• Μιλώντας στα «Ρ.Ν.» ο Καλούστ Παραγκαμιάν, βιολόγος και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας, εξηγεί τη σημασία των σπηλαίων, παρουσιάζει τα νομοθετικά κενά που εκθέτουν απροκάλυπτα τους φυσικούς αυτούς «σκοτεινούς» σχηματισμούς και τη ζωή που βρίσκεται εντός τους απέναντι στους έμμεσους και άμεσους ανθρωπογενείς κινδύνους, και προειδοποιεί πως χωρίς την εφαρμογή αυστηρής νομοθεσίας, οδηγούμαστε σε περιβαλλοντική και αναπτυξιακή αποτυχία
Πως μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι τα σπήλαια (μαζί με τους παγετώνες) ως φυσικά αρχεία πληροφοριών για το παρελθόν της γης έχουν τεθεί πλέον στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας σε διεθνές επίπεδο για τη μελέτη της κλιματικής αλλαγής και στην Ελλάδα όχι μόνο δεν μελετώνται αλλά παραμένουν εκκωφαντικά στο περιθώριο, υποβαθμισμένα και απροστάτευτα νομοθετικά απέναντι σε κάθε λογής κίνδυνο και κυρίως στις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις που είναι και η μεγαλύτερη απειλή τους. Μια απειλή που κυρίως έχει να κάνει με την αφαίμαξη του φυσικού περιβάλλοντος χάριν του κέρδους και για αυτό πάρα πολλά σπήλαια βλέπουμε πως ενώ δεν γίνονται εύκολα προσβάσιμα σε επιστημονικές ομάδες για τη μελέτη τους, μετατρέπονται χωρίς καν την ύπαρξη περιβαλλοντικής μελέτης σε τουριστικές ατραξιόν -που σημειωτέον τα σπήλαια συνιστούν εξαιρετικά «ευάλωτες» γεωλογικές περιοχές όπου ακόμη και μια πατημασιά του ανθρώπου μπορεί να μείνει χαραγμένη αιώνες πριν καλυφθεί από άλλα ιζήματα – με απώτερο πάντα σκοπό την είσπραξη. Σε 750 και πλέον ελληνικά σπήλαια έχουν καταγραφεί περισσότερα από 1.000 είδη ζώων και κάποια από αυτά αποτελούν ενδημικά είδη, που σημαίνει ότι εντοπίζονται μόνο σε συγκεκριμένα σπήλαια στον ελλαδικό χώρο και πουθενά αλλού στον κόσμο, όπως για παράδειγμα ένα δίπτερο στο Ιδαίο Άντρο ή ένα ισόποδο στο σπήλαιο Σφεντόνι. Ακόμη όμως και αυτό δεν αρκεί για την ελληνική πολιτεία ώστε όχι να νομοθετήσει αλλά έστω να συντάξει και να θεσμοθετήσει εθνικό κατάλογο για τα σπήλαια της χώρας και των χαρακτηριστικών τους. Για να μην επεκταθούμε στη σημασία που έχουν τα σπήλαια για παράδειγμα του Ψηλορείτη ως αγωγοί από όπου παροχετεύονται τα νερά του βουνού προς τις πηγές και τις γεωτρήσεις – νερά που χρησιμοποιούν άνθρωποι και αρδεύουν τα χωράφια και επίσης που πίνουμε νερό – και το κατά πόσο μένει εκτεθειμένος όλος αυτός ο γεώκοσμος και ο υδροφόρος ορίζοντας απέναντι σε δημόσια έργα και άλλες παρεμβάσεις που δεν λαμβάνουν υπόψη αυτά τα ζητήματα γιατί ακριβώς δεν υφίσταται νομοθεσία.
Εν ολίγοις, ο σπηλαιολογικός πλούτος και η ζωή που βρίσκεται εντός του στη χώρα μας και στην Κρήτη ειδικότερα, παραμένει εκτεθειμένος μέχρι και σήμερα σε άμεσους και έμμεσους ανθρωπογενείς κινδύνους με ό,τι αυτό συνεπάγεται εξαιτίας της απουσίας νομοθετικού πλαισίου που να καθορίζει κρίσιμες πτυχές που αφορούν τη διαχείριση, την προστασία και τη θεσμική θωράκισή του, όπως αναφέρει στα «Ρ.Ν.» ο Καλούστ Παραγκαμιάν, βιολόγος και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας, ο οποίος χωρίς να αφήσει περιθώριο, τονίζει πως «Αυτά τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν από τη βάση στην κορφή. Πρέπει να γίνουν από την κορφή προς τη βάση. Τους κανόνες τους βάζει η πολιτεία δεν τους βάζουν οι πολίτες. Δεν γίνεται με ήθη και έθιμα η διαχείριση του περιβάλλοντος. Πρέπει να υπάρχει νομοθεσία και εφαρμογή της νομοθεσίας».

Τα νομοθετικά κενά, οι προσπάθειες του Ινστιτούτου
Στην Ελλάδα, όπως εξηγεί ο κ. Παραγκαμιάν, είναι καταγεγραμμένα πάνω από 10.000 σπήλαια, «ωστόσο είναι πολλαπλάσιος ο αριθμός», αναφέρει χαρακτηριστικά συμπληρώνοντας πως «δεν υπάρχει ένας εθνικός κατάλογος ώστε να γνωρίζουμε και τον αριθμό των σπηλαίων και τα χαρακτηριστικά τους, κάπου συγκεντρωτικά». Ο ίδιος εξηγεί ότι πολλά από τα καταγεγραμμένα σπήλαια επειδή έχουν μεγάλη αρχαιολογική αξία από πολύ νωρίς προβλέφθηκε η προστασία τους μέσω του αρχαιολογικού νόμου, σαν όπως κομμάτια του φυσικού περιβάλλοντος παραμένουν εντελώς απροστάτευτα ακόμα και μέσα στις λεγόμενες «προστατευόμενες περιοχές». Όπως αναφέρει τα νομοθετικά κενά είναι πολλά, που συχνά μπαίνουν εμπόδιο τόσο στην επιστημονική έρευνα, σημαίνοντας ακόμη και την εξαφάνιση πολλών ειδών που ζουν μέσα σε αυτά και φυσικά ό,τι άλλο αυτό μπορεί να συνεπάγεται ακόμη και για τον ίδιο τον άνθρωπο. «Αν εξαιρέσει κανείς περίπου 20-25 σπήλαια όλα τα υπόλοιπα δεν προστατεύονται, δεν υπάρχουν κανόνες και κανονισμοί για τη διαχείρισή τους. Εμείς έχουμε αξιολογήσει τη ζωή μέσα στα σπήλαια της Ελλάδας παρόλο που οι έρευνες δεν είναι εκτενείς, καθώς είναι ένα δύσκολο περιβάλλον, γνωρίζουμε όμως περίπου 1.000 είδη διαφορετικά ζώων σε περίπου 750 και πάνω σπήλαια. Κάποια από αυτά τα είδη είναι ενδημικά ενός ή λίγων σπηλαίων δηλαδή για να καταλάβετε τη σπουδαιότητα αυτού, υπάρχει σπήλαιο στη Στερεά Ελλάδα που έχει οκτώ ενδημικά είδη τα οποία είναι μόνο εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Έχοντας κάνει μια αξιολόγηση θεωρούμε ότι τουλάχιστον 150 σπήλαια στον ελλαδικό χώρο θα πρέπει να προστατευθούν πολύ αυστηρά και να μελετώνται και όχι απλώς να προστατευθούν. Επίσης, θα πρέπει να ξεκαθαρίσει η νομοθεσία διάφορα θέματα που αφορούν στα σπήλαια όπως για παράδειγμα ποιανού είναι, δηλαδή το ιδιοκτησιακό καθεστώς, πρέπει να βγει νομοθεσία για αυτό όπως προβλέπει το σύνταγμα. Θα πρέπει να επικαιροποιηθούν όλοι οι κατάλογοι της ενδημικής βιοποικιλότητας στην Ελλάδα διότι είναι παρωχημένοι, – είναι από το 1981 – και πιέζουμε προς αυτή την κατεύθυνση μαζεύοντας και όλες τις επιστημονικές εταιρείες και τους ειδικούς γύρω από αυτό. Επίσης, τι γίνεται με τις επιπτώσεις δηλαδή τις ποινικές ή αστικές ευθύνες κάποιου ο οποίος θα προκαλέσει βλάβη στο φυσικό περιβάλλον ή στα είδη τα σπηλαιώδη. Επιπλέον, υπάρχει κενό και με τα «τουριστικά» σπήλαια. Για να γίνει ένα σπήλαιο τουριστικό (επισκέψιμο) δεν απαιτείται καν περιβαλλοντική μελέτη. Για παράδειγμα στο Ρέθυμνο βρίσκεται το σπήλαιο Γερανίου, ένα πολύ μικρό σπήλαιο το οποίο ενώ είχε μια σειρά μελετών για να γίνει τουριστικό, δεν είχε περιβαλλοντική μελέτη, δεν είχε βιολογική μελέτη, δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία, είναι ένα νομοθετικό κενό. Δεν θεωρεί η νομοθεσία μας τα σπήλαια κομμάτι του φυσικού περιβάλλοντος», περιγράφει ο κ. Παραγκαμιάν.
Όπως τονίζει ο ίδιος για να καλυφθούν αυτά τα νομοθετικά κενά, αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέσα στην άλλη. Απαιτείται προσπάθεια και επιμονή, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει. Το Ινστιτούτο Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας σε συνεργασία και με άλλους φορείς (όπως για παράδειγμα με την ομάδα Συμμαχίας για την Άγρια Ζωή) υλοποιεί δράσεις για τη βελτίωση και την εφαρμογή θεσμικού πλαισίου με στόχο την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος των σπηλαίων και των ιδιαίτερων μορφών ζωής που βρίσκονται εντός τους. «Προσπαθούμε να πιέσουμε, να επικαιροποιηθεί η νομοθεσία σε σχέση με τα ενδημικά είδη, που αυτό αφορά συνολικά το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας. Αυτό μάλιστα προβλέπεται και από τον νόμο για τη βιοποικιλότητα. Γιατί οι κατάλογοι είναι του 1981 και είναι εντελώς παρωχημένα τα δεδομένα. Όπως επίσης προβλέπεται από τον νόμο για τη βιοποικιλότητα να δημιουργηθεί ένας κατάλογος σημαντικών ειδών και οικοτόπων για τα οποία η πολιτεία θα αναλάβει την υποχρέωση να προστατεύσει στην επικράτεια. Αυτό θα μπορούσε να είναι μερικές εκατοντάδες είδη ή λίγες χιλιάδες. Θα επιχειρήσουμε επίσης να υπάρξει ένα Προεδρικό Διάταγμα με έναν κατάλογο των σημαντικότερων σπηλαίων όσον αφορά το φυσικό περιβάλλον, τα είδη που έχουν τα σπήλαια αυτά, αλλά φυσικά αυτόν τον κατάλογο μπορούν να προστεθούν και άλλα σπήλαια που έχουν για παράδειγμα γεωλογικό ενδιαφέρον που είναι πάρα πολύ σημαντικά για τη γεωλογία τους την ίδια, εννοείται την αρχαιολογία, την παλαιοντολογία κ.λπ.», εξηγεί ο διευθυντής του Ινστιτούτου Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας.
«Αν δεν ξέρεις δεν μπορείς να προστατεύσεις»
Σε ό,τι αφορά το Ρέθυμνο ο κ. Παραγκαμιάν με επιφύλαξη αναφέρει ότι ενδεχομένως υπάρχουν καταγεγραμμένα γύρω στα 700-800 σπήλαια, καθώς επισημαίνει την απουσία εθνικού καταλόγου που να το επιβεβαιώνει.
Σε κάθε περίπτωση ο σπηλαιολογικός πλούτος του νησιού και του νομού μας είναι μεγάλος, ενώ ο κ. Παραγκαμιάν αναφέρει ότι: «Σε όλη την παράκτια ζώνη του Ρεθύμνου υπάρχουν πολλά σπήλαια με απολιθώματα ηλικίας μέχρι και 600.000 χιλιάδων ετών. Επίσης, στο Ρέθυμνο υπάρχουν σπήλαια τα οποία έχουν μέσα ενδημικά είδη όπως για παράδειγμα, υπάρχει ένα δίπτερο στο Ιδαίο Άντρο που έχει καταγραφεί μόνο εκεί και πουθενά αλλού στον κόσμο. Υπάρχει επίσης και ένα ισόποδο, είναι αυτά τα μαμούνια που είναι κάτω από τις πέτρες και αν τα αγγίξεις γίνονται μπαλάκια, το οποίο υπάρχει μόνο στο σπήλαιο Σφεντόνι και πουθενά αλλού στον κόσμο. Καταλαβαίνετε ότι ιδιαίτερα στα σπήλαια τα οποία είναι αξιοποιημένα υπάρχει πολύ σοβαρή ευθύνη της διατήρησης αυτών των ειδών. Που σημαίνει ότι θα πρέπει να γίνονται ενέργειες και προγράμματα παρακολούθησης της κατάστασής τους. Κάτι το οποίο δεν συμβαίνει».
Ο κ. Παραγκαμιάν τονίζει ακόμη πως καθοριστικό για την προστασία των σπηλαίων είναι η πίεση για την επίσημη καταγραφή τους καθώς «Αν δεν ξέρεις δεν μπορείς να προστατεύσεις, πρέπει να γνωρίζεις για να προστατεύσεις». Την ώρα που σε άλλες χώρες υπάρχουν εθνικοί κατάλογοι σπηλαίων, εδώ η απουσία ενός τέτοιου είναι εμφανής. Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Σπηλαιολογικών Ερευνών Ελλάδας, επισημαίνει πως στην Ελλάδα εν γένει η σπηλαιολογία είναι ένα πεδίο που φαίνεται ότι έχει παραλειφθεί. Η σημασία όμως των σπηλαίων ιδίως στην εποχή μας είναι εξαιρετικά σημαντική καθώς όπως αναφέρει χαρακτηριστικά αποτελούν «χρονοντούλαπα» πληροφορίας. «Η έρευνα για την κλιματική αλλαγή διεθνώς έχει στραφεί σε δύο πράγματα: στους πάγους όπου εκεί έχεις ένα «αρχείο» πληροφοριών από τους αρχαίους πάγους και στα σπήλαια με τους σταλαχτίτες. Γιατί οι σταλαχτίτες όπως κάνει ένα δέντρο με τους ετήσιους δακτυλίους κάπως έτσι αναπτύσσεται και ο σταλαχτίτης. Έτσι λοιπόν τώρα έχει πέσει εκεί το βάρος για να κατανοήσουμε κιόλα την κλιματική αλλαγή. Και τα σπήλαια το προσφέρουν αυτό».
Βιώσιμη ανάπτυξη σημαίνει όρια
Με φόντο όλα τα παραπάνω τίθεται το κρίσιμο ερώτημα του κατά πόσο υφίσταται η συνύπαρξη της αναπτυξιακής δραστηριότητας (έργα, υποδομές, τουρισμός, κ.ά.) με την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος και ο κ. Παραγκαμιάν πάνω σε αυτό είναι σαφής: Χωρίς όρια δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη. Φέρνοντας το παράδειγμα της Κρήτης, ο ίδιος προειδοποιεί πως η ανεξέλεγκτη δόμηση, τα «αμέτρητα» ξενοδοχεία πάνω στο κύμα, η αφαίμαξη των φυσικών πόρων, η έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδίου προστασίας του φυσικού πλούτου του νησιού, η απουσία οράματος ως προς αυτό οδηγεί, όπως προβλέπει, σε μια οδυνηρή πραγματικότητα: σε λίγες δεκαετίες οι ακτές θα αντικατασταθούν από μπεντένια που θα συγκρατούν τη θάλασσα ώστε να μην περάσει προς την ενδοχώρα. Ένα σενάριο πραγματικά θλιβερό, συνέπεια της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης του φυσικού περιβάλλοντος χάριν του κέρδους. «Από μόνη της η λέξη προστασία σημαίνει περιορισμός. Και χωρίς περιορισμούς δεν υπάρχει βιωσιμότητα. Ήδη το παράκτιο περιβάλλον στην Κρήτη έχει υποβαθμιστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σε λίγες δεκαετίες, όχι πολλές, οι περιοχές που έχουν μείνει με άμμο στην Κρήτη θα έχουν μπροστά μπεντένια για να εμποδίζεται το νερό να μπει στην ενδοχώρα. Αυτό θα γίνει. Μόνο ας δει κανείς τι γίνεται στην ακτογραμμή στις μεγάλες παραλίες εκατέρωθεν του Ρεθύμνου. Δεν υπάρχει διαχείριση. Επειδή λείπει και η οργάνωση, έχουν πέσει με τα μούτρα να πάρουν ό,τι μπορούν. Όμως αυτό που παίρνουν το παίρνουν από τις επόμενες γενιές».
Το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο όπως εξηγεί είναι καθοριστικό, ενώ αναφέρει ότι δυστυχώς αυτό τίθεται σε εφαρμογή όταν πια είναι πολύ αργά ή όταν «οι φυσικοί πόροι μετριούνται στα δάχτυλα. Στην Κρήτη και στην Ελλάδα ακόμα δεν μετριούνται στα δάχτυλα», επισημαίνει ο κ. Παραγκαμιάν, μεταξύ άλλων, ενώ κλείνοντας αναφέρει σχετικά με το αναπτυξιακό πλάνο του νησιού συναρτήσει της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος ότι «Είναι πολλά τα κενά. Δηλαδή χρειάζεται όραμα και να απαντηθούν κάποιες ερωτήσεις. Πόσους τουρίστες θέλουμε; Με πόσα λεφτά από τουρίστες θα είμαστε ικανοποιημένοι; Πόσο νερό θέλουμε; Στην καθημερινότητά μας πόσο νερό θέλουμε; Πόσα σκουπίδια θα παράγουμε; Για όλα αυτά θα πρέπει να υπάρχει μια διαχείριση και σε επίπεδο οικογενειακό, ατομικό σε επίπεδο οικισμών και σε επίπεδο Κρήτης. Πρέπει να ξεβολευτούμε. Είμαστε βολεμένοι απάνω στην περιουσία των επόμενων γενιών. Και θα κλείσω κάνοντας μια ευχή: Να ξεφεύγουμε από την καθημερινότητά μας την πιεστική, να βγαίνουμε στη φύση, να παίρνουμε ανάσες και να αναρωτιόμαστε αν τις ίδιες ανάσες μπορούν να τις πάρουν τα εγγόνια μας, τα δισέγγονά μας, οι επόμενες γενιές. Γιατί εμείς μπορούμε και τις παίρνουμε, οι επόμενοι όμως…».













