκινητικό ήταν ότι μας είπανε ότι μέσω της υφαντικής, του αργαλειού, βγάλανε χρήματα που τις έκαναν να νιώθουν ανεξάρτητες, να αποκτούν τον σεβασμό και του συζύγου τους αλλά και όλου του χωριού, να σπουδάσουν παιδιά και ουσιαστικά ο αργαλειός ήταν το «feminist story» της περιοχής και έχει και αυτή την αξιακή διάσταση».

Μάλιστα μια εκ των παλιών υφάντρων που μίλησαν στο πλαίσιο των μαθημάτων ήταν η κ. Ερμιόνη Καλομοίρη, όπως αναφέρει η εκπαιδεύτρια της σχολής, Ζωή Παπαδάκη. Η παλιά υφάντρα σύμφωνα με την κ. Παπαδάκη «έδωσε την έκγρισή της», της άρεσε δηλαδή, όταν επιχείρησε να υφάνει σε έναν σύγχρονο αργαλειό της Δομής. «Ήταν πάρα πολύ συγκινητική στιγμή όταν η κ. Ερμιόνη Καλομοίρη ύφανε σε έναν σύγχρονο αργαλειό και είπε χαρακτηριστικά «Αρέσει μου». Γιατί υπήρχε μια παρανόηση ότι οι καινούργιοι αργαλειοί είναι διαφορετικοί από τους παλιούς και δεν μπορούν να «δώσουν» παραδοσιακά υφαντά. Η «Σχολή» της υφαντικής κέρδισε λοιπόν και την αποδοχή της κοινωνίας», τονίζει η κ. Παπαδάκη.
Η επόμενη μέρα
Η Δομή Υφαντικής των Ανωγείων, λειτούργησε με 17 σύγχρονους αργαλειούς όπως εξηγεί η εκπαιδεύτρια κ. Ζωή Παπαδάκη, διαφόρων τύπων. Τα εργαστηριακά μαθήματα διεξάγονταν στα Ανώγεια τα Σαββατοκύριακα για ώρες, ενώ τα θεωρητικά γίνονταν εξ’ αποστάσεως μέσα στην εβδομάδα. Το πρόγραμμα αγκαλιάστηκε πραγματικά από την τοπική κοινωνία όμως απευθυνόταν σε όλη την Κρήτη. Υπήρξαν μάλιστα σπουδάστριες που κατέφταναν στα Ανώγεια ανελλιπώς κάθε Σάββατο και Κυριακή από τη Σητεία και την Ιεράπετρα. Η κ. Παπαδάκη τονίζει πως πολλοί τη ρωτάνε για το αν θα πραγματοποιηθεί δεύτερος κύκλος σπουδών.
Ο κ. Παναγιάρης στα «Ρ.Ν.» αναφέρει σχετικά: «Η πρόθεση του υπουργείου Πολιτισμού είναι δεδηλωμένη ότι θέλει να συνεχίσουν οι Δομές και κατά κάποιο τρόπο μας το παρουσιάζουν ως δεδομένο. Βεβαίως εξίσου δεδομένο είναι ότι αυτό το εγχείρημα δεν μπορεί να συνεχίσει με την ίδια δομή που έχει. Θα πρέπει να παίξουν ρόλο και να ενεργοποιηθούν και οι Περιφέρειες, ενώ «μπαίνουν» στο παιχνίδι και άλλα συναρμόδια υπουργεία, όπως το υπουργείο Ανάπτυξης, που περιμένουμε να δούμε και τις δικές του αντιδράσεις. Από την πλευρά των Πανεπιστημίων το εγχείρημα αυτό το βλέπουμε ως μια διαδικασία που είναι ευκαιρία για το μέλλον. Όχι κάτι που το νοσταλγούμε και το αναπολούμε από το παρελθόν παρόλο που και αυτό συμβαίνει».
Πάντως ο κ. Παναγιάρης τονίζει ότι το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής έχει δεσμευτεί να συμβάλει στην προσπάθεια που συζητιέται από τον περασμένο Ιούλιο με αφορμή και τη λειτουργία της Δομής να αναγνωριστούν τα υφαντά των Ανωγείων ως προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, πράγμα που θα τους δώσει σημαντική, επιπλέον αξία. «Αυτό είναι μια δέσμευση του Πανεπιστημίου πως θα το κάνει», ανέφερε χαρακτηριστικά ο καθηγητής.


Η εμπειρία της Αγάπης
Τα τελικά «πρότζεκτ» που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος ήταν διάφορα υφαντά φτιαγμένα από την αρχή μέχρι το τέλος από τις ίδιους τους σπουδαστές με βάση τις τεχνικές και τις διαδικασίες που διδάχθηκαν. Ρούχα, εικαστικά επιτοίχια υφαντά, τσάντες, είδη διακόσμησης είναι μερικά από τα έργα που υλοποίησαν οι σπουδαστές. Κάτι σαν μια «τελική πτυχιακή» εργασία.
Η Αγάπη, ήταν μια από τις σπουδάστριες που παρακολούθησε το πρόγραμμα. Η ίδια δεν είχε όπως μας λέει προγενέστερη εμπειρία όμως ήταν από εκείνα τα τρία άτομα που φοίτησαν στη Δομή και αποφάσισαν να ξαναδώσουν ζωή στον αργαλειό της γιαγιάς. Η ίδια περιγράφει την εμπειρία της με νοσταλγία αλλά και ενθουσιασμό λέγοντας χαρακτηριστικά πως «Μας λείπει».
«Το πρόγραμμα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Ήταν πιεστικό αρκετά για όλες μας. Απαιτούσε να ασχοληθείς αρκετά. Τα απογεύματα κάναμε διαδικτυακά μαθήματα με τους καθηγητές των πανεπιστημίων, καταθέταμε εργασίες. Οι περισσότερες σπουδάστριες έχουμε οικογένειες, εργαζόμαστε, οπότε ήταν αρκετά πιεστικό πρόγραμμα για εμάς. Αλλά ήταν τόσο ενδιαφέρον που εγώ προσωπικά είπα πολλές φορές να δεις που θα σταματήσω, αλλά δεν σταμάτησα ποτέ. Πολλές φορές έλεγα δεν πάει άλλο, είχα αφήσει το σπίτι μου, πολλές φορές έλεγα δεν προλαβαίνω. Κάθε Σάββατο και Κυριακή όμως που είχα μάθημα εργαστηριακό σηκωνόμουν και πήγαινα. Διότι ήταν ένα πολύ σοβαρό και ενδιαφέρον πρόγραμμα».
Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων η Αγάπη εξηγεί ότι πολλές φορές ένιωσε τυχερή που συναναστρεφόταν πανεπιστημιακούς καθηγητές και εκπαιδευτές και μάθαινε πράγματα που προηγουμένως δεν είχε ποτέ επαφή. Η μόνη της σύνδεση με το αντικείμενο ήταν ο αργαλειός της γιαγιάς της. «Έβλεπα τη γιαγιά που ύφαινε αλλά ήταν πολλά χρόνια πίσω. Δεν είχα ποτέ επαφή, δεν είχα κάτσει ποτέ σε αργαλειό. Μπορώ να πω ότι από το πρόγραμμα έμαθα πολύ σημαντικά, βασικά πράγματα. Έχω τώρα τον αργαλειό της γιαγιάς στο σπίτι μου και πρέπει να κάνω εξάσκηση και να ασχοληθώ πολύ για να πω ότι το κατέχω και το γνωρίζω το αντικείμενο, όμως μπορώ χάρη στα μαθήματα μόνη μου να κάτσω να ασχοληθώ», επισημαίνει.
Μάλιστα η Αγάπη τονίζει ότι για την τοπική κοινωνία το χρονικό διάστημα που άρχισαν τα μαθήματα ήταν κομβικό, καθώς πλέον οι γυναίκες που γνωρίζουν να υφαίνουν στον αργαλειό είναι ελάχιστες. «Συνειδητοποίησα τώρα που έχω αρχίσει να ζητάω βοήθεια με τον αργαλειό από κάποιες γυναίκες που γνωρίζουν ακόμα, ότι είναι ελάχιστες και γνωρίζουν πολύ λίγα πράγματα. Δηλαδή συνειδητοποιώ τη δεδομένη στιγμή που έγινε αυτό το πρόγραμμα είναι πολύ σημαντικό γιατί είναι στο «τσακ» να χαθεί αυτή η τέχνη, να πεθάνει. Ήταν πολύ σημαντικό το ότι μάθαμε αυτά τα πράγματα τώρα», καταλήγει η Αγάπη.













