Ο ζητούμενος καθολικός ψηφιακός μετασχηματισμός των επιχειρήσεων είναι μια επιταγή των εποχών και εκτός των άλλων αναμένεται να συμβάλλει σημαντικά στην πάταξη της φοροδιαφυγής και στη διατήρηση της διαφάνειας των εσωτερικών διαδικασιών μιας επιχείρησης. Παρόλα αυτά, όπως καταγγέλλουν πολλοί φορείς και Σύλλογοι, τα πρόστιμα τα οποία περιμένουν στη γωνία τους επιχειρηματίες σε περίπτωση που δεν εφαρμόσουν τα προβλεπόμενα και δεν συμμορφωθούν στους νέους κανονισμούς, μοιάζουν να είναι εξοντωτικά. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στα «Ρ.Ν.» ο Αντώνης Τσαφαράκης, πρόεδρος του Συλλόγου Λογιστών Ρεθύμνου, αυτή η ψηφιοποίηση των διαδικασιών, η μετάβαση από τη «χειρόγραφη» εποχή στην ψηφιακή, έχει γίνει μάλλον με έναν «βίαιο» και ξαφνικό τρόπο, δημιουργώντας απευθείας έναν επιχειρηματικό κόσμο πολλών ταχυτήτων, εξαιτίας και του μεγάλου οικονομικού κόστους που ενέχουν αυτές οι ψηφιακές αναβαθμίσεις των επιχειρήσεων (προμήθεια νέων ταμειακών, νέων pos, αγορά τεχνολογικού εξοπλισμού και λογισμικών κ.ά.) αλλά και εξαιτίας του τεχνολογικού και ψηφιακού αναλφαβητισμού, ο οποίος είναι μια πραγματικότητα στην ελληνική κοινωνία που δεν μαστίζει μονάχα τους ανθρώπους μεγάλης ηλικίας.
Ενδεικτικά πρόστιμα, όπως τα περιέγραψε ο κ. Τσαφαράκης, που περιμένουν όποιον δεν εφαρμόσει τα προβλεπόμενα είναι:
• Από 1/12/2025 για τα Ψηφιακά Δελτία Αποστολής: Όλες οι επιχειρήσεις ή οι προμηθευτές τεχνικοί, μάστορες κ.λπ. θα πρέπει να καταχωρούν στο myData σε ψηφιακή μορφή πλέον κάθε προϊόν που μεταφέρουν σε έναν τελικό προορισμό. Kάθε προϊόν δηλαδή που θα πωλούν ως εμπόρευμα θα πρέπει αναλυτικά να καταχωρείται ψηφιακά στην αντίστοιχη πλατφόρμα. Μια διαδικασία που γινόταν μέχρι πρότινος χειρόγραφα τώρα θα πρέπει να ψηφιοποιηθεί υποχρεωτικά με το πρόστιμο σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει να είναι 5.000€ για επιχειρήσεις που διατηρούν απλογραφικά βιβλία και 10.000€ για επιχειρήσεις με βιβλία διπλογραφικά.
• Από 1/12/2025 όποια επιχείρηση δεν έχει ενεργοποιήσει την υπηρεσία iris το πρόστιμο ανέρχεται στα 1.500€.
• Από 1/1/2026 ξεκινάνε σημαντικά πρόστιμα από το ΓΕΜΗ, τα οποία θα κυμαίνονται από 100€ ακόμη μέχρι και 10.000€, ανάλογα την παράβαση: Από μη έγκυρη εγγραφή στο ΓΕΜΗ ή μη εγγραφή κάποιου υποκαταστήματος, μέχρι τη μη αναγραφή του αριθμού ΓΕΜΗ σε επίσημα χαρτιά της επιχείρησης όπως επιστολόχαρτα ή προσφορές κ.ά.
Το ζήτημα όπως το περιγράφει ο κ. Τσαφαράκης έχει να κάνει και με τα υψηλά πρόστιμα αλλά και την άδικη σε πολλές περιπτώσεις επιβολή τους, καθότι πολλοί επιχειρηματίες δεν είναι ότι δεν θα τα εφαρμόζουν από δόλο, αλλά λόγω έλλειψης ψηφιακών δεξιοτήτων, αφού δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση, εκπαίδευση και καθοδήγηση από πλευράς πολιτείας. Και από την άλλη, το κόστος όλων αυτών που πρέπει να κάνει η επιχείρηση για να μπορεί να τηρεί τα προβλεπόμενα, είναι ιδιαίτερα υψηλό: από την προμήθεια των ψηφιακών μέσων μέχρι την πληρωμή για κατάρτιση και εκπαίδευση. Αν και το κράτος, όπως εξηγεί ο κ. Τσαφαράκης, έχει δημιουργήσει δωρεάν λογισμικά για έκδοση τιμολογίων για παράδειγμα, δεν προβλέπεται κάποια δωρεάν υπηρεσία παροχής βοήθειας η εκπαιδευτικό σεμινάριο. Έτσι, πάρα πολύ κόσμος στρέφεται σε κοστοβόρα πακέτα ιδιωτικών εταιριών και στον λογιστή/φοροτεχνικό τους, ο οποίος όμως δεν διαθέτει απαραίτητα για αυτά τα ζητήματα την τεχνογνωσία. «Το κράτος ορθά έχει δημιουργήσει τα δωρεάν λογισμικά για έκδοση τιμολογίου κ.λπ. Σε αυτά όμως δεν υπάρχει επαρκής υποστήριξη. Οπότε αναγκαστικά ο κόσμος θα πάει σε μια ιδιωτική εταιρία παροχής λογισμικών για να εξασφαλίσει και την τεχνική υποστήριξη. Να μπορέσει αν «κολλήσει» κάπου, αν έχει κάνει κάποιο λάθος, να καλέσει κάποιον ειδικό που θα τον βοηθήσει. Γιατί αυτά δεν είναι λογιστική εργασία. Δεν μπορεί το κάθε λογιστικό γραφείο να εκδίδει τα δελτία αποστολής για παράδειγμα των πελατών του. Και όλα τα παραπάνω έχουν ένα υψηλό κόστος για μια επιχείρηση που μέχρι πρότινος δεν τα έκανε: να αλλάξει την ταμειακή γιατί δεν πληροί τις προδιαγραφές, να πάρει ένα καινούργιο pos, να αγοράσει λογισμικά κ.λπ. Όλα αυτά είναι σημαντικά κόστη. Και μέχρι ένα σημείο είναι αποδεκτό γιατί καταλαβαίνουμε ότι η εποχή αλλάζει, καταπολεμάται η φοροδιαφυγή και αυτό έχει φανεί από τα νούμερα, αλλά τα πρόστιμα είναι πολύ μεγάλα, εξοντωτικά και σε πολλές περιπτώσεις άδικα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Τσαφαράκης.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα γραφειοκρατικά εμπόδια είναι πολλά, με νέες πλατφόρμες όπου πρέπει να καταχωρηθούν στοιχεία να ανοίγουν συνεχώς. Ωστόσο το κυριότερο πρόβλημα είναι ο ψηφιακός αναλφαβητισμός, ο οποίος όχι μόνο δεν λύνεται σε μία μέρα αλλά χρειάζεται εξοικείωση που αν δεν αποκτηθεί θα ταλαιπωρήσει σοβαρά την καθημερινότητα του επιχειρηματία. Ο κ. Τσαφαράκης επισημαίνει πως χρειάζεται οι επιχειρήσεις να υποστηριχθούν περισσότερο από τους Εμπορικούς Συλλόγους και τα Εμπορικά Επιμελητήρια, ενώ το ιδανικό θα ήταν, όπως τονίζει, να δοθεί ένας χρόνος προσαρμογής μέχρι την εφαρμογή της υποχρεωτικότητας των μέτρων. Στο διάστημα αυτό θα μπορούσαν να προκηρυχθούν προγράμματα για τις επιχειρήσεις με τα οποία θα προμηθευτούν κατάλληλο εξοπλισμό αλλά και θα υποστηριχθούν από υπηρεσίες ψηφιακής κατάρτισης. «Αυτό που θα μπορούσε να γίνει είναι αρχικά θα ήταν να δώσει το κράτος παραπάνω κονδύλια σε προγράμματα, καθώς και παραπάνω χρόνο ώστε να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να προετοιμαστούν. Το βέλτιστο δηλαδή θα ήταν να δοθεί ένα χρονοδιάγραμμα που να λέει θα είναι σε ισχύ αυτά τα μέτρα από το 2027, από το τέλος του 2026. Να ανοίξουν προγράμματα, να ενημερωθεί ο κόσμος, να γίνουν αιτήσεις. Μέσω των προγραμμάτων να επιδοτηθεί ο ψηφιακός εξοπλισμός και να υπάρχει πρόβλεψη για παροχή εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα όμως ο ψηφιακός μετασχηματισμός στην Ελλάδα έχει γίνει λίγο βίαια. Εμείς οι λογιστές/φοροτεχνικοί προσπαθούμε να το επικοινωνήσουμε στους πελάτες μας αλλά πρέπει και οι Εμπορικοί Σύλλογοι, τα Εμπορικά Επιμελητήρια να παίξουν και τον δικό τους ρόλο γιατί αυτούς βαραίνει ο μετασχηματισμός».
Ο συνδυασμός του ψηφιακού αναλφαβητισμού και των εξοντωτικών προστίμων δημιουργεί μια δύσκολη πραγματικότητα για τις επιχειρήσεις, όπως τονίζει ο κ. Τσαφαράκης. Ωστόσο, «Ο σκοπός δεν είναι να τρομάζουμε τις επιχειρήσεις και να περάσουμε το μήνυμα ότι μας κυνηγάνε από παντού αλλά ότι πρέπει να ακούν τον συνάδελφο φοροτεχνικό, να είναι προσεκτικοί οι επιχειρηματίες και να ενημερώνονται», επισημαίνει ότι ίδιος, καταλήγοντας πως «Δυστυχώς καλώς ή κακώς έχουν αλλάξει οι συνθήκες, είμαστε στην ψηφιακή εποχή, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να λειτουργούμε όπως λειτουργούσαμε πριν πέντε ή δέκα χρόνια, πρέπει να προσαρμοστούμε όλοι μας».








